Ας μιλήσουμε μεταφορικά αφού δεν μπορούμε να τα πούμε όπως είναι
https://www.youtube.com/watch?v=3fy4YPd7viU
Όταν γεννιέται ένας άνθρωπος, πριν προλάβει να πιει το πρώτο του γάλα, από τη γωνία του διαδρόμου στα νοσοκομεία, από τη γωνία του δρόμου στο χωριό, από τη γωνία όπου γεννιέται ένας άνθρωπος, εμφανίζονται δυο γιατροί με άσπρες ρόμπες και νυστέρια στα χέρια.
Αυτοί οι γιατροί, που κανείς δεν ξέρει από που έρχονται, ποιος τους πληρώνει, τι γλώσσα μιλούν, αυτοί οι γιατροί κάνουν τη δουλειά τους πολύ γρήγορα. Και πριν καταλάβει η μητέρα, ο πατέρας, το ίδιο το παιδί, εκείνοι έχουν ανοίξει το σβέρκο και έχουν χώσει κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης του μωρού μια σιδερένια βέργα. Μια σιδερένια βέργα μαγική.
Και μετά εξαφανίζονται, συζητώντας ίσως ενδοϋπηρεσιακά ζητήματα.
Εκείνη η βέργα μεγαλώνει μαζί με το μωρό. Μεγαλώνει μαζί μας. Και μετά βγαίνει το μωρό στην παραλία.
Είναι μια απέραντη παραλία, με ψιλή άμμο, όπου στέκονται όλοι οι άνθρωποι. Έχουν πλάτη στη θάλασσα και κοιτούν προς την ενδοχώρα, προς την εκτυλισσόμενη ζωή μπροστά τους. Σαν σινεμά. Κανείς δεν ξέρει πως οι κινούμενες εικόνες μπροστά μας δημιουργούν τα κύματα. Κανείς δεν έχει καταλάβει ακόμα πως οι ήχοι της ζωής μας δημιουργούν τα κύματα. Όμως τα κύματα έρχονται.
Οι άνθρωποι στέκονται πλάι πλάι σε σειρά, με πλάτη στη θάλασσα, όταν τα κύματα χτυπούν. Άλλες φορές είναι μικρά κύματα και τους δροσίζουν τα πόδια. Άλλες φορές είναι μεγάλα κύματα και τους χτυπούν την πλάτη. Άλλες, είναι βαθιά, απύθμενα κύματα, και τους διαλύουν, τους πνίγουν. Κάποιες φορές ξανασηκώνονται, κάποιες, απομένουν με το πρόσωπο χωμένο στην άμμο, να σαπίσουν και να τους τραβήξει η θάλασσα προς τα μέσα.
Ο,τι κι αν συμβαίνει όμως, με μικρά ή μεγάλα κύματα, αυτοί που επιζούν θα δέχονται κύματα. Και κύμα το κύμα, η πλάτη τους τινάζεται προς τα μπρος, το στήθος τους τινάζεται προς τα μπρος.
Και η βέργα; Η βέργα τους λυγίζει, κύμα το κύμα.
Κάποια κύματα τους λυγίζουν απότομα, κάποια τους χτυπούν ξανά και ξανά και η κλίση δεν ξεπερνά τις λίγες μοίρες. Όμως, μετά από χιλιάδες κύματα, μικρά ή μεγάλα, λυγίζει η βέργα, λυγίζει η πλάτη. Και οι άνθρωποι σκύβουν. Αν κοιτούσε κάποιος από μακριά, ίσως να νόμιζε πως υποκλίνονται. Μια μεγάλη σειρά σκυμμένων ανθρώπων. Και τα κύματα να χτυπούν.
Αυτό που χρειάζονται οι βέργες για να ισιώσουν, δεν είναι χάιδεμα. Δεν ισιώνει το ατσάλι με παρακάλια. Αυτό που ο χρόνος εγκατέστησε, βία ανάλογη του χρόνου θα χρειαστεί να το αλλοιώσει.
Κάποιες φορές οι σκυμμένοι άνθρωποι δέχονται επίσκεψη από διπλανούς τους. Εκείνοι, κρατώντας ρόπαλα, μασιές και χοντρές πέτρες, τους ξαπλώνουνε στη γη. Ξαπλώνει ο στραβωμένος άνθρωπος στη γη και θυμίζει σκουλήκι ακινητοποιημένο στη μέση μιας κίνησης. Εκείνοι τότε, αρχίζουν να χτυπούν την πλάτη του με μίσος. Χρειάζονται πολλοί άνθρωποι με σκληρά ρόπαλα, μασιές και πέτρες, για να ισιώσει η πλάτη ενός. Για να ισιώσει η βέργα ενός.
Κάποιες φορές ισιώνει τελείως, κάποιες είναι λιγότερο στραβή, κάποιες φορές σπάει, κάποιες φορές μένει ίδια.
Όταν ισιώνει μια βέργα, ξέρουνε οι άνθρωποι που το έχουν κάνει πολλές φορές, πως θα στραβώσει ξανά πιο εύκολα. Δεν λύνουν κάτι. Κλέβουν χρόνο. Η θάλασσα τον παίρνει όλο μέσα της τον άνθρωπο στο τέλος, ίσιο ή στραβωμένο.
Αφιερωμένο στην Ελένη
https://www.youtube.com/watch?v=3fy4YPd7viU
Όταν γεννιέται ένας άνθρωπος, πριν προλάβει να πιει το πρώτο του γάλα, από τη γωνία του διαδρόμου στα νοσοκομεία, από τη γωνία του δρόμου στο χωριό, από τη γωνία όπου γεννιέται ένας άνθρωπος, εμφανίζονται δυο γιατροί με άσπρες ρόμπες και νυστέρια στα χέρια.
Αυτοί οι γιατροί, που κανείς δεν ξέρει από που έρχονται, ποιος τους πληρώνει, τι γλώσσα μιλούν, αυτοί οι γιατροί κάνουν τη δουλειά τους πολύ γρήγορα. Και πριν καταλάβει η μητέρα, ο πατέρας, το ίδιο το παιδί, εκείνοι έχουν ανοίξει το σβέρκο και έχουν χώσει κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης του μωρού μια σιδερένια βέργα. Μια σιδερένια βέργα μαγική.
Και μετά εξαφανίζονται, συζητώντας ίσως ενδοϋπηρεσιακά ζητήματα.
Εκείνη η βέργα μεγαλώνει μαζί με το μωρό. Μεγαλώνει μαζί μας. Και μετά βγαίνει το μωρό στην παραλία.
Είναι μια απέραντη παραλία, με ψιλή άμμο, όπου στέκονται όλοι οι άνθρωποι. Έχουν πλάτη στη θάλασσα και κοιτούν προς την ενδοχώρα, προς την εκτυλισσόμενη ζωή μπροστά τους. Σαν σινεμά. Κανείς δεν ξέρει πως οι κινούμενες εικόνες μπροστά μας δημιουργούν τα κύματα. Κανείς δεν έχει καταλάβει ακόμα πως οι ήχοι της ζωής μας δημιουργούν τα κύματα. Όμως τα κύματα έρχονται.
Οι άνθρωποι στέκονται πλάι πλάι σε σειρά, με πλάτη στη θάλασσα, όταν τα κύματα χτυπούν. Άλλες φορές είναι μικρά κύματα και τους δροσίζουν τα πόδια. Άλλες φορές είναι μεγάλα κύματα και τους χτυπούν την πλάτη. Άλλες, είναι βαθιά, απύθμενα κύματα, και τους διαλύουν, τους πνίγουν. Κάποιες φορές ξανασηκώνονται, κάποιες, απομένουν με το πρόσωπο χωμένο στην άμμο, να σαπίσουν και να τους τραβήξει η θάλασσα προς τα μέσα.
Ο,τι κι αν συμβαίνει όμως, με μικρά ή μεγάλα κύματα, αυτοί που επιζούν θα δέχονται κύματα. Και κύμα το κύμα, η πλάτη τους τινάζεται προς τα μπρος, το στήθος τους τινάζεται προς τα μπρος.
Και η βέργα; Η βέργα τους λυγίζει, κύμα το κύμα.
Κάποια κύματα τους λυγίζουν απότομα, κάποια τους χτυπούν ξανά και ξανά και η κλίση δεν ξεπερνά τις λίγες μοίρες. Όμως, μετά από χιλιάδες κύματα, μικρά ή μεγάλα, λυγίζει η βέργα, λυγίζει η πλάτη. Και οι άνθρωποι σκύβουν. Αν κοιτούσε κάποιος από μακριά, ίσως να νόμιζε πως υποκλίνονται. Μια μεγάλη σειρά σκυμμένων ανθρώπων. Και τα κύματα να χτυπούν.
Αυτό που χρειάζονται οι βέργες για να ισιώσουν, δεν είναι χάιδεμα. Δεν ισιώνει το ατσάλι με παρακάλια. Αυτό που ο χρόνος εγκατέστησε, βία ανάλογη του χρόνου θα χρειαστεί να το αλλοιώσει.
Κάποιες φορές οι σκυμμένοι άνθρωποι δέχονται επίσκεψη από διπλανούς τους. Εκείνοι, κρατώντας ρόπαλα, μασιές και χοντρές πέτρες, τους ξαπλώνουνε στη γη. Ξαπλώνει ο στραβωμένος άνθρωπος στη γη και θυμίζει σκουλήκι ακινητοποιημένο στη μέση μιας κίνησης. Εκείνοι τότε, αρχίζουν να χτυπούν την πλάτη του με μίσος. Χρειάζονται πολλοί άνθρωποι με σκληρά ρόπαλα, μασιές και πέτρες, για να ισιώσει η πλάτη ενός. Για να ισιώσει η βέργα ενός.
Κάποιες φορές ισιώνει τελείως, κάποιες είναι λιγότερο στραβή, κάποιες φορές σπάει, κάποιες φορές μένει ίδια.
Όταν ισιώνει μια βέργα, ξέρουνε οι άνθρωποι που το έχουν κάνει πολλές φορές, πως θα στραβώσει ξανά πιο εύκολα. Δεν λύνουν κάτι. Κλέβουν χρόνο. Η θάλασσα τον παίρνει όλο μέσα της τον άνθρωπο στο τέλος, ίσιο ή στραβωμένο.
Αφιερωμένο στην Ελένη