Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Ερωτεύτηκα ένα χρώμα

speaking strictly for me

Το απόγευμα η άμμος δεν καίει καθόλου. Μπορείς να περπατήσεις και να ξαπλώσεις και να παίξεις, είναι ζεστή και φιλόξενη. Πάντα μπαίνει παντού και όταν φεύγεις από εκείνον τον τόπο τινάζεις άμμους για μέρες μετά. Όμως αξίζει τον κόπο. Είναι ζεστά και φιλόξενα.

Διέσχισα τον μοναδικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο του χωριού προς τη θάλασσα και ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά. Η λίγο ψηλότερη από μένα σκιά μου ήταν πίσω αριστέρά μου, ο ήλιος πάνω από τα δέντρα του σπιτιού στα δεξιά μου. Της προγιαγιάς μου, νεκρής κάποια χρόνια τώρα. Η γιαγιά μου, που πλέον μένει εκεί, μου φώναξε κάτι όσο περνούσα το δρόμο, κάτι για φαγητό και δουλειές στον κήπο, όπως πάντα.

Πέρασα στο δρομάκι που βγάζει στη θάλασσα, από το οποίο ξεκινά και η άμμος της απέραντης παραλίας που σηματοδοτεί αυτόν τον τόπο. Στενό, με φυτά και αγκάθια δεξιά και αριστερά μα κενό στο κέντρο, πολυπατημένο, όλοι πάνε στην παραλία σε αυτόν τον τόπο. Παλιά, τα βράδια εδώ είχε πυγολαμπίδες, θυμάμαι. Πλέον φύγανε, και δεν πρόλαβα να τις δείξω σε κάποιον. Μόνο ο Ρωμανός και ο Διονύσης ίσως θυμούνται τις πυγολαμπίδες. Ίσως και τ' αδέρφια μου. 

Δε φοράω μαγιό, δεν πηγαίνω για να βουτήξω. Μόλις είχα φτάσει στο χωριό, απλά ήθελα να δω την παραλία και να γυρίσω να φάω. Είναι κάτι σαν προσκύνημα, απλά να δω οτι είναι εκεί, να δω πόσο έχει ανέβει η θάλασσα. Κάθε χρόνο νομίζω οτι η θάλασσα είναι έτσι ή αλλιώς, οτι η άμμος έχει την τάδε αίσθηση. Κάθε χρόνο εκπλήσσομαι.

Από τη μέση του δρομάκου αρχίζει να φαίνεται το γαλάζιο της θάλασσας, πριν φανεί η παραλία. Γαλάζιο που γρήγορα αλλάζει προς το μπλε όσο προχωρά το απόγευμα. Όμως είναι νωρίς, ο ήλιος είναι αρκετά ψηλά ώστε η γωνιά των ακτίνων του να ζεσταίνει τη θάλασσα αρκετά ακόμα και να διατηρεί το γαλάζιο της. Όσο περπατάω προς την ακτή, το βλέμμα μου επικεντρώνεται στον ορίζοντα, όπου δυο γαλάζια διαγωνίζονται για την καλύτερη απόχρωση. Ευτυχώς, είναι μια από τις όμορφες μέρες που δεν περνούν κρουαζιερόπλοια προς το ακρωτήρι και το λιμανάκι εκεί.

Ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό και, κατεβαίνοντας, τα πόδια μου βουλιάζουν στην άμμο, η ταχύτητά μου μειώνεται και κατεβάζω το βλέμμα προς τα τεκταινόμενα της παραλίας. Το καλοκαίρι είναι στην αρχή του κι έτσι ο κόσμος είναι λιγοστός. Τον καταπίνει η ατέλειωτη λωρίδα άμμου. Φτάνει ως εκεί που φτάνει το μάτι, κι από τα δυτικά, εκεί που στοχεύει ο ήλιος κατεβαίνοντας, κι από τα ανατολικά που το γαλάζιο τ' ουρανού έχει σκουρύνει ανεπαίσθητα και σε λίγο θα φανεί το φεγγάρι.

Ενστικτωδώς, κοιτάω προς τα δεξιά, στο σημείο που πάντα πηγαίνουμε για να αφήσουμε τις πετσέτες και τις παντόφλες πριν μπούμε στο νερό. Χα, κάποιος μας έχει πάρει τη θέση και έχει αφήσει πετσέτα σε ένα παλιό ξύλο που αφήνουμε συνήθως τα πράγματα μας. Πηγαίνω προς τα εκεί, όχι βέβαια για να παραπονεθώ ή να τον διώξω, αλλά από περιέργεια, ίσως και να τον ξέρω μιας και πολλά χρόνια τώρα μόνο εμείς αφήνουμε πράγματα εκεί. Μπορεί να είχαν έρθει τα παιδιά και να μην τα είδα.

Φτάνοντας στο σημείο, βλέπω πως μάλλον δεν είναι αυτός αλλά αυτή, οι παντόφλες είναι μικρές και έχουν πάνω τους γυαλιά ηλίου πολύ στυλάτα για τα στερεότυπα των αντρών. Στρέφομαι προς τη θάλασσα και η επίδοξη καταληψίας έχει αρχίσει να βγαίνει από τη θάλασσα.

Την αναγνώρισα με δυσκολία. Κυρίως γιατί δεν σου έρχεται αμέσως η αναγνώριση κάποιου όταν δεν τον περιμένεις. "Νόμιζα οτι δε θα ερχόσουν και φέτος" της είπα και προσπάθησα να μην αφήσω το χαμόγελό μου να ανοίξει. Εκείνη το άφησε και, με τα μικρά της δόντια φανερά, μου είπε "να που έκανες λάθος". Πλησίασε να σκουπιστεί και της έδωσα την πετσέτα. Εκείνη την πήρε και σήκωσε το κεφάλι της. Κοιταχτήκαμε. "Το ξέρεις οτι το χρώμα των ματιών σου ανοίγει όταν κοιταζόμαστε;" ρώτησε. Εγώ, που το ξέρω, δεν απάντησα τίποτα. Κοιτούσα και κοιτούσα και κοιτούσα μέχρι που βράδιασε. 

Με τη δύση του ηλίου σκούρυναν τα μάτια μας και εκείνη κρύωσε. Στο γυρισμό δε μιλήσαμε πολύ, τα βασικά. Στο σπίτι φτιάξαμε φαγητό, είδαμε μια ταινία, μιλήσαμε και ξαπλώσαμε μαζί. 

Φιλούσα και με κλειστά τα βλέφαρά μου, έβλεπα ακόμα το πράσινο να καταυγάζει τα πάντα. Φιλούσα και κοιτούσα, φιλούσα και κοιτούσα, φιλούσα και κοιτούσα μέχρι που αποκοιμήθηκα. 

Το πρωί ξύπνησα πρώτος και κρατήθηκα να μην την ξυπνήσω. Έπρεπε να κάνω υπομονή μέχρι να κοιταχτούμε. Και μα το θεό, έκανα. 

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Oh Georgie, it's going to be a sensational season for boys


(The ethics of motion)

But I can keep running
No, I can keep running

Η ηθική της κίνησης επιβάλει να φθείρω τα μέλη μου σε βαθμό,
πρώτα κούρασης
μετά εξάντλησης
μετά αληθινής άσκησης και παρακαταθήκης
και τέλος διάλυσης.

Στο μαύρο χώρο που βρέθηκα
- γιατί τα πάρτυ είναι πάντα σε μαύρα δωμάτια; -
οι τοίχοι ήταν υγροί από τα χνώτα των ανθρώπων
το πάτωμα ήταν υγρό από τα χυμένα ποτά
τα γεννητικά μου όργανα ήταν υγρά από μια κοπέλα που χορεύαμε δίπλα δίπλα
και έκανε ζέστη.

Ήταν από τις ζέστες που δε σε αφήνουν να αποβάλεις τη δική σου
και είναι καταστροφικό να κινείσαι σε τέτοια ζέστη
- γιατί η ζέστη παράγει νέα θερμότητα - 

Όμως η ηθική της κίνησης επιβάλει να φθείρω τα μέλη μου σε βαθμό
- τελικά -
διάλυσης

How can anybody have you?
How can anybody have you and lose you?
How can anybody have you and lose you
And not lose their minds, too?

Έτσι κι έκανα. 

Η υγρασία έπαψε σύντομα να με ενοχλεί 
κι ας μη μπορούσα να αναπνεύσω. 
Συχνά μετά από τέτοια πάρτυ αναρωτιέμαι αν έχω αυτοκτονικές τάσεις 
αλλά το απορρίπτω γρήγορα, 
συνήθως έχω άλλες δουλειές. 

Κάποια ώρα της νύχτας που είχα ξεχάσει ότι υπάρχει χαρά 
και απλά χόρευα από πείσμα 
ήρθαν φίλοι που δεν είναι πια φίλοι 
και φίλοι που δε θα γίνουν ποτέ φίλοι 
και μαζί τους ήρθε και μια αγέραστη. 

Πριν καταλάβω πότε άλλαξε η χροιά των ήχων 
ξέχασα τη διάλυση μου 
ξέχασα τη φτέρνα μου που έκαιγε 
τα σάπια μου αγγεία 
το γόνατο κουρέλι που σέρνω από δω κι από κει 
και άρχισα να κινούμαι αμήχανα και σκόπιμα 

- η ηθική της κίνησης έγινε ανήθικη - 

Oh my Lord, oh, we really did it now
I'm a monster and you're my sacred cow
But I can keep running
No, I can keep on running 

Τα γεννητικά μου όργανα μαζεύτηκαν 
- υπάρχει χρόνος για αυτά αργότερα - 
και οι καλυμμένοι με ρυζόχαρτο προβολείς μου 
στράφηκαν στον δικό σου. 

Αλίμονο, 
εμένα το φως μου είναι θαμπό και θέλει συντήρηση για να λάμψει. 

Χορέψαμε 
αν και φοβάμαι να χορεύω με άλλους ανθρώπους 
και ήθελα τόσο να σου εξηγήσω πόσο παράξενο είναι για μένα να χορεύω με άλλον(η) 
- πόσο μάλλον με μια αγέραστη - 
αλλά είχε πολύ θόρυβο δίπλα στα ηχεία 
και έμεινε ανεξήγητη η χαρά μου 

Σύντομα με κοίταξες παραπάνω απ' όσο άντεχα 
και σε πλησίασα πολύ πολύ κοντά για να σταματήσουμε να κοιταζόμαστε 
και έφτασα τόσο κοντά που λέω 
ε, εδώ που φτάσαμε... 

ε,
δε φτάσαμε γενικά 

αλλά ως αληθινή αγέραστη 
δεν πτοήθηκες 
και ακολούθησες την ηθική της κίνησης στο ακέραιο 
- α, ναι σωστά, είσαι και φιλόσοφος της κίνησης μου είπαν - 
εμένα λίγο τραντάχτηκε η καρδούλα μου 
αλλά λίγο, ντάξει 
και σκεφτόμουν πως ελπίζω να μην ενοχλήθηκες. 

Οι αγέραστοι και οι αγέραστες έχουν ακόμα εξουσία 
ακόμα και σε αυτόν τον γερασμένο κόσμο 
και τις φοβάμαι. 

I guess that's just me, honey, I guess that's how I'm built
I try to tell you I love you and it comes out all sick
I guess that's just me, honey, I guess that's how I'm built
I try to write you a love song but it comes out a lament 

Το αστείο έληξε κάποια ώρα αργότερα. 

Η ηθική της κίνησης είχε νικήσει για άλλη μια φορά 
την ανηθικότητά μου. 


Don't it beat a slow dance to death? 

Παρόλα αυτά εγώ έμεινα ευχαριστημένος 
δηλαδή όχι, γιατί σε θέλησα πολύ 
και δεν είχαμε ο ένας την άλλη όπως θα ήθελα 
αλλά έμεινα ευχαριστημένος. 

Η ηθική της κίνησης επιβάλει να διαλύομαι στα dancefloors 
και σπάνια 
- ως και ποτέ - 
δε θέλω να μοιράζομαι την ηθική μου με κάποια 
γιατί ντρέπομαι 
και γιατί μου χαλάνε τη φάση μου. 

Όμως ο ερωτικός 
- για μένα - 
χορός μου ρίξαμε 
χωρίς να αγγιχτούμε ούτε λίγο 
μου θυμίζει οτι κάποιες φορές 
το ηθικό είναι η κίνηση 
και οτι οι αγέραστοι δεν έχουνε χαθεί από τη γη. 

Είχα να δω μια 
περίπου δυο χρόνια αν θυμάμαι καλά 

Don't it beat a slow dance to death? 

τα αγόρια 
- είναι η νέα εποχή - 
έχουν πολλά να φοβούνται 
μακαρίζω που γεννήθηκα αγόρι 
γιατί είμαι ευχαριστημένος με αυτό που είμαι 
κατάρα στους ανθρώπους που με τρυπούν με δηλητήρια για τη φύση μου

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020

The time of our life



Citizens of Hope & Glory,
Time goes by, it's "the time of your life"
Easy now, sit you down
Chewing through your Wimpey dreams,
They eat without a sound
Digesting England by the pound

Ο Γιώργος βγήκε απ' το σπίτι
για να πάει στο ραντεβού του
ήταν μεγάλη η διαδρομή
μα δεν το ήξερε ακόμα-
έχει μάθει να σκέφτεται με αποστάσεις

"βγήκα από την πόρτα
και ξαφνικά έμενα Εξάρχεια, δίπλα στην πλατεία
το πρώτο μου φάντασμα ήταν ο εαυτός μου μικρός,
να περπατώ με τον πατέρα μου στη Θεμιστοκλέους
χαμηλά, κάτω από τη Σόλωνος,
και ο μπαμπάς να μας λέει,
σε μένα και τα αδέρφια μου,
για το δισκάδικο που είχαν με τον αδερφό του σε μια γωνία
Θεμιστοκλέους κι ένα στενό που δε θυμάμαι
από τότε θέλησα να μείνω στα Εξάρχεια,
μετά μας πήγε να φάμε στη Ροζαλία
ήταν Πολυτεχνείο;
πάλι δε θυμάμαι
ο μπαμπάς μας έφερνε Εξάρχεια συχνά,
η μαμά δεν είχε έρθει ποτέ, όχι μαζί μας τουλάχιστον
από δω αγόρασα και την κιθάρα μου,
εδώ έπαιξα και σκάκι σε ένα καφενείο απέναντι από το σχολείο μεταναστών 
στην Τσαμαδού, 
αν το διαβάσεις θα το θυμηθείς σίγουρα..."

μιας και δεν πήγαινε μακριά πήγαινε αργά
πάντα πάει νωρίς στα ραντεβού
γιατί αν περιμένει αγχώνεται
οπότε βγήκε στην πλατεία ράθυμα
σαν σε προπόνηση

"το δεύτερό μου φάντασμα μου το σύστησε ένας άνθρωπος που μιλούσε στο τηλέφωνο
πως το είπε; α, ναι:
-είμαστε φίλοι σαράντα χρόνια-
και αναρωτήθηκα εάν ποτέ θα συμπληρώσω τόσα χρόνια φιλίας με κανέναν
τους παλαιότερους φίλους μου τους πούλησα
ή με πουλήσανε
και ήδη με κάποιους είχαμε κλείσει τα μισά από αυτά που ανέφερε ο φίλος
-ίδιες λέξεις, χα-
άντε να ξαναμαζέψεις χρόνια
ίσως έχει ημερομηνία λήξης η γνωριμία
ίσως έχει ημερομηνία λήξης η συνδεσιμότητά μου
ίσως έχει αντίστροφη μέτρηση το δέσιμό μου
θα σου έλεγα αν ήξερα πως πάει
αλλά έχω μια υποψία
πως όταν θα χω μάθει πως πήγε,
δε θα είσαι κάπου εδώ γύρω να τα πούμε..."

από όλες τις πιθανές ανηφόρες,
ο Γιώργος επιλέγει τη Βαλτετσίου
το πιο θετικό χαρακτηριστικό της;
πεζόδρομος
το δεύτερο; 
η διμοιρία στην Τρικούπη
βοηθά να μην ξεχνιέσαι
ως προς το που βρίσκεσαι και με ποιους όρους

"κάπου προς τα πάνω σε αυτόν τον πεζόδρομο
έχω συναντήσει μύριους ανθρώπους,
συνεπώς η ανηφόρα
όπως μου ανεβάζει τους σφυγμούς
μου προξενεί και οράματα
εγώ τα λέω φαντάσματα για να συνεννοούμαστε
και αρχίζω να μιλάω μόνος μου,
άθελά μου, πραγματικά, μοιάζω με τρελός
και δως του συζητήσεις με ανθρώπους που ήταν εκεί κάποτε
και δωσ' του απαντήσεις που δε δόθηκαν
και δωσ' του εξηγήσεις που δε ζητήθηκαν
και δωσ' του ατάκες που θα είχαν αλλάξει τη ζωή τους
ή τη ζωή μου
μέχρι να φτάσω Ασκληπειού είχα αλλάξει όλες μου τις σχέσεις με απόλυτη επιτυχία
όταν έφτασα, επέστρεψα απότομα
στους υπονόμους που κινήθηκα όταν συνέβαιναν όλα..."

χάθηκε; δεν είχε ραντεβού τόσο ψηλά,
Μεθώνης και Μαυρομιχάλη,
φυσικά όσο και να ξεχαστεί, όσα και να σκεφτεί
ο Γιώργος δε χάνεται ποτέ
αν έχει ξαναπάει όπου πάει
θα είχε λίγο χρόνο να σκοτώσει
αλλιώς δεν εξηγείται

"εν τέλει κάνω ένα κύκλο και φτάνω στο μαγαζί των πρώτων ραντεβού μου
σε μια προσπάθεια να ξορκίσω
-ή να επανεγγράψω που θα έλεγες κι εσύ-
τα πρώτα μου ραντεβού τα κανονίζω όταν μπορώ πάντα σε εκείνο το μαγαζί
εκεί όπου υπήρξα ο χειρότερος μου εαυτός
εκεί όπου σιγουρεύτηκες πως καλώς έφυγες
αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία
πολύ παλιά για να πειράξει
μόνο να διδάξει έχει
έκει με περιμένεις εσύ
πάντα εσύ,
πάντα μια αγάπη υπερβολική που θα πεθάνω που λέει κι ένα τραγούδι
και η σχέση που πάμε να σχηματίσουμε μοιάζει
με δουλειά κακών μαστόρων
που αγοράζουν όσα υλικά νομίζουν
μαζεύουν όσα εργαλεία έχουν
και ξεκινάνε να φτιάχνουνε στα κουτουρού
στην πορεία βλέπουν πως δε φτάνουνε τα πράγματα τους
και πάνε να αγοράσουν κι άλλα
και η μισή κατασκευή παραπαίει
όταν επιστρέφουν επιδιορθώνουν
και συνεχίζουν
και η κατασκευή είναι πιο εύθραυστη από πριν
ξανατελειώνουν τα υλικά, ξαναγοράζουν
κάποια στιγμή τελειώνουν και τα λεφτά
και κλείνουνε τις τρύπες όπως όπως
και περιμένουνε να δούνε αν στις βροχές και στους ανέμους που θα ρθούν
θα αντέξει το σπιτάκι
συνήθως δεν αντέχει
μάλλον δεν είναι και άριστοι τεχνίτες
πέφτουν σπίτια συνέχεια τελευταία..."

μετά από ώρες γυρνά σπίτι
βάζει έναν δίσκο στο ακριβό του ηχοσύστημα
και ακούει μουσική και μόνο
έχει πολλά χρόνια να ακούσει μουσική σαν κύρια δραστηριότητα
συνειδητοποιεί πως του αρέσει ακόμα
και είναι κάτι και αυτό