Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

Ανοίγοντας δρόμο


Τερμάτισα έναν μαραθώνιο, και φαντάζομαι πως κάτι πρέπει να πω για αυτό.

Θα περιμένουν να ακούσουν πως ήταν πολύ δύσκολο. Ή πως κουράστηκα πάρα μα πάρα πολύ. Ή πως η δοκιμασία ήταν ανυπέρβλητη. Ή πως δεν έπρεπε να το προσπαθήσω καν. Όλα αυτά.

Ήταν δύσκολο, αλήθεια.

Κουράστηκα πολύ.

Η δοκιμασία δεν ήταν ανυπέρβλητη.

Και δεν υπάρχει στο μυαλό μου η έννοια του, δεν προσπαθώ για κάτι επειδή είναι δύσκολο. Τουλάχιστον σε αυτόν τον τομέα.

Δε θέλω να γράψω τίποτε για αυτό, γιατί δεν μου βγαίνει να το περιγράψω. Ήταν πολύ ωραία εμπειρία. Όμως δε θέλω να την περιγράψω γιατί κανείς δε θα την καταλάβει. Κανείς από αυτούς κι αυτές που μπορεί να διαβάσουν τα κείμενα εδώ, τουλάχιστον.

Θα ήθελα όμως να προσπαθήσω να περιγράψω μια συγκεκριμένη κατάσταση κατά τη διάρκεια του μαραθωνίου, όπως τη βίωσα, αν μπορέσω να περάσω το συναίσθημα. 

Μια μικρή περιγραφή πρώτα. Ο μαραθώνιος είναι 42 χλμ και κάτι ψιλά. Εγώ δεν μπορώ φυσικά να τρέξω 42 χλμ συνεχόμενα, ειδικά με την ανύπαρκτη προετοιμασία που είχα κάνει για τον αγώνα. Οπότε είχα ήδη συμφιλιωθεί με την ιδέα οτι θα τρέξω ένα κομμάτι της διαδρομής και θα περπατήσω ένα άλλο. Όπως βγει, αλλά κάποια χιλιόμετρα έτσι, κάποια χιλιόμετρα αλλιώς.

Στη στιγμή τώρα.

Ξεκίνησα τον αγώνα τρέχοντας (ομπβς) και είχα βάλει στόχο να τρέξω μια σεβαστή απόσταση πριν περπατήσω, μίνιμουμ 15 χλμ. Αυτό ήταν για να καλυφθεί σχετικά γρήγορα ένα μεγάλο κομμάτι υπό το φόβο να με καταπιεί η απόσταση αν δεν ξεκινούσα δυνατά. Άλλη μια σημείωση είναι οτι, τα περισσότερα χιλιόμετρα που έχω κάνει τρέχοντας είναι 18. Ακόμα μια σημείωση είναι οτι τα περισσότερα χιλιόμετρα που έχω κάνει με τα πόδια (όχι τρέχοντας) είναι περίπου 35.

Γνωρίζοντας τα παραπάνω λοιπόν, συνεχίζω. Κατάφερα να τρέξω συνεχόμενα τελικά τα πρώτα 21 χιλιόμετρα. Το οποίο ήταν όπως ακριβώς το είχα σχεδιάσει, και ακόμα καλύτερο. Είχε ήδη φύγει το μισό και τώρα θα έπρεπε απλά να βάλω το ένα πόδι μπροστά από το άλλο και να περπατήσω. Ήμουν κάπου στο Πικέρμι. Και φυσικά είχα κουραστεί.

Όχι όμως όσο θα νόμιζε κανείς.

Και το πήρα απόφαση οτι το τρέξιμο με εξυπηρέτησε αρκετά καλά και έκοψα ταχύτητα και με ένα δυο χοροπηδήματα, για να μην κόψω απότομα ταχύτητα και να μην αλλάξω απότομα τον τρόπο βαδίσματος και πάθω κράμπες ή σουβλιές στα πέλματα, με ένα δύο χοροπηδήματα λοιπόν, ξεκίνησα το περπάτημα. 

Μερικά ακόμα φακτς για καλύτερη κατανόηση. Είχα υπολογίσει, με βάση το πόσο χρόνο έχω να ολοκληρώσω τον αγώνα, πως το περπάτημά μου, θα έπρεπε να έχει ταχύτητα τουλάχιστον 11 λεπτά το χιλιόμετρο. Και αν γινόταν να κάνω και πιο γρήγορα γιατί όσο περισσότερο βάδιζα, τόσο θα κουραζόμουν. Ξεκίνησα να περπατώ και τσέκαρα με το κινητό να δω τον ρυθμό μου. Ήταν περίπου 09:45 λεπτά το χιλιόμετρο. Και θα έλεγες πως συνέβαινε από μόνο του. Δεν πιεζόμουν καν. Ήταν λες και τα πόδια και οι κοιλιακοί και η μέση μου, ανακουφισμένα από την αλλαγή, απελευθερωμένα από τη φρίκη των συνεχόμενων μικρών πηδημάτων που είναι το τρέξιμο, ένιωθαν χαρούμενα.

Και εκείνη τη στιγμή, γέλασα. Έβαλα ακουστικά και είχα μια ολοκαίνουργια πλέυλιστ. Έπεσε ο ρυθμός μου από το σκληρό τρέξιμο στο γλυκό υποφερτό περπάτημα. Ο ήλιος με ζέσταινε χωρίς να με καίει. Και περπατούσα ευτυχισμένος. Ξεκίνησα να τραγουδάω και αν κάποιος με έβλεπε, θα νόμιζε πως μόλις ξεκίνησα την πεζοπορία μου. Θυμήθηκα πως είμαι, πάνω από όλα, ο βασιλιάς της πεζοπορίας, από τότε που ήμουν παιδί και περπατούσα πέρα δώθε στο Κατάκολο και πίσω. Πριν ανησυχούσα. Είχα ήδη κάνει 21 χιλιόμετρα, άραγε θα είχα ενέργεια να συνεχίσω; αναρωτήθηκα. Και το σώμα μου απάντησε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Περπατούσα γρήγορα, πιο γρήγορα από ορισμένους που έτρεχαν, αδυνατισμένοι από την απόσταση. Περπατούσα σαν να ήμουν γεννημένος να κάνω αυτό, από τότε που ανασήκωσα το κεφάλι και το στέρνο μου και κοίταξα ευθεία μπροστά. Δεξιά κι αριστερά χωράφια και κόσμος που μου έτεινε το χέρι. Τους το έδωσα και χαμογελούσα. Η απόσταση μπροστά μου ήταν άπειρη. Μα και πίσω ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Ήμουν στο πουθενά, μετέωρος...

...και ήξερα. 

Κάπως ήξερα πως τώρα, βάζοντας το ένα πόδι πίσω από το άλλο, μπορώ να συνεχίσω για όσο χρειαστεί.

Αργότερα τα δάχτυλα των ποδιών μου έτσουζαν, η μέση μου λύθηκε και είχα σουβλιές στις φτέρνες. Αργότερα προσπάθησα να ξανατρέξω και τα κατάφερα για λίγο πριν περπατήσω ξανά τα τελευταία 2 χιλιόμετρα. Όμως για μια στιγμή, 21 χιλιόμετρα μετά την εκκίνηση, κατάλαβα οτι είτε σε μια ώρα, είτε σε εκατό, την απόσταση που πρέπει να καλύψω θα την καλύψω.

Δεν ήταν κάποια αποκάλυψη. Ήταν μια υπενθύμιση. 

Ο δρόμος προσπάθησε να με γονατίσει. Του υπενθύμισα οτι αυτό είναι αδύνατον.

Κι εκείνος τότε, έσκυψε το κεφάλι και με άφησε να περάσω.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

Με τελειωμένο χρονόμετρο

is this the creator? or the destroyer?

is this our fate? or our will?


https://www.youtube.com/watch?v=h_YM96zS3-8&ab_channel=ZeldaHerondale


επιστρέφω εδώ, σε αυτόν τον τόπο / μη τόπο, κι αυτό ίσως να είναι καλό. Θυμάμαι να γράφω εδώ, αμέτρητα κείμενα, όταν ήμουν χαμένος σε μια απύθμενη θλίψη. Και τότε έγραφα, έγραφα, άφιλτρα και αδιέξοδα.

Εκείνα τα βράδια, η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή, κι ας έκανε κρύο, και από τον πρώτο όροφο έβλεπα κάτω τη Θηβών να αδειάζει, κενή και θελκτική. Τώρα εδώ, κοιτώ έξω από το παράθυρο τα Εξάρχεια και μου λείπουν όλα. Ήρθα εδώ από όνειρο, να ζήσω τη μποέμ ζωή, το κέντρο που δεν κοιμάται. Πόσο μου λείπει τώρα η προηγούμενη ζωή μου. 

Και πόση ζημιά έπαθα από το κομμάτι της ζωής μου που έφυγε.

Δεν επιθυμώ να κλαφτώ, έγινε αυτό που έγινε. Στις συζητήσεις μου δε θα το αναφέρω άλλο, κανείς δε θέλει να ακούσει για αυτό κι εγώ δε θέλω να το επισκέπτομαι. Όμως απόψε, η ζωή μου μοιάζει σπασμένη. Ούτε ραγισμένη, ούτε λυγισμένη. Είναι σπασμένη. Κάτι έχει σπάσει μέσα μου ξανά. Την προηγούμενη φορά που έσπασε αυτό, είχα χρόνο και χώρο να το αφήσω να κολλήσει. Και κόλλησε όπως κόλλησε.

Απόψε, αγαπημένοι, δεν έχω χρόνο. Χαχα. Απόψε δεν έχω χρόνο αλλά αύριο θα έχω. Το παράδοξο δε μου διαφεύγει. 

Απόψε ο χρόνος μου τελείωσε. Αύριο το ρολόι θα ξεκινήσει ξανά. Αύριο, το μυαλό μου θα αναλάβει να ισορροπήσει για να βγάλει τη μέρα, θα φάω πρωινό, θα κλείσω το πρότζεκτ στη δουλειά. Όλα αυτά τα "κανονικά". Και ταυτόχρονα θα είμαι με τελειωμένο χρονόμετρο.

Η αποψινή νύχτα δε μετράει σύντροφοι; Ο αποψινός πόνος, το αποψινό κενό; Επειδή αύριο θα πάρουν μπρος οι μηχανές, η αποψινή σιωπή δεν έχει σημασία; Η αποψινή μοναξιά δεν υπάρχει;

Ορίστε, απόψε θα γίνω ρεζίλι. Απόψε θα παραδεχτώ, σε αυτόν τον τόπο / μη τόπο πως νιώθω μόνος μου και θα ήθελα να μιλήσω σε κάποιο άτομο που να σημαίνει όσα σήμαινε η φίλη μου για εμένα. Ήταν, άλλωστε, ακόμη κι αν δεν το πιστεύουν οι άλλοι, ακόμα κι αν κοροϊδεύουν, η καλύτερη μου φίλη για κάποιο καιρό.

Και μου λείπει πολύ απόψε.

Όμως.

Όμως, με σπασμένα μέλη και μυαλά, χαστουκίζω τον εαυτό μου, κλαίγοντας. Αυτή η σελίδα πρέπει να γυρίσει. Αυτό το συναίσθημα πρέπει να πνιγεί. Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να ξεχαστεί. Και ξέρω από επιβολή. Νιώθω ένα αόρατο χέρι να με πιάνει από το σβέρκο και είναι το δικό μου χέρι. Με σπρώχνει πάνω από ένα παλιό τετράδιο, τις σημειώσεις ιστορίας μου. Εκεί, με τη βία, να μου θυμίσει τι συνέβη, εκεί με το ζόρι να με κάνει να καταλάβω. Εκεί, με το στανιό να με συνεφέρει.

Πονάω στο σβέρκο και τα μάτια μου καίνε. Διαβάζω με δυσκολία τα γραμμένα στο χρόνο, χαραγμένα μόνιμα. Σε αυτό το αρχαίο τετράδιο, ο,τι γράφεται δεν ξεγράφεται. Και στο τέλος, μια χειρόγραφη σημείωση, ταφόπλακα που θάβει τον πόνο μου κάπου βαθειά μέσα μου.

"είσαι μόνος γιατί αυτό που νόμιζες ήταν αλλιώς"

"είσαι μόνος γιατί δεν είσαι κατανοητός"

"είσαι μόνος γιατί κανείς δε θέλει να ζήσει μαζί σου τις περιπέτειες που ονειρεύεσαι"

Ορίστε, απόψε έγινε ρεζίλι ξανά

μη με αγγίζετε

TW: σεξουαλική δυσφορία

https://www.youtube.com/watch?v=Ap-vS8T9w0Y&ab_channel=iamAURORAVEVO

Σήμερα, ξύπνησα το πρωί με το μέσα μου παγωμένο. Όχι, όχι παγωμένο. Νεκρό. Καθώς έτρωγα το πρωινό μου βιαστικά, πριν φύγω για τη δουλειά, δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Το μυαλό μου ήταν σαν να κολυμπούσε σε μέλι. Αλλά δεν ήταν κεχριμπάρι το χρώμα, δεν ήταν γλυκειά η γεύση. 

Το μυαλό μου κολυμπούσε στο μαύρο, και η γεύση ήταν στάχτη.

Πήγα δουλειά, και δε μπορούσα να μιλήσω με κανέναν. 

"Σε παρακαλώ, μη με αγγίζεις"

Αυτή φράση ξεπηδούσε ανά διαστήματα στο μυαλό μου, σαν φωτεινή πινακίδα από νέον που έχει χαλάσει αλλά όχι τελείως, και τρεμοπαίζει, ανάβοντας και σβήνοντας κατά το δοκούν. 

Γιατί θυμάμαι τώρα αυτή την ιστορία; Δεν πειράζει καν τόσο αυτό που συνέβη.

Η δουλειά πέρασε χωρίς κάτι σημαντικό να αναταράξει το μαύρο και τη στάχτη. Άνθρωποι μου μίλησαν - ευτυχώς κανείς δε με άγγιξε - και τους απάντησα με κόπο που δεν άφησα να φτάσει στη φωνή και τις εκφράσεις μου. Η συναδέλφισσά μου το πρόσεξε και της είπα ο,τι νόμιζα πως με ενοχλεί.

Δεν ήξερα ακριβώς όμως και τι με ενοχλούσε.

"Σε παρακαλώ, μη με ακουμπάς, δε θέλω να με ακουμπάει κανείς"

Γιατί σήμερα, από όλες τις μέρες που έχουν περάσει από τότε; Εκείνο το τραύμα, το τότε, δεν έχει σχέση με τώρα. Και το τωρινό τραύμα, δεν έχει καμία σχέση με το τότε.

Γύρισα από τη δουλειά, και προς τιμήν μου, μαγείρεψα. Και έφαγα. Μετά πήγα να ξαπλώσω. Το μαύρο όπου κολυμπάει το μυαλό μου έγινε το μαύρο όπου κείτεται το σώμα μου. Τι κι αν ήταν ακόμα 8 το απόγευμα; Τι κι αν δεν έκανα τίποτα σήμερα; Τίποτα πέρα από το να φάω, να δουλέψω και... Ε αυτά βασικά. Ξάπλωσα και έκανα ασκήσεις ηρεμίας. Αναπνοές ανά έξι. Έξι εισπνοή - έξι εκπνοή. Έξι εισπνοή - έξι εκπνοή.

Και το μυαλό μου ηρέμησε και αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα στη 1 το ξημέρωμα με τη φωτεινή πινακίδα αναμμένη:

"Σε παρακαλώ, μη με ακουμπάς, δε θέλω."

Γιατί επισκέπτομαι αυτή την ανάμνηση σήμερα; Σήμερα απλά μου λείπει η πρώην μου και νιώθω μοναξιά. Όπως εδώ και πόσες ημέρες, βδομάδες, μήνες. Όμως αυτή η ανάμνηση δεν έχει σχέση με αυτό. Καμία, το ορκίζομαι.

Κι όμως:

"Σε παρακαλώ, μη, μη με αγγίζεις"

Ίσως φταίει οτι σήμερα, όπως και τότε, δε θέλω να έρθω σε επαφή με κανέναν. Μη με ακουμπάτε. Τα κύτταρά μου δε θέλουν να πλησιάζουν σε τίποτα ξένο. Με το ζόρι ανέχομαι τον αέρα που με γλείφει από πάνω μέχρι κάτω. Το μυαλό μου έχει ακουμπήσει τον πάτο της μαύρης λίμνης και η γεύση πλέον δεν ξεχωρίσει, είτε είναι στάχτη είτε σάπια κρέατα είτε γλυκειά σοκολάτα, δε μπορώ να ξεχωρίσω. Χρειάζομαι λίγο περιθώριο από το γύρω μου, από όλο το γύρω μου, για να ανασυγκροτηθώ. Σας παρακαλώ, μη με ακουμπάτε.

Όπως τότε, που της είπα "σε παρακαλώ, δε θέλω άλλο".

---

εκείνη είναι μεθυσμένη και φαίνεται

εγώ έχω ξεμεθύσει προ πολλού

η ώρα είναι περασμένη, τόσο περασμένη που θεωρείται νωρίς πλέον, όχι αργά

είμαι κουρασμένος και θέλω να κοιμηθώ

σίγουρα δε θέλω να κάνω σεξ πάντως

τη συμπαθώ όμως, με κάποιο τρόπο την αγαπώ, μου είναι αγαπητή, η γλυκειά μου

εκείνη έχει κάβλες και ντρέπομαι να της πω κάτι απότομο και να την προσγειώσω

περιστρέφομαι και γελώ, χωρίς να κάνω κίνηση ή να απαντήσω στις κινήσεις της

σίγουρα θα το καταλάβει οτι δεν ψήνω να κάνουμε σεξ απόψε, όσο μεθυσμένη κι αν είναι

είναι από πάνω μου και ντρέπομαι ακόμα να γίνω απόλυτος

φιλιόμαστε και το φιλί είναι ωραίο, δε μου προξενεί κάποιο άσχημο συναίσθημα

άλλωστε γνωριζόμαστε και κάπως αγαπιόμαστε, όπως αγαπιούνται οι άνθρωποι που βγαίνουν λίγο αλλά συμπαθιούνται πολύ

με φιλάει και με ξαναφιλάει κι εγώ γελώ ξανά, από την αμηχανία ίσως; δεν είμαι και βέβαιος

μην πω ψέμματα, δε θυμάμαι πως γδυθήκαμε

αλλά γδυθήκαμε

κι εκείνη ακόμα από πάνω, με βάζει μέσα της

ακόμη αναποφάσιστος, κάνω αυτό που πρέπει, όπως και όσο μπορώ δεδομένης της κατάστασης

ήθελα ακόμα εκείνη τη στιγμή, για να είμαι δίκαιος

εκείνη περνάει καλά, εγώ όμως κουράστηκα και δεν θέλω άλλο

οπότε αραιώνω τις κινήσεις μου και σιγά σιγά σταματώ

εκείνη συνεχίζει

σίγουρα θα έχει καταλάβει οτι δε θέλω άλλο, είμαι πλέον τελείως ακίνητος, τι στο καλό;

εκείνη συνεχίζει

κινούμαι να απαγκιστρωθώ και εκείνη επιμένει

τι παράξενο

γιατί νιώθω άσχημα;

είναι 1.55, μικροκαμωμένη, σίγουρα όχι γυμνασμένη και ήρεμος άνθρωπος γενικά

τι παράξενο

συνεχίζει

και νιώθω ακόμα χειρότερα

η δυσφορία μου έχει γιγαντωθεί τώρα, δεν μου αρέσει η αίσθηση της πλέον πάνω μου, θέλω να σηκωθεί

έη, να το αφήσουμε;

κάτι τέτοιο είπα και σίγουρα, μετά από αυτό το ξεκάθαρο σημάδι, θα σταματήσουμε

εκείνη συνεχίζει

τι παράξενο

τώρα που το αφηγούμαι, θέλω να γελάσω

είναι 1.55, μικροκαμωμένη και αγύμναστη

κι εγώ 1.80, με γυμναστική και μέγεθος πολλαπλάσιο

με μια στροφή μου μπορώ να την πετάξω από το κρεβάτι

με ένα χτύπημά μου να την αφήσω αναίσθητη ίσως

με μία λαβή να της κόψω την ανάσα

γιατί νιώθω άσχημα;

αν ήθελα να φύγει, θα την έδιωχνα, έτσι δεν είναι;

τότε γιατί είναι ακόμα πάνω μου;

λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, μου λέει

κι εγώ δε θέλω ούτε λίγο, ούτε πολύ, ούτε καθόλου

νιώθω το πέος μου να πιέζεται, πλέον μια θλιβερή σκιά στύσης, και είναι απλά...

δυσάρεστο

τι παράξενο

πως γίνεται να μην έχει καταλάβει οτι αυτό που συμβαίνει δεν είναι ευχάριστο;

εμ, δε θέλω άλλο ρε, κουράστηκα

της εξηγώ το πλέον φανερό γεγονός που εκτυλίσσεται μπροστά της

κι εκείνη συνεχίζει

κι εγώ δυσφορώ,

νιώθω άσχημα

νιώθω κατάπληξη

δε γίνεται να έχει τραβήξει τόσο αυτό το αστείο

δε γίνεται να νιώθω τόση δυσφορία από κάτι τόσο...

χαζό

απλώνω τα χέρια, το μόνο μέτρο αποτροπής που αποφασίζω να πάρω για να ελέγξω τι συμβαίνει

τα βάζω στο πρόσωπό της, στα μάγουλά της, που πάντα μου φαίνονται κιούτικα

τη φέρνω μπροστά στο πρόσωπό μου, μύτη με μύτη, μάτια με μάτια

θέλω να σταματήσουμε

η φωνή μου δεν είναι αμφίβολη τώρα

είναι απόλυτο αυτό που επικοινωνώ, θέλω να σταματήσει τώρα αυτό που συμβαίνει

και πάλι, δεν σταμάτησε αμέσως

αλλά σταμάτησε αρκετά σύντομα ώστε να μη χρειαστεί να το ξαναπώ, ευτυχώς

εκείνη κοιμήθηκε, εγώ σηκώθηκα λίγο μετά και πήγα σπίτι

η διαδρομή ήταν αμήχανη, κι ας περπατούσα μόνος μου

μια κάμερα με ακολουθούσε, έτσι ένιωθα όσο περπατούσα και οι άνθρωποι με προσπερνούσαν αμέριμνοι

τι παράξενο

---

τι παράξενο που δεν έγραψα κάτι για αυτό τότε που συνέβη. Την κοπέλα αυτή τη θεωρώ φίλη μου. Και τη συμπαθώ πολύ. Νιώθω την ανάγκη να το πω αυτό, νιώθω την ανάγκη να το λέω κάθε φορά που λέω τη συγκεκριμένη ιστορία. 

Γιατί όμως, μου ήρθε αυτή η ιστορία; Δεν έχει σχέση με το τραύμα μου ή το πως νιώθω για αυτό. Δεν έχει σχέση με το λόγο που νιώθω κενό. Κι όμως, μέσα στις γκρι ώρες που κανένα χρώμα δεν φτάνει τον κερατοειδή μου, αυτή φράση ξεπηδά από τα βάθη της λίμνης.

"Σε παρακαλώ, μη με αγγίζεις"

Τι παράξενο, δεν ειπώθηκε ποτέ αυτή η συγκεκριμένη φράση εκείνο το ξημέρωμα.

Τι διάολο συμβαίνει;

Φεύγοντας από τα δικά μου τραύματα, μια ακόμη σκέψη με τρομοκρατεί. Έχω άραγε κάνει κάποια κοπέλα μου να νιώσει έτσι; Κι αν ναι, γιατί δεν το κατάλαβα; Προσπαθώ να είμαι σε εγρήγορση, αλήθεια. Όμως, είμαι τρομοκρατημένος κάτι τέτοιες μέρες. Ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος.

Για αυτό, έστω για απόψε, σας παρακαλώ, απλά...