Από τα 11 μου (θεωρητικά 11) είμαι πάνω σε αυτό το τρένο. 20 χρόνια πλέον. Νομίζω ανέβηκα επειδή χώρισαν οι γονείς μου. Έτσι θα πουν σίγουρα μερικοί και μερικές. Αλλά όχι, δεν το πιστεύω. Πιστεύω ότι θα ανέβαινα έτσι κι αλλιώς στο τρένο, αν όχι τη χρονιά που χώρισαν οι γονείς μου και πήγαινα στο νέο σπίτι του πατέρα μου με τα πόδια, τότε κάπου εκεί κοντά. Τι ήρθε πρώτο; Η έκρηξη, το ξεχείλισμα της νεότητας; Ή το τρένο; Ποτέ δε θα μάθω νομίζω.
Το τρένο κινούταν ήδη, κι εγώ πήδηξα πάνω του, αυτό συνέβη. Εγώ δεν ξεκίνησα κανένα τρένο, ιδέα δεν έχω από τρένα, ή από γραμμές και σταθμούς. Τότε τουλάχιστον δεν είχα την παραμικρή. Βέβαια είχα ανέβει σε ένα άλλο τρένο λίγο νωρίτερα (8; 7 χρονών;) για να πάω στο χωριό μου. Αργότερα έμαθα ότι ήμουν σε ένα από τα τελευταία δρομολόγια τρένου προς την Πελοπόννησο και τον Πύργο. Εκείνο το τρένο πήγαινε απελπιστικά (και υπνωτιστικά) αργά. Θυμάμαι να έχω πάει στο βαγόνι των εμπορευμάτων, το οποίο ήταν πολύ παλιό και στη μέση είχε ένα άνοιγμα που δεν έκλεινε ποτέ, σαν μπαλκονόπορτα, με μια μεταλλική βέργα στη μέση για κάγκελο. Θυμάμαι είχα καθίσει με τα πόδια έξω από το τρένο ενώ κινούταν και τα φυτά κάποιες φορές χάιδευαν τα ισχνά ποδαράκια μου. Τόσο αργά πήγαινε που κανείς δε μου είπε καν να σηκωθώ, απλά με άφηναν να κάθομαι εκεί. Επίσης θυμάμαι ότι το τρένο, μετά κι από μια δίωρη βλάβη, έφτασε στον Πύργο. Είχαμε κάνει 11 ώρες για 300 χιλιόμετρα. Πήγαινε πολύ αργά εκείνο το τρένο.
Το τρένο που ανέβηκα στα 11 ήταν (και είναι) πολύ πιο γρήγορο. Κάποιες φορές πάει τόσο γρήγορα που δεν αντέχω να κοιτάω απ' έξω. Ανέβηκα και αμέσως παρασύρθηκα μαζί του. Γρήγορα ξεκίνησα να περπατάω μεγάλες αποστάσεις. Αποστάσεις που δεν ικανοποίησαν ποτέ τη δίψα μου. Μια μέρα περπάτησα όσο είχε ήλιο. Από το πρωί ως το βράδυ, κυριολεκτικά. Δεν κάλυψα και καμιά τεράστια απόσταση αλλά φορούσα και λάθος παπούτσια. Όταν σταμάτησα, τα νύχια στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών μου είχαν μαυρίσει, λες και τα είχε πατήσει κάποιο έπιπλο που κουβαλούσα. Κι όμως, είχαν μαυρίζει από την καταπόνηση της πορείας. Τρομερό;
Περπατούσα και στο χωριό πολύ. 3, 4, κάποιες φορές 5 φορές τη βδομάδα, έκανα 20 χιλιόμετρα, 10 να πάω και 10 να γυρίσω. Τότε έμαθα το κλασικό ρητό: να πας δεν είναι τίποτα μπροστά στο να γυρίσεις πίσω. Μετά από τις πορείες 20 χιλιομέτρων, έπαιζα βόλευ στην άμμο ή κολυμπούσα μέχρι να δύσει ο ήλιος και να μη βλέπουμε άλλο. Κούραση δεν ένιωσα ποτέ. Ίσα ίσα, ένιωθα να μη μου φτάνει, κάθε μέρα ήθελα παραπάνω.
Αλίμονο, στο τρένο σπάνια επιβιβάζονται άλλα παιδιά. Μεγαλώνοντας, πάνω στο τρένο, κατά καιρούς ανέβαιναν φίλοι και φίλες. Κουράζονταν γρήγορα όμως, ή αποθαρρύνονταν, και το τρένο συνέχιζε αμείλικτο και μοναχικό.
Λίγο καιρό μετά, νομίζω λίγο πριν τελειώσω το σχολείο, πήρα και ποδήλατο. Πλέον η δράση άλλαξε ρυθμό, μα όχι και ουσία. Χιλιόμετρα, ώρες, ταχύτητα και κίνδυνος, όλα γινόντουσαν ένα. Και ας έλεγα σε όποιον είχε διάθεση να ακούσει: δεν μου αρέσει τόσο όσο νομίζετε. Και όντως. Το αγαπημένο μου ήταν να περπατάω και να τρέχω. Όμως, δυστυχώς, οι δυνατότητές μου και οι φοβίες μου με περιόριζαν σημαντικά. Έπρεπε να εξελιχθώ. Και εξελίχθηκα. Έτσι έμαθα την Αθήνα, έτσι την είδα όλες τις ώρες, κάθε στιγμή, στα πιο απίθανα μέρη, τις πιο απίθανες ώρες. Έμαθα τι σημαίνει 4 το πρωί καθημερινής να κατεβαίνεις την Πανεπιστημίου σφαίρα, μεθυσμένος κάποιες φορές, τρελαμένος πάντοτε. Το ποδήλατο μου έμαθε τα πάντα, από οδηγική συμπεριφορά μέχρι άρτια γεωγραφία της πόλης. Με κούρασε όμως. Μου ταλαιπώρησε (δε θα πω τσάκισε) τα γόνατα, τη μέση, τις βαριές περιόδους ακόμα και τους καρπούς. Έμαθα να κάνω με τους πιο απίθανους τρόπους, να κάνω ακόμα και αν έχω εξαντληθεί, να μπορώ να επιστρέφω ή να πηγαίνω εκεί που θέλω στις πιο αντίξοες συνθήκες. Λίγο έλειψε ένα μεσημέρι να με σκοτώσει κιόλας. Όμως η κουτουλιά που έδωσα με όλη μου τη δύναμη στην άσφαλτο της πλατείας Καραϊσκάκη δεν ήταν αρκετή να με τελειώσει.
Έμεινα εκτός για λίγο καιρό μετά από αυτό. Μέχρι που ξανανέβηκα στο ποδήλατο. Και επιτάχυνε ξανά το τρένο.
Όμως πλέον είχα κουραστεί. Το σώμα μου είχε σφυρηλατηθεί, δεν είχε λαξευτεί. Κάθε νέο κατόρθωμα ήταν άθλος, όχι διασκέδαση. Κάθε νέα διαδρομή ήταν κόκκοι κλεψύδρας πια, κάθε άλμα, κάθε βήμα, κάθε βραδινή επιστροφή.
Το τρένο επιβράδυνε πολύ, κάποια στιγμή φοβήθηκα ότι θα σταματήσει και θα έπρεπε να κατέβω. Τρομοκρατημένος αναρωτήθηκα τι θα κάνω αν με παρατήσει στη μέση του πουθενά.
Αλλά όπως φάνηκε, ή φαίνεται, η ώρα να κατέβω από το τρένο δεν έφτασε ακόμα. Πέρσι, σε μια κρίση επιτάχυνσης, ανέβηκα στο ποδήλατο και πήγα στο χωριό μου. Μου πήρε 2,5 μέρες. Ξεκίνησα και έτρεμα, μιλούσα μόνος μου, φοβόμουν σε όλη τη διαδρομή. Πόνεσα πολύ, αλλά όχι τελειωτικά. Πονούσα αλλά το τρένο αγκομαχώντας ανέβηκε την ανηφόρα και από το άνοιγμα στο βαγόνι αποσκευών, θαύμασα τη θέα. Μόνος ακόμα. Μα η θέα ήταν υπέροχη.
Πολλές φορές προσπερνώ ανθρώπους στο διάβα μου με το τρένο. Τους φωνάζω να ανέβουν, υπόσχομαι πως θα πάμε αργά, περιγράφω τις πιο όμορφες στιγμές που μου χάρισε το τρένο. Σπάνια ανεβαίνει κάποιο. Ακόμα πιο σπάνια πηγαίνουμε μαζί. Και κανένα δε μένει μαζί μου στο βαγόνι.
Το τρένο, όπου ανέβηκα σαν ήμουν 11 χρονών, ακόμα πάει. Ακόμα η διαδρομή χαρίζει θέα, ομορφιά και εμπειρία. Οι κόκκοι άμμου λιγοστεύουν μα δεν είναι τόσοι που να μπορώ να τους μετρήσω ακόμα. Κι αυτό μου λέει κάτι.
Ελπίζω; Ελπίζω. Όσο το τρένο τραβάει μπροστά, πάντα θα ελπίζω. Πως κάποιο θα ανέβει μαζί μου, ίσα για να μην πάνε στράφι οι τόσες ομορφιές, δεν είναι μόνο για τα δικά μου μάτια.
20 χρόνια ομορφιές, 20 χρόνια μόνος.
| | Αρτέμιδα
| | Θήβα
| | Λήμνος
| | Κιάτο/Πάτρα/Πύργος
| | Άγιος Παύλος
| | Ίος
| | Χαϊδάρι
| | Ανάφη
| | Κατάκολο
| | Τρεις Γέφυρες
| | Χαλκίδα/Λευκαντί
| | Κατερίνη
| | ...
[]
[]
[]
[]
[]
()
| |
| |
| |
| |
| |