Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Γράμμα στην κ. Νάντια (1)

https://www.youtube.com/watch?v=2LHasqJT0qc&list=RD2LHasqJT0qc&start_radio=1


Χρειάζομαι ένα μυστικό για να μπορέσω να κοιμηθώ απόψε.

Είναι ένα συγκεκριμένο μυστικό, που δεν το κρατάω συχνά. Απόψε όμως το χρειάζομαι απεγνωσμένα. Δε θα βγει η βδομάδα χωρίς αυτό. Ειλικρινά σας μιλάω, δε θα βγει η βδομάδα.

Συνήθως δεν το κρατάω αυτό το μυστικό γιατί σχεδόν πάντα αποκαλύπτεται, ειδικά όταν μένω γυμνός. Και τότε πρέπει να εξηγώ γιατί το έκρυψα αλλά και γιατί το κράτησα και τι θέλω να κάνω με αυτό. Ειδικά η Νάντια, η κυρία ψυχολόγος μου, θα με ρωτήσει επισταμένως για αυτό το μυστικό κι εγώ θα πρέπει να εξηγήσω.

Τι να εξηγήσω ρε Νάντια...

Λέω συχνά, όταν κρατάω αυτό το μυστικό, οτι το κάνω γιατί με focusάρει. Ή γιατί με κάνει να επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Άλλωστε πια, το κρατάω με μισή καρδιά, όταν το κάνω, που σπάνια το κάνω. Κάποτε είχα δόξες με τα μυστικά μου.

Όμως πρέπει να παραδεχτώ οτι ίσως τώρα το καταλαβαίνω λίγο καλύτερα. Ίσως δεν το κρατάω γιατί με συγκεντρώνει, αλλά γιατί είναι το μοναδικό κομμάτι που παραμένει απόλυτα δικό μου. Ίσως αυτό το μυστικό να είναι αυτό που με κρατάει... Γιώργο. Και το κρατάω και το χρησιμοποιώ μόνο στις στιγμές που νιώθω οτι καμία άλλη πλευρά της ζωής μου, κανένα άλλο άτομο, ακόμη κι αυτά που με αγαπούν (ως λένε), δεν με χωράει. Κανένα και κανένας και καμία δεν χωράνε τις φοβίες και τις ανασφάλειές μου. Χωράνε μόνο την ανάλυσή μου, μια φιλτραρισμένη "τοποθέτηση" του πόνου μου. Γιατί το μέγεθος και η βαρύτητα του πόνου μου θα τους διώξουν μακριά. 

Ευχαριστώ, 40 ευρώ χωρίς απόδειξη.

Είναι   κ α τ α δ ι κ ό   μου, καταλαβαίνεις; Είναι το μόνο κατάδικό μου πράγμα. Όλα τα άλλα κάποιον ή κάτι υπηρετούν.

Οπότε ένα μυστικό, που πηγαίνει πιο βαθειά από τα μέτρια φιλιά και τις αγκαλιές, αυτό θα με βοηθήσει να κοιμηθώ απόψε. Ίσως ένα αληθινό φιλί, ένα κατακόκκινο μήλο και μια στοργική κουτουλιά να βοηθούσαν, αλλά αυτά δεν υπάρχουν απόψε. Απόψε υπάρχει μόνο το μυστικό μου.

Ένα κόκκινο κανάλι, ένας κόκκινος Ισθμός της Κορίνθου. Μέσα από αυτή την αιμάτινη δίοδο (γιατί να μασάμε τις λέξεις πια, κανείς δε διαβάζει άλλωστε εδώ πέρα εκτός από μένα) μπορεί να οδηγηθώ κι εγώ στο βασίλειο του Ορφέα. Απόψε μέσα στις αιχμές θ' αναδυθεί ένα μυστικό που πλέον ούτε μυστικό θέλω να μείνει.

Απόψε οι άμυνες υποχωρούν και χάνουμε λίγο έδαφος ακόμα σε αυτόν τον τεράστιο, σκληρό, εξαντλητικό πόλεμο.

Αύριο μια νέα μέρα. Αύριο ίσως λιγότερα μυστικά.

Αύριο ίσως καθαρότερα νερά.

Φοβάμαι το αύριο. 

Είναι φυσιολογικό αυτό Νάντια;

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Η νύχτα του ζωντανού νεκρού

*https://www.youtube.com/watch?v=9L0FWElTUh4&list=RD9L0FWElTUh4&start_radio=1

Υπάρχει ένα νεκρό σώμα που περιφέρεται στους δρόμους. Το έχω δει σε βιτρίνες και κάμερες ασφαλείας ψιλικατζίδικων. Κανείς δεν ξέρει που πάει και κανείς δεν αναρωτιέται. Το αφήνουν να πηγαίνει κι αυτό πηγαίνει.

Κάποιες φορές, μες στη μέση του δρόμου, σταματάει και ακουμπάει τον μαζεμένο αριστερό δείκτη στο μέτωπο με το πλάι του δαχτύλου. Κοιτάει ή χαμηλά, πολύ χαμηλά τις ραγισματιές των πεζοδρομίων, ή ψηλά, τα αστέρια (αν φαίνονται) ή το φεγγάρι (αν δεν είναι πανσέληνος). 

Άλλες φορές όσο περπατάει σηκώνει τον πήχη του στο στόμα και δαγκάνει με ήρεμη μανία. Το στόμα του ανοίγει νααααα ένα μεγάλο στόμα και βάζει ανάμεσα στα φθαρμένα του δόντια το σημείο πάνω από τον καρπό. Έπειτά κλείνει τα σαγόνια αργά, πρώτα ακουμπάνε τα δόντια στο δέρμα, μετά το πιέζουνε, κλείνουν κι άλλο, μετά χώνονται τόσο μέσα που ακουμπούν τα χείλη, συνεχίζουν να κλείνουν τα σαγόνια, και στο τέλος, τα φράγματα του δέρματος σπάνε, τα δόντια τρυπούν, τα νεύρα τσιρίζουν και το αίμα αναβλύζει σαν ποτήρι που το ξέχασες κάτω από τη βρύση. 

Λες και το κάνει για να ξυπνήσει, κόβει μια δαγκανιά και μετά κατεβάζει το χέρι και συνεχίζει την πορεία του αδιάφορο.

Κοιτάει ψηλά τα αστέρια σαν να εξαρτάται η ζωή του από αυτό.

Κοιτάει ψηλά τα αστέρια σαν να μπορούν να τους δανείσουν λίγη ζωή ακόμη.

Οι σκέψεις σκάνε στο μυαλό του σαν θανατηφόρα άλατα μπάνιου, αφρίζουν γεμάτες δηλητήριο στο κεφάλι του και απλώνονται σαν πετρελαιοκηλίδες, μολύνοντας τα πάντα στο διάβα τους.

Τέτοιες ώρες οι συμβουλές της θεραπείας είναι αστείες, και το ζωντανό νεκρό σώμα σε μια ιδιαίτερα πικρή και μολυσματική σκέψη, χασκογελάει δυνατά στον δρόμο, φαινομενικά χωρίς λόγο. Ίσως σκέφτηκε κάτι αστείο, ίσως να σκέφτηκε ένας περαστικός. Δεν ξέρει οτι ο ζωντανός νεκρός μόλις γέλασε δυνατά γιατί σκέφτηκε οτι δεν έχει καμία αξία και δεν κρύβει μέσα του κανένα ενδιαφέρον για τους άλλους.

χαχα

Δε μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια του από ένα αστέρι που πάει να κρυφτεί πίσω από ένα σύννεφο. Ίσως μόλις κρυφτεί να το πάρει απόφαση και να κλείσει το αποψινό βράδυ. Αλλά εκείνο δεν κρύβεται. Λες και έχει καταλάβει το νήμα ζωής που τους συνδέει, κάνει τα πάντα για να συνεχίσει να φαίνεται, έστω και αμυδρά.

Ναι, η ζωή καλεί τη ζωή. Όμως η θανατίλα απόψε τραβάει ακόμη πιο δυνατά.

Το ζωντανό νεκρό σώμα δαγκώνει ακόμη μια φορά και τραβάει προς το σπίτι. Σπίτι μπορεί να βγάλει την κρυφή του παραμάνα και να χαράξει την κοιλιακή του χώρα σαν να βάζει υπογραφή στις άθλιες σκέψεις του. Μπορεί να γράψει αυτές τις σκέψεις σε ένα άκακο ιστολόγιο. Μπορεί να κάνει και τα δύο. Μοιάζει να ξέχασε να ζει. Μοιάζει να χρειάζεται βοήθεια. Δεν ξέρει τι θα πει αυτό.

Ξέρει μόνο τον πόνο, το δάγκωμα και τις χαρακιές. Ο πόνος και οι πληγές τον συγκεντρώνουν. Ίσως ξεσηκώνουν ένα βαθειά κρυμμένο ένστικτο επιβίωσης.

Η ψυχολόγος των ρωτάει συχνά, στις δύσκολες καταστάσεις, τι χρειάζεται. Απόψε δεν ξέρει τι χρειάζεται. Να ξεφύγει αλλά δεν ξέρει από τι. Μια ζεστή αγκαλιά αλλά δεν ξέρει από ποιον. Μια καλή κουβέντα αλλά δεν ξέρει τι να λέει. Ένα γερό χτύπημα στο στήθος αλλά δεν ξέρει πόσο επικίνδυνο. Μια καλή λεπίδα αλλά δεν ξέρει μέχρι που να φτάσει.

Ένα σώμα, νεκρό, περιφέρεται απόψε. Είθε να το δούμε να ξυπνήσει ζωντανό αύριο.

*μοιάζει να μη μπορώ να βάλω κάτι άλλο αυτές τις μέρες, συγχωρήστε με

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Κλείσε τα μάτια σου και άκου

https://www.youtube.com/watch?v=XOzI1kxotXI&list=RDXOzI1kxotXI&start_radio=1

Μπορώ να ονειρευτώ;

Μπορώ να φανταστώ κάτι;

Ή το κεφάλι μου έχει σαπίσει πια, και δεν μπορεί μες στο σκοτάδι να βρει μια πιθαμή φωτός;

Με ακούει κανείς; Μιλάω ή μόνο το σκέφτομαι;

Φοβάμαι να ανοίξω τα μάτια μου γιατί μπορεί να μην έχει αλλάξει τίποτα από τότε που τα έκλεισα. Δε θυμάμαι πόση ώρα έχει περάσει από τότε που αφαίρεσα την όραση. Τι είχα μπροστά μου και τι υπάρχει τώρα στη θέση του;

Θέλω να ξέρω;

Αρκεί αυτή η θέληση για να μάθω;

Ας μείνω ακόμα λίγο απομονωμένος.

Κάπου μέσα στις στοές που τώρα γυρίζει η σκέψη μου και αντηχεί η φωνή μου, κάπου μέσα εδώ πρέπει να υπάρχει μια πηγή φωτός. Δεν ξέρω που είναι και ψηλαφίζω από τοίχο σε τοίχο. Αν ανοίξω τα μάτια μου θα τη βρω;

Μήπως τα έχω ήδη ανοιχτά και το σκοτάδι μέσα μου είναι ίδιο με το σκοτάδι του κόσμου;

Γιώργο βλέπεις;

Αν κινιόμουν θα αναγκαζόμουν να ανοίξω και τα μάτια μου αλλά έχω παγώσει.

Και στο χρόνο και στο χώρο όπως φαίνεται.

Πως να ζητήσω βοήθεια; Πως ζητάς βοήθεια αν δεν ξέρεις να μιλήσεις;

Πως ζητάς βοήθεια αν δεν ξέρεις τι βοήθεια χρειάζεσαι;

Πως ζητάς βοήθεια;

Σίγουρα κάποιος θα με δει τυφλό και χαμένο και θα με πλησιάσει να ρωτήσει τι έχω.

Ευτυχώς έχω ήδη, σαν σφαίρα στη θαλάμη του στόματός μου την αποστομωτική απάντηση στην ερώτησή του.

Καλά.

Ή κάτι τέτοιο.

Που ξέρεις; Μπορεί και να είμαι όντως καλά. Αν δεν ανοίξω τα μάτια μου δε μπορώ να ξέρω.

Μα δε θα ανοίξω τίποτα. Δεν χαρίζω τίποτα άλλο. Ο,τι δόθηκε, δόθηκε.

Σιωπή τώρα. Κάποια στιγμή το σώμα θα κλωτσήσει και η σκέψη θα προχωρήσει. Όχι τώρα όμως. Τώρα σιωπή. Σκοτεινές στοές και χέρια να ψηλαφίζουν τους τοίχους για να βρούνε φως. Από αργότερα η διέξοδος, από αργότερα η προσπάθεια, από αργότερα το σήκωμα του βλέμματος.

Τώρα θα μείνω λίγο εδώ στην ησυχία. Και θα κάνω πως δεν ακούω το βουητό απ' τις στοές. 

Κι ας γέμισε το κεφάλι μου από δαύτο.

Κι ας μην έχει πλέον χώρο για κάτι άλλο.

Σους, τώρα μιλάει το βουητό, κλείσε τα μάτια σου και άκου.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

νερό! νερό! νερό!

https://www.youtube.com/watch?v=4OTq-91qUKc&list=RD4OTq-91qUKc&start_radio=1


έκλαψα ατελείωτα

πένθησα

για όλα τα πνεύματα που χάθηκαν

απ' τα γρανάζια των μηχανών


έφραξε το λαρύγγι μου

και δίχως να μπορώ να καταπιώ

έφριξα για το άγνωστο 

που τελικά χαρτογραφήθηκε


δεν αντέχω άλλους ορισμούς

συγκεκριμενοποιήσεις

και μαύρο χιούμορ


χρειάζομαι τη μαγεία σαν νερό

τη θλίψη να ρέει σαν ποτάμι

το γέλιο κελαρυστό σα χείμαρρος

τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα σαν φράγμα έτοιμο να σπάσει


θέλω νερό, νερό!

νερό γεμάτο πνεύματα

δάση χωρίς μονοπάτια

πλαγιές με βράχια που μόνο εγώ θα τα πατήσω


θέλω νερό, νερό!

άμμο δίχως πατημασιές

μεταμεσονύχτιους δρόμους χωρίς αυτοκίνητα

έρημες υπόγειες αποβάθρες 


θέλω νερό, ακούτε;

ουρανό χωρίς αεροπλάνα

κορυφογραμμές χωρίς ανεμογεννήτριες

εμπορικά χωρίς εκπτώσεις

σουπερμάρκετ χωρίς προσφορές


νερό! νερό!

ομίχλη στον αυτοκινητόδρομο

βροχή το Σεπτέμβρη

χιόνι στην Πίνδο και τον Ταΰγετο

άνεμο στις Κυκλάδες


νερό

και Αλεξάνδρας χωρίς μποτιλιάρισμα

νερό

και νύχτες χωρίς ανθρώπους

νερό

και άγρια ζώα στα βουνά

νερό

και καλαμπόκι στα χωράφια

νερό

και ΣΕΑ άδεια τα μεσάνυχτα

νερό

και πλοίο βραδυνό τον Δεκαπενταύγουστο

νερό

θέλω νερό, θέλω χώρο, θέλω να κάνουμε ένα βήμα πίσω, θέλω να γιατρέψουμε και να γιατρευτούμε, να ζήσουμε και να αφήσουμε να ζήσουν, να διορθώσουμε, να επουλώσουμε, να εξελίξουμε, να σκεφτούμε πως θα κρατήσουμε το νερό ζωντανό, θέλω να κρατήσουμε το νερό και το χώμα και τον αέρα ζωντανά, θέλω να κρατήσουμε πάνω απ' όλα τη φωτιά μας ζωντανή,

θέλω να δω κάτι λίγο να βελτιώνεται

θέλω να φτιάξω κάτι καλό κι αυτό να δώσει νερό, να πιούμε όλοι μαζί λίγο νερό

δε θέλω να σταματήσω να λέω νερό

γιατί νιώθω πως ξεγλιστράει από τις χούφτες μου όσο κι αν προσπαθώ να το κρατήσω

θέλω να φύγω, να πάω να βρω ένα έρημο μέρος με 

καθαρό

νερό

αέρα

γη

και να του βάλω μέσα του τη φωτιά μου

δεν αντέχω άλλο εδώ πέρα

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

Άμυνα κι επίθεση

https://www.youtube.com/watch?v=dmVAmlpbnD4&list=RDdmVAmlpbnD4&start_radio=1


Just like in fiction, in every addiction

fantasy's taking over, awake me


Θα μπορούσα να μιλάω για ώρες

αν με άφηναν

για όλα αυτά που μου αρέσουν


But there's no seduction, only destruction

Oh, fantasy, take me over and break me


Και μου αρέσουν τα μάτια

τα μήλα και τα μάγουλα

δεν ερωτεύτηκα τίποτε παραπάνω

από γραμμές και καμπύλες

τα δέντρα, τα βράχια και τα κύματα


για αυτά θα μπορούσα να μιλάω για πάντα


Κάθε μικρή λεπτομέρεια 

όπως το τρίχωμα της ωλένης

ο λαβύρινθος του αυτιού

με κάνουν να ανατριχιάζω από ευτυχία


I've been looking for the conqueror

But you don't seem to come my way


Κάποτε θα δω το χέρι σου να υψώνει ένα δόρυ

και όσο εσύ θα εξακοντίζεις το θυμό σου στον κόσμο

εγώ θα κρατώ μια ασπίδα στα μαλακά σου σημεία

δε θα είσαι ποτέ ακάλυπτη σαν πας στον πόλεμο μαζί μου

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025

Πιστεύεις αλήθεια οτι μπορούμε να κερδίσουμε;

See it on the people's faces everywhere

black and blue but they won't throw the towel in

and let go of a dream

man, women, child prepare to bleed

Were we born to lose and let Goliath win?


https://www.youtube.com/watch?v=iW3NGzslPik&list=RDiW3NGzslPik&start_radio=1


Το μόνο που ήθελα ήταν μια ευκαιρία να ζήσω μαγικά

το μόνο που ήθελα ήταν μια ευκαιρία να αγωνιστώ

όμως ο κόσμος αποφάσισε αλλιώς

κι εγώ σκύβω το κεφάλι μου εδώ και πάρα πολύ καιρό


δεν παραιτούμαι από τη μαγεία αλλά δεν έχω άλλο χρόνο

για να νιώθω θλίψη

και ανημποριά

πρέπει σύντομα η πυξίδα μέσα μου να δείξει κάπου

να αφιερώσω τη ζωή μου σε κάτι

να ζήσω με κάποιον σκοπό

αλλιώς θα σβήσω στο τίποτα με χίλιες μετάνοιες


κάποιες νύχτες πάνω στο ποδήλατο φοβάμαι

πως οι τελευταίες που σκέψεις θα μου ραγίσουν την καρδιά

όταν θα καταλάβω λίγο πριν πεθάνω

πως δεν έζησα αρκετά

και δεν κατάφερα αρκετά


μετά ποδηλατώ και σκέφτομαι πως δεν πρόκειται ποτέ να μου αρκέσει η ζωή

είτε πεθάνω απόψε

είτε έναν αιώνα αργότερα

θα πεθάνω με την ίδια πίκρα οτι δεν έζησα όπως ήθελα


και κάποιες νύχτες πάνω στο ποδήλατο φοβάμαι

πως αυτές οι σκέψεις θα μου ραγίσουν την καρδιά

τόσο

που δε θα νιώσω καν τον πόνο του θανάτου

θα έχω γεμίσει πίκρα

και θα πονάω φρικτά

μόνο από το αν

και το μπορεί

και τις τύψεις


Εύχομαι κάποτε να βρω έναν αγώνα που να τον δώσω ως το τέλος

και στον τερματισμό να νιώσω επιτέλους

καλά


Δεν γίνεται να φύγουμε απ' τον κόσμο αυτόν πριν βάλουμε φωτιά

κάποιοι το λένε

το υψηλό κόστος της ζωής


do you believe that we can just kill them all?

do you believe that we can conquer this?

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Τα φαντάσματα βγαίνουν το βράδυ και μου δείχνουν το δρόμο

https://www.youtube.com/watch?v=vRamrOrKFjA&list=RDvRamrOrKFjA&start_radio=1


Το φεγγάρι ανέτειλε μέσα από τα βάθη της θάλασσας, αχνό και βαθύ κόκκινο στη αρχή και πήρε να λαμπραίνει όσο ανέβαινε πάνω από τον χαμένο ορίζοντα. Ο ήλιος είχε χαθεί προ πολλού πίσω μου προς τα δυτικά και μόνο ένα βαθύ μπλε αντί για το μαύρο της απόλυτης νύχτας μαρτυρούσε το μονοπάτι που πήρε όταν χάθηκε. 

Εγώ στεκόμουν στην κορυφή μιας πλαγιάς αποσβολωμένος από το μπλέξιμο στο οποίο βρέθηκα για άλλη μια φορά. Μια όμορφη και απαιτητική πεζοπορία κατέληξε ζήτημα ζωής και θανάτου.

Πάλι.

Νύχτωνε γρήγορα τώρα, κάθε λεπτό και λιγότερο φως, κάθε δευτερόλεπτο πιο αχνά τα σημάδια οτι ένα πάτημα ήταν ασφαλές, ότι ένας θάμνος δεν είχε αγκάθια και μπορούσα να πατήσω δίπλα του. Η πλαγιά κατηφόριζε πολύ απότομα μπροστά μου χωρίς να την αφορά αν είχα αρκετό φως να την κατέβω και η κοιλάδα στην οποία κατέληγε άρχιζε να σκουραίνει τόσο που πλέον δεν έβλεπα πόσο ακόμα είχα να κατέβω. 

Κι όμως, ακόμη αρνιόμουν να κινηθώ.

Το φεγγάρι ανέβαινε, όλο και ανέβαινε λες και είχε περιέργεια να δει αν θα τη βγάλω καθαρή. Στεκόμουν σε ένα κομμάτι γης με μεγάλη κλίση και οι αστράγαλοι και οι γάμπες μου τσίριζαν σιωπηλά από τη στάση που κρατούσα για να διατηρήσω την ισορροπία μου.

Και ακόμα, δεν τολμούσα να κινηθώ.

Μπροστά μου και πολύ κάτω, η νύχτα κατάπιε την κοιλάδα. Ήμουν σε μια πλαγιά στη μέση της νύχτας. Μακριά δεξιά και πολύ πολύ χαμηλά, το νερό καθρέφτιζε το λαμπερό πλέον φεγγάρι και η σιωπή ήταν... απόλυτη.

Ο άνεμος πέθανε, το φεγγάρι κοιτούσε και η πλαγιά είχε στήσει αυτί. 

Ακόμα. Στεκόμουν ακίνητος ακόμα.

Το βάραθρο μπροστά μου, που απλά το μάντευα πως είναι μέσα από τα ακαθόριστα σχήματα που έδινε το φως του φεγγαριού και όποια ανάμνηση είχα όταν ανέβαινα, ένιωθα πως θα με καταπιεί. Γύρω μου πίσω μου οι κορυφές και μπροστά μακριά το νερό, και όλα είχαν μείνει ακίνητα μαζί μου. Μέχρι και το φεγγάρι στάθηκε για λίγο 45 μοίρες προς τα δεξιά και 20 μοίρες ψηλά μου και με κοίταξε.

Και τότε μια φωνή δίπλα στο αυτί μου: "Κατέβα, θα προσέχουμε κι εμείς μαζί σου"

Από το σοκ πήγα να γλιστρήσω και να φύγω κουτρουβαλώντας όλη την πλαγιά, κάτι που θα σήμαινε στην καλύτερη τραύματα σε όλο μου το σώμα από τα βράχια και τ' αγκάθια και στη χειρότερη θάνατος. Όμως, αφού σταθεροποιήθηκα με δυσκολία και κοίταξα δίπλα, δεν υπήρχε τίποτα να δω.

Ή μήπως υπήρχε;

Ο άνεμος πήρε να σηκώνεται ξανά, και το φεγγάρι πλησίασε λίγο ακόμα. Οι θάμνοι και τ' αγκάθια μουρμούριζαν τώρα. Το νερό συνέχιζε να στραφταλίζει χιλιόμετρα πιο κάτω. 

"Αν δεν κατηφορίσεις τώρα, δε θα επιστρέψεις ποτέ"

Καταλαβαίνω τώρα, ότι θα έπρεπε να έχω τρομοκρατηθεί. Η φωνή ακουγόταν μέσα στον άνεμο και μπλεκόταν με τους θάμνους, απαντούσε στα βράχια και ψιθύριζε με το νερό, χιλιόμετρα πιο κάτω.

Μα ήταν ευγενική και ζεστή. Αθέλητα κοίταξα τα μακριά φώτα στην Έριστο, πολύ πολύ μακριά μου. Ήταν τόσο μικρά και μακρινά που τα μάτια μου άρχισαν να τσούζουν.

"Μόνο αν ξεκινήσεις θα φτάσεις. Θα σε συντροφέψουμε όσο μπορούμε"

Ήταν θλιμμένη η φωνή; Ή μήπως ήταν πολλές; Το ηθικό μου ήταν ήδη πεσμένο από την 4ωρη πεζοπορία στα κατσάβραχα και τα πόδια μου γυάλινα από τη στάση στο κεκλιμένο επίπεδο. Μόνο αυτά μπορώ να σκεφτώ για να δικαιολογήσω την απάντησή μου.

"Δε μπορώ να κουνηθώ", είπα και η πλαγιά μαζεύτηκε να με ακούσει, ήταν λες και ρούφηξε τα λόγια μου. Δεν υπήρχε αντίλαλος, κανένα ριβέρμπ, η φωνή μου ξερή, χτύπησε πάνω στα βράχια, τους θάμνους, το φεγγάρι και το νερό που στραφτάλιζε χιλιόμετρα κάτω και πέθανε. Η ίσως απορροφήθηκε.

"Γιατί;", ψιθύρισαν δίπλα στο αυτί μου πάλι. Τώρα ίσως και να γελούσαν.

"Γιατί δε βλέπω!" αναφώνησα λες και δεν ήταν προφανές. "Και γιατί πονάω, έχω κουραστεί", συμπλήρωσα. Με ποιον μιλούσα; Αλήθεια; Με τι μιλούσα;

Τώρα σίγουρα γελούσαν, όμως όχι κοροϊδευτικά: "Για την κούραση και τον πόνο θα πρέπει να αναλάβεις εσύ. Όμως για το φως, ίσως κάτι μπορεί να γίνει". Η απάντησή τους ήταν χρωματισμένη με γέλια και σκανταλιές και η καρδιά μου ζεστάθηκε, ίσα λίγο.

Το φεγγάρι πλησίασε κι απόμεινα να το κοιτάω σα χαζός. Λάμπρυνε κι άλλο και φώτισε την πλαγιά κάνοντας τα λευκά βράχια να φωσφορίσουν. Η πλαγιά απλώθηκε από κάτω μου σε όλο της το μεγαλείο και σύσπασα τους μύες μου για να βγω από την παγωμάρα. Δε θα πω οτι έβλεπα αλλά μπορούσα να διακρίνω σχήματα, μπορούσα να δω που είχε πέτρα, που είχε χώμα και που βλάστηση. Όλα ήταν αποχρώσεις του μαύρου, του γκρι και του παγωμένου κίτρινο-λευκού του φεγγαριού. Σήκωσα το ένα πόδι και το κατέβασα σε μια φαινομενικά σταθερή πέτρα μισό μέτρο χαμηλότερα. Στέριωσα το πάτημα, τέντωσα τα χέρια για ισορροπία και σήκωσα το πίσω πόδι να το κατεβάσω ακόμη χαμηλότερα. Καμιά τρακοσαριά μέτρα χαμηλότερα το έδαφος σκούραινε και ήξερα οτι η πλαγιά γινόταν ισάδα. Εκεί θα μπορούσα να περπατήσω πιο κανονικά. Στο αμέσως επόμενο βήμα πάτησα σε σαθρό έδαφος και γλίστρησα. Έσκασα με τον κώλο και την πλάτη, σύρθηκα και απλώνοντας το χέρι να βρω στήριγμα έπιασα έναν θάμνο με σκληρά αγκάθια και η καρδιά μου έχασε 3-4 χτύπους. Ρουφώντας αέρα μέσα από τα δόντια μου στερεώθηκα και πήρα μερικές βαθιές ανάσες.

"Ποτέ δεν είπαμε οτι θα είναι εύκολο να φύγεις" γέλασαν οι φωνές δίπλα μου. Γύρισα να δω όμως ήμουν ακόμη μόνος στην πλαγιά και το χέρι μου αιμορραγούσε από τα αγκάθια. Σηκώθηκα ξανά και συνέχισα την κατάβαση.

"Όχι, αλλά δεν ήθελα να είναι εύκολο έτσι κι αλλιώς", είπα στο κενό. Κατέβηκα ακόμα ένα βήμα και έπιασα ρυθμό. Οι φωνές δεν απάντησαν.

Σαράντα λεπτά αργότερα, με γρατζουνιές και αίματα στα πόδια και τα χέρια έφτασα στην ισάδα. Γυρνώντας πίσω, είδα μορφές ξαπλωμένες στα βράχια της πλαγιάς να με κοιτούν. Δε μπορούσα να δω πρόσωπα, δεν ξέρω αν είχαν, αλλά φαινόντουσαν καλόβολες, σα να χαμογελούσαν.

"Να μας ξανάρθεις", ο άνεμος έφερε τον ψίθυρό τους. "Ίσως την επόμενη φορά να μη σε αφήσουμε να φύγεις" είπαν χαχανίζοντας.

Ήταν η σειρά μου να γελάσω. Χαμογελώντας ακόμη γύρισα την πλάτη μου στα φεγγαρίσια φαντάσματα της πλαγιάς και κίνησα για την Έριστο και την παρέα μου.

Τις πικρές ώρες που βαραίνει η πραγματική ζωή σαν απολυτότητα και δεν βρίσκω καμία διέξοδο, σκέφτομαι αυτή τη φράση: "ίσως την επόμενη φορά να μη σε αφήσουμε να φύγεις".

Ίσως την επόμενη φορά να μη θελήσω να φύγω. Ίσως την επόμενη φορά να μη μπορέσω να φύγω. Ίσως η επόμενη φορά που θα γλιστρήσω να είναι η τελευταία. Αλίμονο, τουλάχιστον θα είμαι με παρέα.