https://www.youtube.com/watch?v=Q5uT3gTZIrU
Ας μιλήσω για χτες.
Σκύβω, βάζω κούφια την παλάμη στα χείλη, ακουμπώ το χέρι στην επιφάνεια της γης και ομιλώ. Εκπέμπω με λόγια μια ζέστη που μοιάζει με επίκεντρο σεισμού μεγατόνων, εκπέμπω μια ζέση που χώνεται στο χώμα, βαθειά, φτάνει στο κέντρο της γης και μετά γεμίζει όλη τη γη, αναβλύζει από τα σπήλαια, τα ηφαίστεια και τις θάλασσες, βγαίνει και ζεσταίνει όλους τους ανθρώπους, τα ζώα, τα υψηλά δέντρα και τους θάμνους, τα μανιτάρια μεγαλώνουν από αυτή, τα πέλματα των ξυπόλητων κατατρεγμένων παίρνουν φτερά, οι ξαπλωμένοι στα γρασίδια ανακουφίζονται, οι άστεγοι κοιμούνται ήσυχοι, ο ουρανός ανοίγει και ο άνεμος σωπαίνει.
Ομιλώ για τη σπασμένη μου καρδιά με σπασμένη καρδιά και τα απαλά τριξίματα γίνονται τραντάγματα, βίαια, η φωνή διαρρηγνύεται αλλά συνεχίζει, σκυμμένος στο χώμα αφηγούμαι πράγματα που έχουν συμβεί και πράγματα που θα συμβούν, με τη σιγουριά μάντη και την ευφράδεια ονειροπόλου, παίρνω με μια κλωστή ήλιους και αστέρια από το παρελθόν και κεντάω λόγια μέλλοντος και θαυμάτων, οι ρωγμές της καρδιάς ανοίγουν με κάθε λέξη που εκφέρεται, όμως ομιλώ σαν μάγος που ξορκίζει το κακό που μεγαλώνει και σαν αντίστροφη θερμοπηγή απελευθερώνω καυτή ενέργεια στον κόσμο.
Κλιμακωτά οι λέξεις γίνονται φωνές, κι έπειτα κραυγές, τα ταξίδια που αφηγούμαι προβάλλονται στα κλειστά μου βλέφαρα σαν σινεμά και ξεχνάω για ποιον μιλάω και τι ήθελα να πω, αφηγούμαι ιστορίες που με ράγισαν και ιστορίες που θα με τσακίσουν, εξυμνώ - όχι, τραγουδώ την επικείμενη καταστροφή μου με τέχνη που δεν ήξερα ότι έχω, και οι συχνότητες διαδέχονται η μια την άλλη ως κύματα στην πιο απόμερη ακτή, σπάει η κάθε παράγραφος στην παραλία του νοήματος και με παρασέρνει πιο βαθειά στο μυστήριο που τελώ, ξεχνάω να ανασάνω όσο εκπέμπω τα έπη που ήρθαν και θα φύγουν και πιάνεται η ανάσα μου, το ένα μου χέρι είναι αγωγός ενέργειας, το άλλο μου σφίγγει το στήθος με μια ένταση άμυνας κι επίθεσης, είμαι ολόκληρος πια μια μάζα με αξιοζήλευτη πυκνότητα και σκληρότητα, μαζεμένος και σφιγμένος, σαν γυαλί που είναι έτοιμο να θρυμματιστεί.
Η μυσταγωγία πλησιάζει προς το τέλος και ως προθανάτια εμπειρία περνά όλη μου η ζωή απ' το μυαλό μου, ψάχνω απεγνωσμένα να σκεφτώ αν ξέχασα να αναφέρω όλα όσα αγάπησα μην και επιστρέψουν να με στοιχειώσουν, βάζω όλη μου τη δύναμη να απελευθερώσω και την τελευταία ρανίδα ευτυχίας που επέζησα στον κόσμο, σαν ιερέας που κοινωνεί το ποιμνίο του μοιράζω το σώμα και το αίμα των αναμνήσεών μου για να επιστρέψω στον κόσμο όσα πήρα, πρέπει να μη χρωστάω τίποτα για να καταφέρω να χρεωθώ ξανά, ίσως η επόμενη ευτυχισμένη μου στιγμή να είναι και το τελευταίο δάνειο που θα πάρω, έτσι αντιγυρίζω τη χαρά πίσω στο χώμα απ' όπου ήρθε, στάχτες θυμήσεων στις στάχτες των πυρκαγιών που με ζέσταναν, στα μάτια μου τώρα χορεύουν οι σπίθες φωτιάς που ο άνεμος και η φυσική τις ανεβάζουν προς τα πάνω, κόντρα στη βαρύτητα του κόσμου που μας τραβάει προς τα κάτω συνεχώς, οι αναμνήσεις μου τελειώνουν, επιστρέφω στο τώρα, προσπερνώ αυτή τη στιγμή που ισορροπεί στο πριν και το μετά και με ένα άλμα επικοντιστή μιλάω ανάποδα για το μπροστά.
Κι αφού ξεχρέωσα και ονειρεύτηκα, η παλάμη κλείνει, σφιγμένη γροθιά που υπόσχεται και τιμά, ο κόσμος ψυχραίνεται ξανά και ανασηκώνομαι, οι κλειδώσεις μου πιασμένες από το προσκύνημα, τα χρόνια που μου απομένουν λιγοστά και θυμωμένα, κάπου μια κόρνα αντηχεί, μια εξάτμιση σκίζει το ηχοτοπίο σαν βαλλιστικός πύραυλος γεμάτος θάνατο για αθώους, ανοίγω τα μάτια και είναι Κυριακή πρωί όπως λέει κι ένα παλιό τραγούδι, ξεκινάω τη χιλιοπαιγμένη κίνηση, βάζοντας το ένα πόδι πίσω από το άλλο, και προχωρώ τη ζωή μου, άδειος μα όχι χωρίς χώρο για αγάπη μέσα μου, δεν ξέρω αν έδωσα υπόσχεση για κάτι ή απλά αν ονειρεύτηκα όπως πάντα, αφήνομαι στο έξαλλο, ορμητικό ποτάμι της πόλης και σύντομα οι σκέψεις μου γίνονται μικρές και πρακτικές.
Αυτό συνέβη χτες.