https://www.youtube.com/watch?v=v15-0atv0us&ab_channel=Bohren%26derClubofGore-Topic
Βαρύ κόστος… Το βαρύ κόστος του να υπάρχεις. Μου έρχεται και μου ξανάρχεται στο μυαλό, σαν πινακίδα νέον που αναβοσβήνει. Αυτή η φράση, αυτό το βαρύ κόστος που κάποιος, κάπου μου το ζητάει συχνά πυκνά να το πληρώσω…
Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει ακριβώς. Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει ακριβώς. Κάτω από την πινακίδα αυτή που αναβοσβήνει, μια ανάμνηση παίρνει μορφή τώρα, σχηματίζεται μέσα από την ομίχλη. Μέσα στην ομίχλη είναι ένα… κάτι. Έτσι καταλήγω, να περιγράφω άμορφα πράγματα συνήθως, ατελή και άναρχα, όλα με ένα α στερητικό.
Το πράγμα αυτό λοιπόν, τι μπορούμε να πούμε για αυτό; Μια πληροφορία σχετική είναι οτι το πράγμα είναι μεθυσμένο. Το εξωτερικό του περίβλημα είναι ίδιο με πριν, όμως μέσα του βράζει. Το οινόπνευμα λειτουργεί σαν καύσιμο και το εσωτερικό του έχει πάρει φωτιά. Είναι κι άλλα πράγματα εκεί, κάνουν πάρτυ δίπλα του.
Όχι, δεν είναι σχήμα λόγου, αυτή η ανάμνηση ξεκινά σε ένα πάρτυ.
Το πράγμα χορεύει για να καταναλώσει το καύσιμο, γιατί αν το καύσιμο δεν καεί, θα καεί το πράγμα. Κι έτσι χορεύει μανιασμένα, και η ώρα περνάει και το καύσιμο τελειώνει, και τα πόδια βαραίνουν, και η κοπέλα με τα όμορφα μάτια έφυγε… Και το πράγμα δεν έχει κίνητρο να συνεχίσει να κινείται. Η μουσική τώρα είναι δυνατή, πιο δυνατή από πριν. Ο κόσμος είναι ξένος και όλα είναι ασυγχρόνιστα ξαφνικά.
Από το κέντρο του στήθους του, απλώνεται μια μαύρη κηλίδα προς τα έξω, επηρεάζοντας ειδικά τη βάση του λαιμού του, τα γόνατα και το εσωτερικό του κεφαλιού του. Αυτή η κηλίδα δεν είναι μαύρη, μαύρη τη λέμε εμείς, είναι απλά πηχτή, και κάνει το πράγμα να χωλαίνει. Αφήνει όμως την κηλίδα να απλωθεί, σχεδόν το ευχαριστιέται όπως όταν μασάς ένα ωραίο κομμάτι κρέας χωρίς να καταπίνεις για ώρα, που όσο το αφήνεις τόσο συγκεντρώνονται τα υγρά από τη γευστική νεκρή του σάρκα στο στόμα σου και στο τέλος, με άκρατη απόλαυση ρουφάς το ζουμί μέσα από τα δόντια, συσπώντας τη στοματική κοιλότητα, ώστε να περάσει όλο πάνω από τη γλώσσα και να το καταπιείς.
Έτσι κι αυτό το δηλητήριο, το πράγμα το αφήνει να μαζέψει, να γίνει το μάξιμουμ πηχτό μαύρο, και μόλις φτάσει στο σημείου βρασμού, στο σημείο που αλλιώς θα ουρλιάξει, το αφήνει να τον καταλάβει ολόκληρο.
Και για το πράγμα, το πάρτυ τελείωσε.
Τώρα βγαίνει έξω, στο δρόμο, στα γνωστά από άλλες ιστορίες και αναμνήσεις, πορτοκαλί φώτα. Η ώρα είναι αργή, σχεδόν στάσιμη, και ο δρόμος είναι άδειος. Ψάχνει στις αποθήκες του μυαλού του να θυμηθεί που είναι, που πάει και προς τα που στρίβει. Δυστυχώς, είναι εντυπωμένη αυτή η πόλη στο μυαλό του, σαν βαθύ ναυτικό τατουάζ. Θέλει να χαθεί και δε θέλει να πάει σπίτι. Το πρώτο είναι αδύνατον, το δεύτερο αναπόφευκτο.
Δρόμο το δρόμο, βλέπει τις πιο περίεργες εικόνες. Αυτοκίνητα τον τραμπουκίζουν και τον τραβούν φωτογραφίες. Μια λακκούβα του δείχνει ένα πρόσωπο καλυμμένο από πίσσα. Αλήθεια, πότε έβρεξε; αναρωτιέται μεγαλόφωνα. Το πρόσωπο τον κοιτάζει φοβισμένο κι έτσι αναγκάζεται να χοροπηδήσει πάνω στο νερό για να το διώξει.
Οι δρόμοι σαν ποτάμια και παραπόταμοι χύνονται ο ένας στον άλλον, όπως έλεγε κι ο Τόλκιν, αλλά το πράγμα δεν προσμένει ξωτικά, σίγουρα έχουν φύγει με τα τελευταία πλοία μακριά από δω. Εδώ έχουν απομείνει μόνο πράγματα. Ένας άνθρωπος τον κοιτά παρακλητικά. Το πράγμα σκέφτεται, όχι χωρίς μια δόση ύβρης, οτι οι θέσεις τους είναι τόσο κοντινές. Σαν να κάθονται δίπλα δίπλα στην τετράδα του μετρό. Σίγουρα πηγαίνουν στο ίδιο μέρος πάντως.
Σίγουρα το πράγμα θα μπορούσε να είναι καθισμένο σε ένα πεζοδρόμιο και να ζητά ψιλά.
Δεν δίνει τίποτα στον άνθρωπο όμως. Είναι θανατηφόρα η αναισθησία του απόψε. Οι δρόμοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον χωρίς εκπλήξεις. Κι όμως, κάθε κάδρο του δημιουργεί την αίσθηση του θαύματος. Όπως λένε οι άνθρωποι “εμένα μ’ αρέσουν τα νησιά των κυκλάδων” ή “εμένα μ αρέσουν τα βουνά της Ηπείρου”. Του πράγματος του αρέσουν όλα, κάθε δρόμος είναι ένα θαύμα, κάθε φανοστάτης μια αφίσα σινεμά.
Η πλατυποδία του τώρα κάνει τους αστραγάλους του να τρέμουν. Η αυγή έχει ξεφτίσει τον ουρανό πάνω από τον Υμηττό. Το σπίτι του είναι ακόμα μία ωρίτσα μακριά. Το πράγμα, εξαντλημένο, σκύβει το κεφάλι και προχωράει στα τυφλά, μέσα στον λαβύρινθο. “Όσο περπατάς, τόσο φτάνεις. Όσο σταματάς, τόσο καθυστερείς”. Η απολυτότητα της απλής αυτής αμπελοφιλοσοφίας του θείου του τον κυνηγάει πάντα. Αυτή έκανε το πράγμα, αυτό που είναι σήμερα, αυτή η βία της αναγκαιότητας.
Την ομορφιά δεν ξέρει που την είδε, σε ποιο βρώμικο στενό, σε ποια σκοτεινή οδό. Κάπου μέσα στις βραδυνές πορείες, ανακάλυψε άθελά του ότι το βαρύ κόστος της ύπαρξης περνάει μέσα από πάρτυ, δηλητήρια και σιωπηλές γειτονιές.
45 λεπτά τώρα. Δεν κοιτάει ποτέ χάρτη πια. Ξέρει τον χρόνο και τον τόπο με ακρίβεια. Ακούγεται λίγο βαρετό.
30 λεπτά. Κάποιες φορές είναι.
15. Τι αδιάφορο βράδυ.
5. Τι βαρετά τα τελευταία μέτρα για το σπίτι.