Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Τα φαντάσματα βγαίνουν το βράδυ και μου δείχνουν το δρόμο

https://www.youtube.com/watch?v=vRamrOrKFjA&list=RDvRamrOrKFjA&start_radio=1


Το φεγγάρι ανέτειλε μέσα από τα βάθη της θάλασσας, αχνό και βαθύ κόκκινο στη αρχή και πήρε να λαμπραίνει όσο ανέβαινε πάνω από τον χαμένο ορίζοντα. Ο ήλιος είχε χαθεί προ πολλού πίσω μου προς τα δυτικά και μόνο ένα βαθύ μπλε αντί για το μαύρο της απόλυτης νύχτας μαρτυρούσε το μονοπάτι που πήρε όταν χάθηκε. 

Εγώ στεκόμουν στην κορυφή μιας πλαγιάς αποσβολωμένος από το μπλέξιμο στο οποίο βρέθηκα για άλλη μια φορά. Μια όμορφη και απαιτητική πεζοπορία κατέληξε ζήτημα ζωής και θανάτου.

Πάλι.

Νύχτωνε γρήγορα τώρα, κάθε λεπτό και λιγότερο φως, κάθε δευτερόλεπτο πιο αχνά τα σημάδια οτι ένα πάτημα ήταν ασφαλές, ότι ένας θάμνος δεν είχε αγκάθια και μπορούσα να πατήσω δίπλα του. Η πλαγιά κατηφόριζε πολύ απότομα μπροστά μου χωρίς να την αφορά αν είχα αρκετό φως να την κατέβω και η κοιλάδα στην οποία κατέληγε άρχιζε να σκουραίνει τόσο που πλέον δεν έβλεπα πόσο ακόμα είχα να κατέβω. 

Κι όμως, ακόμη αρνιόμουν να κινηθώ.

Το φεγγάρι ανέβαινε, όλο και ανέβαινε λες και είχε περιέργεια να δει αν θα τη βγάλω καθαρή. Στεκόμουν σε ένα κομμάτι γης με μεγάλη κλίση και οι αστράγαλοι και οι γάμπες μου τσίριζαν σιωπηλά από τη στάση που κρατούσα για να διατηρήσω την ισορροπία μου.

Και ακόμα, δεν τολμούσα να κινηθώ.

Μπροστά μου και πολύ κάτω, η νύχτα κατάπιε την κοιλάδα. Ήμουν σε μια πλαγιά στη μέση της νύχτας. Μακριά δεξιά και πολύ πολύ χαμηλά, το νερό καθρέφτιζε το λαμπερό πλέον φεγγάρι και η σιωπή ήταν... απόλυτη.

Ο άνεμος πέθανε, το φεγγάρι κοιτούσε και η πλαγιά είχε στήσει αυτί. 

Ακόμα. Στεκόμουν ακίνητος ακόμα.

Το βάραθρο μπροστά μου, που απλά το μάντευα πως είναι μέσα από τα ακαθόριστα σχήματα που έδινε το φως του φεγγαριού και όποια ανάμνηση είχα όταν ανέβαινα, ένιωθα πως θα με καταπιεί. Γύρω μου πίσω μου οι κορυφές και μπροστά μακριά το νερό, και όλα είχαν μείνει ακίνητα μαζί μου. Μέχρι και το φεγγάρι στάθηκε για λίγο 45 μοίρες προς τα δεξιά και 20 μοίρες ψηλά μου και με κοίταξε.

Και τότε μια φωνή δίπλα στο αυτί μου: "Κατέβα, θα προσέχουμε κι εμείς μαζί σου"

Από το σοκ πήγα να γλιστρήσω και να φύγω κουτρουβαλώντας όλη την πλαγιά, κάτι που θα σήμαινε στην καλύτερη τραύματα σε όλο μου το σώμα από τα βράχια και τ' αγκάθια και στη χειρότερη θάνατος. Όμως, αφού σταθεροποιήθηκα με δυσκολία και κοίταξα δίπλα, δεν υπήρχε τίποτα να δω.

Ή μήπως υπήρχε;

Ο άνεμος πήρε να σηκώνεται ξανά, και το φεγγάρι πλησίασε λίγο ακόμα. Οι θάμνοι και τ' αγκάθια μουρμούριζαν τώρα. Το νερό συνέχιζε να στραφταλίζει χιλιόμετρα πιο κάτω. 

"Αν δεν κατηφορίσεις τώρα, δε θα επιστρέψεις ποτέ"

Καταλαβαίνω τώρα, ότι θα έπρεπε να έχω τρομοκρατηθεί. Η φωνή ακουγόταν μέσα στον άνεμο και μπλεκόταν με τους θάμνους, απαντούσε στα βράχια και ψιθύριζε με το νερό, χιλιόμετρα πιο κάτω.

Μα ήταν ευγενική και ζεστή. Αθέλητα κοίταξα τα μακριά φώτα στην Έριστο, πολύ πολύ μακριά μου. Ήταν τόσο μικρά και μακρινά που τα μάτια μου άρχισαν να τσούζουν.

"Μόνο αν ξεκινήσεις θα φτάσεις. Θα σε συντροφέψουμε όσο μπορούμε"

Ήταν θλιμμένη η φωνή; Ή μήπως ήταν πολλές; Το ηθικό μου ήταν ήδη πεσμένο από την 4ωρη πεζοπορία στα κατσάβραχα και τα πόδια μου γυάλινα από τη στάση στο κεκλιμένο επίπεδο. Μόνο αυτά μπορώ να σκεφτώ για να δικαιολογήσω την απάντησή μου.

"Δε μπορώ να κουνηθώ", είπα και η πλαγιά μαζεύτηκε να με ακούσει, ήταν λες και ρούφηξε τα λόγια μου. Δεν υπήρχε αντίλαλος, κανένα ριβέρμπ, η φωνή μου ξερή, χτύπησε πάνω στα βράχια, τους θάμνους, το φεγγάρι και το νερό που στραφτάλιζε χιλιόμετρα κάτω και πέθανε. Η ίσως απορροφήθηκε.

"Γιατί;", ψιθύρισαν δίπλα στο αυτί μου πάλι. Τώρα ίσως και να γελούσαν.

"Γιατί δε βλέπω!" αναφώνησα λες και δεν ήταν προφανές. "Και γιατί πονάω, έχω κουραστεί", συμπλήρωσα. Με ποιον μιλούσα; Αλήθεια; Με τι μιλούσα;

Τώρα σίγουρα γελούσαν, όμως όχι κοροϊδευτικά: "Για την κούραση και τον πόνο θα πρέπει να αναλάβεις εσύ. Όμως για το φως, ίσως κάτι μπορεί να γίνει". Η απάντησή τους ήταν χρωματισμένη με γέλια και σκανταλιές και η καρδιά μου ζεστάθηκε, ίσα λίγο.

Το φεγγάρι πλησίασε κι απόμεινα να το κοιτάω σα χαζός. Λάμπρυνε κι άλλο και φώτισε την πλαγιά κάνοντας τα λευκά βράχια να φωσφορίσουν. Η πλαγιά απλώθηκε από κάτω μου σε όλο της το μεγαλείο και σύσπασα τους μύες μου για να βγω από την παγωμάρα. Δε θα πω οτι έβλεπα αλλά μπορούσα να διακρίνω σχήματα, μπορούσα να δω που είχε πέτρα, που είχε χώμα και που βλάστηση. Όλα ήταν αποχρώσεις του μαύρου, του γκρι και του παγωμένου κίτρινο-λευκού του φεγγαριού. Σήκωσα το ένα πόδι και το κατέβασα σε μια φαινομενικά σταθερή πέτρα μισό μέτρο χαμηλότερα. Στέριωσα το πάτημα, τέντωσα τα χέρια για ισορροπία και σήκωσα το πίσω πόδι να το κατεβάσω ακόμη χαμηλότερα. Καμιά τρακοσαριά μέτρα χαμηλότερα το έδαφος σκούραινε και ήξερα οτι η πλαγιά γινόταν ισάδα. Εκεί θα μπορούσα να περπατήσω πιο κανονικά. Στο αμέσως επόμενο βήμα πάτησα σε σαθρό έδαφος και γλίστρησα. Έσκασα με τον κώλο και την πλάτη, σύρθηκα και απλώνοντας το χέρι να βρω στήριγμα έπιασα έναν θάμνο με σκληρά αγκάθια και η καρδιά μου έχασε 3-4 χτύπους. Ρουφώντας αέρα μέσα από τα δόντια μου στερεώθηκα και πήρα μερικές βαθιές ανάσες.

"Ποτέ δεν είπαμε οτι θα είναι εύκολο να φύγεις" γέλασαν οι φωνές δίπλα μου. Γύρισα να δω όμως ήμουν ακόμη μόνος στην πλαγιά και το χέρι μου αιμορραγούσε από τα αγκάθια. Σηκώθηκα ξανά και συνέχισα την κατάβαση.

"Όχι, αλλά δεν ήθελα να είναι εύκολο έτσι κι αλλιώς", είπα στο κενό. Κατέβηκα ακόμα ένα βήμα και έπιασα ρυθμό. Οι φωνές δεν απάντησαν.

Σαράντα λεπτά αργότερα, με γρατζουνιές και αίματα στα πόδια και τα χέρια έφτασα στην ισάδα. Γυρνώντας πίσω, είδα μορφές ξαπλωμένες στα βράχια της πλαγιάς να με κοιτούν. Δε μπορούσα να δω πρόσωπα, δεν ξέρω αν είχαν, αλλά φαινόντουσαν καλόβολες, σα να χαμογελούσαν.

"Να μας ξανάρθεις", ο άνεμος έφερε τον ψίθυρό τους. "Ίσως την επόμενη φορά να μη σε αφήσουμε να φύγεις" είπαν χαχανίζοντας.

Ήταν η σειρά μου να γελάσω. Χαμογελώντας ακόμη γύρισα την πλάτη μου στα φεγγαρίσια φαντάσματα της πλαγιάς και κίνησα για την Έριστο και την παρέα μου.

Τις πικρές ώρες που βαραίνει η πραγματική ζωή σαν απολυτότητα και δεν βρίσκω καμία διέξοδο, σκέφτομαι αυτή τη φράση: "ίσως την επόμενη φορά να μη σε αφήσουμε να φύγεις".

Ίσως την επόμενη φορά να μη θελήσω να φύγω. Ίσως την επόμενη φορά να μη μπορέσω να φύγω. Ίσως η επόμενη φορά που θα γλιστρήσω να είναι η τελευταία. Αλίμονο, τουλάχιστον θα είμαι με παρέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου