speaking strictly for me
Διέσχισα τον μοναδικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο του χωριού προς τη θάλασσα και ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά. Η λίγο ψηλότερη από μένα σκιά μου ήταν πίσω αριστέρά μου, ο ήλιος πάνω από τα δέντρα του σπιτιού στα δεξιά μου. Της προγιαγιάς μου, νεκρής κάποια χρόνια τώρα. Η γιαγιά μου, που πλέον μένει εκεί, μου φώναξε κάτι όσο περνούσα το δρόμο, κάτι για φαγητό και δουλειές στον κήπο, όπως πάντα.
Πέρασα στο δρομάκι που βγάζει στη θάλασσα, από το οποίο ξεκινά και η άμμος της απέραντης παραλίας που σηματοδοτεί αυτόν τον τόπο. Στενό, με φυτά και αγκάθια δεξιά και αριστερά μα κενό στο κέντρο, πολυπατημένο, όλοι πάνε στην παραλία σε αυτόν τον τόπο. Παλιά, τα βράδια εδώ είχε πυγολαμπίδες, θυμάμαι. Πλέον φύγανε, και δεν πρόλαβα να τις δείξω σε κάποιον. Μόνο ο Ρωμανός και ο Διονύσης ίσως θυμούνται τις πυγολαμπίδες. Ίσως και τ' αδέρφια μου.
Δε φοράω μαγιό, δεν πηγαίνω για να βουτήξω. Μόλις είχα φτάσει στο χωριό, απλά ήθελα να δω την παραλία και να γυρίσω να φάω. Είναι κάτι σαν προσκύνημα, απλά να δω οτι είναι εκεί, να δω πόσο έχει ανέβει η θάλασσα. Κάθε χρόνο νομίζω οτι η θάλασσα είναι έτσι ή αλλιώς, οτι η άμμος έχει την τάδε αίσθηση. Κάθε χρόνο εκπλήσσομαι.
Από τη μέση του δρομάκου αρχίζει να φαίνεται το γαλάζιο της θάλασσας, πριν φανεί η παραλία. Γαλάζιο που γρήγορα αλλάζει προς το μπλε όσο προχωρά το απόγευμα. Όμως είναι νωρίς, ο ήλιος είναι αρκετά ψηλά ώστε η γωνιά των ακτίνων του να ζεσταίνει τη θάλασσα αρκετά ακόμα και να διατηρεί το γαλάζιο της. Όσο περπατάω προς την ακτή, το βλέμμα μου επικεντρώνεται στον ορίζοντα, όπου δυο γαλάζια διαγωνίζονται για την καλύτερη απόχρωση. Ευτυχώς, είναι μια από τις όμορφες μέρες που δεν περνούν κρουαζιερόπλοια προς το ακρωτήρι και το λιμανάκι εκεί.
Ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό και, κατεβαίνοντας, τα πόδια μου βουλιάζουν στην άμμο, η ταχύτητά μου μειώνεται και κατεβάζω το βλέμμα προς τα τεκταινόμενα της παραλίας. Το καλοκαίρι είναι στην αρχή του κι έτσι ο κόσμος είναι λιγοστός. Τον καταπίνει η ατέλειωτη λωρίδα άμμου. Φτάνει ως εκεί που φτάνει το μάτι, κι από τα δυτικά, εκεί που στοχεύει ο ήλιος κατεβαίνοντας, κι από τα ανατολικά που το γαλάζιο τ' ουρανού έχει σκουρύνει ανεπαίσθητα και σε λίγο θα φανεί το φεγγάρι.
Ενστικτωδώς, κοιτάω προς τα δεξιά, στο σημείο που πάντα πηγαίνουμε για να αφήσουμε τις πετσέτες και τις παντόφλες πριν μπούμε στο νερό. Χα, κάποιος μας έχει πάρει τη θέση και έχει αφήσει πετσέτα σε ένα παλιό ξύλο που αφήνουμε συνήθως τα πράγματα μας. Πηγαίνω προς τα εκεί, όχι βέβαια για να παραπονεθώ ή να τον διώξω, αλλά από περιέργεια, ίσως και να τον ξέρω μιας και πολλά χρόνια τώρα μόνο εμείς αφήνουμε πράγματα εκεί. Μπορεί να είχαν έρθει τα παιδιά και να μην τα είδα.
Φτάνοντας στο σημείο, βλέπω πως μάλλον δεν είναι αυτός αλλά αυτή, οι παντόφλες είναι μικρές και έχουν πάνω τους γυαλιά ηλίου πολύ στυλάτα για τα στερεότυπα των αντρών. Στρέφομαι προς τη θάλασσα και η επίδοξη καταληψίας έχει αρχίσει να βγαίνει από τη θάλασσα.
Την αναγνώρισα με δυσκολία. Κυρίως γιατί δεν σου έρχεται αμέσως η αναγνώριση κάποιου όταν δεν τον περιμένεις. "Νόμιζα οτι δε θα ερχόσουν και φέτος" της είπα και προσπάθησα να μην αφήσω το χαμόγελό μου να ανοίξει. Εκείνη το άφησε και, με τα μικρά της δόντια φανερά, μου είπε "να που έκανες λάθος". Πλησίασε να σκουπιστεί και της έδωσα την πετσέτα. Εκείνη την πήρε και σήκωσε το κεφάλι της. Κοιταχτήκαμε. "Το ξέρεις οτι το χρώμα των ματιών σου ανοίγει όταν κοιταζόμαστε;" ρώτησε. Εγώ, που το ξέρω, δεν απάντησα τίποτα. Κοιτούσα και κοιτούσα και κοιτούσα μέχρι που βράδιασε.
Με τη δύση του ηλίου σκούρυναν τα μάτια μας και εκείνη κρύωσε. Στο γυρισμό δε μιλήσαμε πολύ, τα βασικά. Στο σπίτι φτιάξαμε φαγητό, είδαμε μια ταινία, μιλήσαμε και ξαπλώσαμε μαζί.
Φιλούσα και με κλειστά τα βλέφαρά μου, έβλεπα ακόμα το πράσινο να καταυγάζει τα πάντα. Φιλούσα και κοιτούσα, φιλούσα και κοιτούσα, φιλούσα και κοιτούσα μέχρι που αποκοιμήθηκα.
Το πρωί ξύπνησα πρώτος και κρατήθηκα να μην την ξυπνήσω. Έπρεπε να κάνω υπομονή μέχρι να κοιταχτούμε. Και μα το θεό, έκανα.