Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

Όταν δεν ήμουν τίποτα για λίγο

https://www.youtube.com/watch?v=RRkiRL1cFb8

ή

https://www.youtube.com/watch?v=1gJt9rpf-Lk

διάλεξε ένα και ξεκίνα


Υπάρχουν στιγμές που νιώθω εξυψωμένος. Πάνω από τα πλέγματα ανούσιων εννοιών, τα οποία με ταλανίζουν και διέπουν τη ζωή μου στη συντριπτική πλειονότητα του χρόνου που σπαταλώ εδώ. 

Τέτοιες στιγμές μετρώ πολλές

οι περισσότερες μικρές, 

σφηνωμένες με το ζόρι θα έλεγε κάποιος ψυχολόγος

στις καθημερινότητές μου, ανούσιες κι αυτές μα διατηρώντας μια τόση δα μαγεία

όμως δεν ξεκίνησα να ομιλώ για αυτές

αυτές είναι μικρές και η γραφή και η ανάγνωση αργές

δεν θα μπορούσα να περιγράψω κάτι τόσο αστραπιαίο με τόσο αργό ρυθμό

θα ήτο αδύνατο.


Παίζω με τις λέξεις... χμ, αποφάσισα να διασκεδάσω το κείμενο, ή πιο σωστά να διασκεδάσω με το κείμενο, αφού ελάχιστα πια παίζουμε με το οτιδήποτε. Επίσης, έχω χρόνο σήμερα, όχι άπλετο, ποτέ δεν έχω άπλετο χρόνο, αλλά έχω. Σαν να περνάς λεωφόρο με πολλές λωρίδες. Κοιτάς τα αμάξια σαν παγίδες θανάτου, αν σε χτυπήσουν ξέρεις οτι πέθανες, κι όμως, λέω μέσα μου, λωρίδα τη λωρίδα θα περάσω, έχω  χ ρ ό ν ο. Κι ας είναι λίγος. Αλλά άλλο έλεγα.


Αν είσαι τυχερός ή τυχερή ή και τα δύο

κάποιες φορές η σύντομη μαγεία προεκτείνεται στο χρόνο

και τότε λέω εγώ

που είμαι τυχερός από τη μήτρα της μαμάς μου

πως εξυψώνομαι

και βλέπω από ψηλά τον εαυτό μου

τα ζώα τα φυτά

μα πιο πολύ ακόμα τα πράγματα που μιλώντας αυστηρά επιστημονικά

θα λέγαμε νεκρά

από το ύψος να αστράφτουν

και ταυτοχρόνως

με δυο ζευγάρια μάτια

ένα στην κούτρα μου κι ένα στον ουρανό

μένω ακίνητο στο χρόνο και θαυμάζω τη μαγεία


Αλλά ξέρω... είναι ακατανόητα, αν όχι ανόητα, αυτά που περιγράφω. Για αυτό θέλησα να γίνω πιο συγκεκριμένος. Ας προσπαθήσω.


Μια τέτοια στάση χρόνου έκανα και φέτος

τόπος: Άνδρος, 

τόπος γήινος και μαύρος

ήταν νύχτα βλέπετε σαν πιάσαμε λιμάνι

κάνω και αστεία για να φύγει αυτό το ύφος το πομπώδες

δεν έχω να καυχηθώ για τίποτα

μονάχα για το πως επέζησα

ναι, ναι, θα εξηγήσω.


Το απόγευμα προτού νυχτώσει και αγγίξουμε την Άνδρο

οι φίλοι και οι φίλες προειδοποίησαν:

"Αγόρι, παράτα το παιχνίδι με τις ρόδες σου 

και μπες στο μεγαλύτερο παιχνίδι μας για ασφάλεια,

ο δρόμος που απλώνεται ως το σπίτι είναι μαύρος

πάνωθέ σου αστέρια, πλάι θάλασσα

και πίσω και μπροστά παιχνίδια δίχως διάθεση να παίξουν.

Είναι η απόσταση γερή και τα ποδάρια σου σπασμένα,

κάνε μας χάρη, παράτα το ποδήλατο και έλα μυαλωμένα."


Δεν είχαν άδικο. Όσο το πλοίο αργά αργά, κυλούσε προς το Γαύριο,

είδα μια και καλή απ' το νοτιά, το δρόμο τον μακάβριο.

Τρεμούλιασαν τα πόδια μου και στην αρχή το δέχτηκα,

χιλιόμετρα τριάντα κι άλλα τρία στο σκοτάδι

με το μυαλό τρεμουλιαστό και τις αρθρώσεις ξεφτισμένες

από του προηγούμενου νησιού την πάλη.

"Δεν θα πάω, ηττήθηκα." αναφώνησα.

"Το δρόμο που παρατηρώ, απόψε τον φοβήθηκα,

θα έρθω παρεούλα, να αποφύγω το σκοτάδι και την κούραση.

Ίσως ήρθε η ώρα μου να βρω λίγη ξεκούραση."

Και έληξε το ζήτημα εκεί.


Μα κατεβαίνοντας το βράδυ στο λιμάνι,

λίγο πριν με καλέσουν να παγιδευτώ και πάλι,

είδα τον δρόμο να απλώνεται μπροστά, να με καλεί,

και πριν προλάβουν να με νουθετήσουνε, ξεκίνησα πετάλι.


Ο δρόμος πια στριφογυρνάει και απ' το μυαλό μου έχουν φύγει όλα τ' άλλα.

Ανεβαίνω ανηφόρες που το τέρμα τους το κρύβει το σκοτάδι,

αμάξια πλούσιων με προσπερνούν, ακούω να με βρίζουν.

Δεν έχω φως, δεν έχω γνώση, "θα φτάσω όταν φτάσω" σκέφτομαι και πάω όλο μπροστά.

Τα φώτα των χωριών δίνουνε φως που μου αρκεί,

όλο πετάλι αρκεί να βλέπω τη διαχωριστική γραμμή,

μα ξέρω ήδη απ' την αρχή,

πως το μεγάλο το σκοτάδι θέλω ακόμα να το φτάσω.


Μικρά χωριά, μεγάλα σπίτια,

αμάξια ακριβά και κόσμος ξένος, δεν έχω ιδέα που πηγαίνω,

κι αυτό το άγνωστο αρχίζει να με πνίγει.

Μήπως προσπέρασα το στρίψιμο για Άνδρο; 

Δεν ξέρω τι συμβαίνει στο νησί, μια μερσεντές με πέταξε απ' το δρόμο,

κινδυνεύω;

Απλά πρέπει να συνεχίσω να πηγαίνω.


Αγάλι αγάλι γίνεται το ελαφρύ το φως σκοτάδι.

Κι έτσι κι εγώ με τα πολλά, περνάω τα χωριά, 

μπαίνω στην ερημιά.

Τα αμάξια που μου έδειχναν το δρόμο έχουν λείψει,

τα αστέρια με φωτίζουν, το φεγγάρι έχει φύγει,

Δεξιά η θάλασσα εφορμά αιώνια στα βράχια,

ορκίζομαι πως άμα φτάσω θα κάνω το σταυρό μου.


Δεν φαίνεται μπροστά ούτε ο δρόμος ούτε τίποτα.

Ελάχιστα ίχνη από φως, στα προσαρμοσμένα μου μάτια η άσφαλτος μοιάζει τρύπα που με καταπίνει.

Φυσάει, σαλεύουν ζώα δεξιά κι αριστερά, έχω να δω κάτι ζωντανό πάνω από ώρα.

Περνάω σπίτια και οι άνθρωποι που πίνουν τον καφέ τους στο μπαλκόνι 

εκπλήσσονται από τον ήχο του ποδηλάτου.

Δεν βλέπουν τίποτα και σιγουρεύομαι πως είμαι φάντασμα πλέον.

Η άσφαλτος με κατάπιε, η θάλασσα γελάει πολεμώντας να διαλύσει το νησί, 

τα αστέρια παρακολουθούν αμίλητα όπως πάντα.


Και αρχίζω να εξυψώνομαι.


Νιώθω τα μάτια μου να τεντώνονται, να προσπαθούν να τρυπήσουν το μαύρο

ο θόλος από πάνω μου μ' ακολουθάει σαν χέρι που χαιδεύει για παρηγοριά

η θάλασσα τραγουδάει καθώς πολεμάει, ίσως μια στροφή να είναι και για μένα,

τεντώνω τα βλέφαρα και ξαφνικά είμαι από πάνω μου,

και αιωρούμαι μισομαντεύοντας το δρόμο,

ακούω παρά βλέπω το ποδήλατο να συνεχίζει σαν σε αυτόματο πιλότο, πάντα μπροστά

"κουράστηκα" ακούω μια σκέψη μου 

μα δεν υπάρχει χώρος να σταματήσω να ξεκουραστώ

είμαι στο κενό

το μόνο που μένει είναι να προχωρήσω μπροστά

μέχρι να με προσπεράσει κάποιο αμάξι

τυφλώνοντας με τη μεγάλη σκάλα

ή να με προσγειώσει στον κόσμο της ασφάλειας μια απόμερη λάμπα στην άκρη του δρόμου.


Για λίγο, σε εκείνον τον επαρχιακό δρόμο, δεν ήμουν τίποτε απολύτως.