Πάτρα και το τελευταίο μου βράδυ
Στην Πάτρα, είχα δυο γνωστές μου οι
οποίες μου πρότειναν σπίτι για να μείνω το βράδυ. Αρνήθηκα και τις δυο
προτάσεις, κάτι που τους φάνηκε αρκετά παράξενο, για αυτό και με διαβεβαίωσαν
ότι δεν θα ενοχλούσα καθόλου αν αποφάσιζα να μείνω εκεί το βράδυ. Η άρνησή μου
αυτή συμπύκνωνε ουσιαστικά το άγχος, την υπερένταση και την ασυμβίβαστη πορεία
προς τα εμπρός που είχα στο μυαλό μου. Και τα δύο σπίτια που είχαν προταθεί
βρίσκονταν στην Αγιά, λίγο πριν την Πάτρα δηλαδή. Όμως ήταν ακόμα νωρίς, είχε
λίγο φως, και εγώ ήθελα, έπρεπε, να περάσω την Πάτρα, έστω για ένα χιλιόμετρο.
Φυσικά μέσα στην πόλη δε θα καθόμουν το βράδυ, αυτό το είχα αποφασίσει. Όμως
σχεδίαζα ήδη την επόμενη ημέρα και δεν ήθελα να πρέπει να περάσω την πόλη το
πρωί, ήθελα να αφήσω για την αυριανή και χειρότερη ημέρα όσο λιγότερη διαδρομή
γινόταν.
Έτσι αρνήθηκα τον ήρεμο ύπνο, την
ασφάλεια και την αληθινή ξεκούραση και μπήκα στην πόλη γύρω στις 7.30. Δεν ξέρω
αν έκανα καλά, αν ήταν σωστή η επιλογή. Το αποτέλεσμα με δικαίωσε, αλλά δεν
ξέρω αν ήταν απαραίτητο να περάσω μια πολύ δύσκολη νύχτα για να τελειώσω το
ταξίδι μου.
Όπως και να ‘χει, μετά την απόφαση
μπήκα στην Πάτρα και δεν ξανακοίταξα πίσω μου. Αυτή την ψυχολογία άλλωστε την
είχα σε όλο το ταξίδι. Ούτε μια στιγμή δεν στάθηκα να σκεφτώ τι προσπέρασα, τα
μέρη που σταμάτησα, αυτά που είδα. Το μόνο που υπήρχε ήταν το μπροστά και οι
επόμενες φάσεις του ταξιδιού.
Το πρώτο πράγμα που έψαξα στην πόλη
ήταν ένα σουπερμάρκετ για νερό και άλλα μικροπράγματα. Εδώ στον πολιτισμό η
παρουσία μου δεν πέρασε και τόσο απαρατήρητη. Στο σούπερ με κοιτούσαν
πραγματικά πολύ καχύποπτα αλλά η ώρα των καλών μου τρόπων είχε παρέλθει
ανεπιστρεπτί. Όποιος με κοιτούσε στραβά τον κοιτούσα πίσω ακόμα χειρότερα και
σύντομα κατάλαβα ότι κανείς δεν ψηνόταν να κοντραριστεί με την εμφάνιση που
είχα. Έτσι, νιώθοντας ξένος αλλά ασφαλής, αγόρασα ένα μεγάλο μπουκάλι νερό,
έναν μεγάλο χυμό πορτοκάλι, φυσικό πάντα, μια σοκολάτα, και πήγα να βρω μια ωραία
πλατεία να καθίσω να ηρεμήσω.
Την Πάτρα πάντα νιώθω ότι την ξέρω
χωρίς όμως να την ξέρω στ’ αλήθεια. Οι επισκέψεις μου είναι μετρημένες στα
δάχτυλα του ενός χεριού, οι επισκέψεις πάνω από μερικές ώρες εννοώ. Ξέρω την
μεγάλη πλατεία που φτάνει ως το λιμάνι και τους γύρω πεζόδρομους και μετά από
αυτό σχεδόν τίποτα. Και με το ξέρω εννοώ τα έχω δει δυο τρεις φορές. Οπότε όπως
ήταν αναμενόμενο το ένστικτό μου με οδήγησε στο να καθίσω σε μια μεγάλη πλατεία
δίπλα στο λιμάνι και στον σταθμό του προαστιακού. Υπήρχε πολύς κόσμος έξω και
όσο έπινα τα υγρά μου κοιτούσα τους ανθρώπους, κυρίως νέους και νέες να κάνουν
βόλτα, και χαιρόμουν. Δεν είχα δει ανθρώπους πολλούς εδώ και μήνες, έτσι
ένιωθα.
Ήπια μέχρι να σκάσω, έφαγα και τη
σοκολάτα και ενώ ήμουν φουσκωμένος, ένιωθα ότι έπρεπε να φάω. Στα πενήντα μέτρα
ήταν ένα σουβλατζίδικο γνωστής αλυσίδας με τραπέζια και μου φάνηκε καλή ιδέα να
καθίσω να φάω, να φορτίσω και να πάρω δυνάμεις για να βγω από την πόλη μέχρι να
έρθει η ώρα να κοιμηθώ. Πήρα φαγητό και άφησα την ώρα να περάσει, χωρίς να
πολυδίνω σημασία σε ο,τι συνέβαινε γύρω μου. Όταν ήρθε το φαγητό η ώρα είχε
πάει εφτά ή οχτώ, ήταν λίγο περασμένη και πέρα από την ανησυχία μου αυτό είχε
φέρει και αρκετό κόσμο στο μαγαζί. Ως τα τότε η σεξουαλική μου πλευρά είχε εξαφανιστεί
μπροστά στις προκλήσεις του ταξιδιού. Αυτό σταμάτησε όταν μπήκε μια παρέα
κοριτσιών, μάλλον μετά από προπόνηση, καθώς όλες φορούσαν παρόμοιες φόρμες και
ήταν όλες γυμνασμένες. Το ενδιαφέρον μου προς αυτές αναθερμάνθηκε καθώς έκατσαν
σε ένα διπλανό μου τραπέζι όμως και πάλι ένιωσα πως υπήρχε ένα αόρατο τείχος
ανάμεσά μας. Δε με κοίταξαν ποτέ αλλά κι εγώ ένιωθα ότι τις παρακολουθούσα σαν
από τηλεόραση. Συζητούσαν και γελούσαν κι εγώ έτρωγα αργά, ανόρεχτα, κάθε μου
κίνηση είχε μια ιδιαίτερη συνείδηση από πίσω της, τίποτα δεν ήταν αυτόματο ή
φυσικό.
Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στις
κοπέλες και τρώγοντας, πέρασε η ώρα. Και όταν λέω πέρασε, εννοώ πέρασε
επικίνδυνα. Με τρόμο κάποια στιγμή κοίταξα έξω και συνειδητοποίησα ότι
νυχτώνει. Νυχτώνει κι εγώ έχω κάτσει στο κέντρο της Πάτρας και χαζεύω γκόμενες.
Με γρήγορες κινήσεις πίεσα τον εαυτό μου να μαζέψει, να πληρώσει και βγήκα στο
δρόμο ανήσυχος. Καβάλησα το ποδήλατο αν και δεν ήθελα καθόλου και ξεκίνησα
παραλιακά με σκοπό να βρω, όπως και χτες, μια ήσυχη παραλία να ξαπλώσω. Έλα
όμως που εδώ δεν ήταν το Κιάτο με πληθυσμό λίγων χιλιάδων όπου το βράδυ τα
πάντα ερήμωναν. Χρειάστηκε να κατέβω πέντε χιλιόμετρα, με πόνο κι αίμα τρόπος
του λέγειν, ενώ έβλεπα τα μαγαζιά να κλείνουν γύρω μου, για να βρω σημεία τα οποία
θα μπορούσαν να μου κάνουν. Όμως δεν έκαναν, παρέες και αμάξια ήταν παντού,
στις παραλίες άραζε κόσμος, υπήρχαν ταβέρνες και μπαρ, δεν υπήρχε μέρος στ’
αλήθεια έρημο και είχα αναπτύξει μια ίσως πέραν του δέοντος φοβικότητα όσον
αφορά την παρουσία κόσμου στο μέρος που θα κοιμόμουν.
Εν τέλει χρειάστηκε να διανύσω γύρω
στα δέκα χιλιόμετρα και να βγω κανονικότατα από την Πάτρα για να αρχίσω να
σκέφτομαι σοβαρά να σταματήσω. Σε όλο αυτό το διάστημα η απελπισία μου χτύπησε
κόκκινο. Ήμουν πάλι έτοιμος να βάλω τα κλάματα και φοβόμουν σε ποια κατάσταση
θα με έβρισκε το πρωί αν δεν έβρισκα επιτέλους μέρος να ξεκουραστώ. Κοιτούσα
συνεχώς στο χάρτη πιθανά μέρη για ύπνο έχοντας ως καλύτερη επιλογή μια εκκλησία
που βρήκα λίγο παρακάτω στο δρόμο. Τελικά, μετά από μια στροφή πετάχτηκε
μπροστά μου ο σταθμός «Παραλία» του προαστιακού της Πάτρας και μέσα στην
απελπισία μου αποφάσισα ότι θα κοιμόμουν στο σταθμό. Ο σταθμός ήταν τελικά μια αποβάθρα
με 3 μακριά παγκάκια κι ένα στέγαστρο. Επηρεασμένος από τα βιβλία και τις ταινίες
που έχω δει, πάντα θεωρούσα ότι οι σταθμοί είναι κάτι σχετικά ασφαλές και
φιλόξενο για τους ταξιδιώτες. Σε προηγούμενο μου ταξίδι αυτό είχε καταρριφθεί
με τον χειρότερο τρόπο. Το ίδιο συνέβη και τώρα.
Προχώρησα στην έρημη αποβάθρα όπου
δεν υπήρχε ψυχή μιας και τα δρομολόγια είχαν τελειώσει, και έστησα καταυλισμό
όπως χτες σε ένα από τα μακριά παγκάκια του σταθμού. Η ώρα είχε πάει δέκα και
μισή ήδη και γύρω γύρω στις ταβέρνες και τα ουζερί ο κόσμος ήταν στο κέφι του.
Παρόλο που στο οπτικό μου πεδίο δεν υπήρχε άνθρωπος τους άκουγα, φωνές
μεθυσμένες, κέφια, συζητήσεις, τσακωμοί οικογενειών, παιδάκια να τσιρίζουν
παίζοτνας κοντά στα τραπέζια που οι γονείς τους έπιναν τσίπουρα και έτρωγαν
θαλασσινά. Οι γεύσεις και οι σχέσεις αυτές που φαινόντουσαν αδιανόητες. Το μόνο
που ένιωθα ήταν σβήσιμο. Η ένταση της ημέρας καταλάγιαζε σιγά σιγά και κρύωνα.
Κόσμος περνούσε από το δρόμο στο τέλος του σταθμού και φώναζε και φοβόμουν ότι
θα έρθουν στο σταθμό να αράξουν. Γενικά μου προξενούσαν άγχος τα πάντα. Δεν
κατάφερα να ηρεμήσω ποτέ όσο κάθισα εκεί νομίζω.
Μετά από την καθιερωμένη πλέον
αναφορά στα σόσιαλ ότι ζω και συνεχίζω αποφάσισα να ξαπλώσω και να προσπαθήσω
να κοιμηθώ μπας και περάσει αυτή η ρημάδα η νύχτα και τελειώσει το ταξίδι. Ήταν
η τελευταία μου νύχτα έξω, αυτό το είχα αποφασίσει. Ο,τι κι αν γινόταν εγώ την
επόμενη μέρα θα έφτανα Πύργο ακόμα κι αν χρειαζόταν να περπατήσω μέχρι εκεί,
αυτό σκεφτόμουν. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, δεν άντεχα ψυχολογικά άλλη νύχτα
χωρίς ασφαλές καταφύγιο κι έτσι απέφευγα να σκέφτομαι τι θα συνέβαινε αν δεν
έφτανα αύριο σπίτι.
Δυστυχώς, η νύχτα αποδείχτηκε
εφιαλτική. Το κρύο που την προηγούμενη νύχτα δε με ενόχλησε καθόλου, τώρα με
τρυπούσε πέρα ως πέρα. Έβαλα όσα ρούχα είχα πάνω μου – ακόμα και τα βρώμικα,
και ξάπλωσα πάνω στον υπνόσακο χωρίς να μπω μέσα του γιατί το παγκάκι ήταν
σκληρό και άβολο και έπρεπε να τον έχω σαν στρώμα για να βολευτώ. Δεν είχα
μαξιλάρι και το κεφάλι μου πονούσε εκεί που ακουμπούσε στο ξύλο. Το χέρι μου το
είχα στο ποδήλατο που ήταν δεμένο δίπλα καθώς είχα τον παρανοϊκό φόβο ότι θα
μου το κλέψουν μόλις κοιμηθώ. Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί και
να ήταν καλό αυτό αν συνέβαινε. Κάθε που άκουγα βήματα ή φωνή από τον δρόμο
αλαφιασμένος ανασηκωνόμουν και κοιτούσα να δω μήπως κάποιος ερχόταν προς τα μένα.
Με αυτή την ψυχική κατάσταση κατάφερα να αποκοιμηθώ γύρω στις δώδεκα.
Ξύπνησα πιο αργά μέσα στη νύχτα,
κρύος, στυφός και πιασμένος. Δεν ξύπνησα από το κρύο ή το ξεβόλεμα όμως. Κάπου
κοντά ακουγόντουσαν φωνές και μέσα στη νύστα μου και τον δύσκολο ύπνο
ανασηκώθηκα να δω τι νέο συνέβαινε πάλι στον σταθμό του πουθενά. Τα μαγαζιά
έκλειναν σιγά σιγά, η φασαρία είχε κοπάσει. Η αιτία του ξυπνήματός μου ήταν μια
παρέα δεκαπεντάχρονων που είχε αράξει στο πέρα παγκάκι του σταθμού και
χασκογέλαγε. Νομίζω δεν με είχαν δει. Μόνο σαν σηκώσα το κεφάλι μου και κάθισα
κανονικά στο παγκάκι που κοιμόμουν με πρόσεξαν και τολμώ να πω τρόμαξαν πιο
πολύ από μένα. Οι χαρούμενες φωνές τους κόμπιασαν και τα χαζά τους αστεία κόπηκαν
και άρχισαν να μουρμουράνε, μαζεύτηκαν πιο κοντά το ένα στο άλλο και σιγά σιγά
φάνηκαν να ετοιμάζονται να φύγουν. Μέσα στη νύστα μου βέβαια δεν πρόσεξα πολλά
από αυτά τα πράγματα, αυτά τα κατάλαβα το επόμενο πρωί και τις επόμενες ημέρες.
Είχα ήδη σπαστεί που είχα ξυπνήσει, πονούσα παντού και κρύωνα, κρύωνα μέσα στην
καρδιά του καλοκαιριού. Η απελπισία μου επέστρεψε όσο παρατηρούσα τα μικρά να
απομακρύνονται. Δεν κοιμόμουν και η ώρα περνούσε. Η επόμενη μέρα βάραινε πάνω
που και με έκανε να υποφέρω στη σκέψη της διαδρομής. Προσπάθησα να κοιμηθώ ξανά
και μου φάνηκε αιώνας η ώρα που μου πήρε να χαλαρώσω τόσο όσο να ψευτοκοιμηθώ.
Η ώρα ήταν δύο τα ξημερώματα. Στις πέντε και μισή που χάραξε, σηκώθηκα,
ερείπιο, να ξεκινήσω για τελευταία φορά.
Τελευταία ημέρα
Το πρωί της τελευταίας ημέρας
κατάλαβα ότι τα ψέμματα είχαν τελειώσει. Δεν υπήρχε διαχείριση να κάνω στην
κούραση και τους πόνους, δεν υπήρχαν άλλα κόλπα στο μανίκι μου ή έξυπνοι τρόποι
να ανταπεξέλθω. Με το που σηκώθηκα όρθιος οι πόνοι ήρθαν σαν μετρό που ορμάει
σε σταθμό ενώ έχει καθυστερήσει το δρομολόγιο. Ο ύπνος σε σκληρό παγκάκι μέσα
στο κρύο δεν βοήθησε φυσικά κι έτσι ήμουν πιασμένος, πονούσα πολύ στη μέση,
πονούσα πολύ στην πλάτη, πονούσε ο σβέρκος μου αλλά αυτά δεν ήταν τίποτα. Το
γόνατά μου τα ένιωθα από γυαλί, οι αστράγαλοι ήταν τεντωμένοι ακόμα και μετά
από 5 ώρες ακινησίας, οι γάμπες μου ήταν σκληρές σαν σίδερο και οι τετρακέφαλοί
μου στα μπούτια ήταν σαν να είχαν μουδιάσει όλη νύχτα, μυρμήγκιαζαν και έτρεμαν
στο παραμικρό βήμα.
Από την άλλη, το πρωινό, ήταν όπως
πάντα όμορφο. Είχα ξυπνήσει πολύ νωρίς και μόλις που χάραζε, ο ήλιος δεν είχε
βγει, είχε την πρωινή ψύχρα της υπαίθρου και η ησυχία ήταν απόλυτη. Όμορφα
χρώματα στον ουρανό και άδειοι δρόμοι, αυτά τα δύο με βοήθησαν να κουνηθώ με
όση ενέργεια μου είχε απομείνει. Περπάτησα λίγο πέρα δώθε και οι μυικές ομάδες
των ποδιών μου ξύπνησαν ανόρεχτα. Για
τις κλειδώσεις και τους χόνδρους δε μπορούσε να γίνει τίποτα δυστυχώς.
Κατούρησα δίπλα στην αυλή ενός σπιτιού, ήπια νερό και αποφάσισα να ξεκινήσω.
Ήταν η αρχή του τέλους και κάπου μέσα μου άναψαν τα λαμπάκια του δρόμου, της
διαδρομής και της περιπέτειας. Εδώ και τώρα ήταν η ώρα μου. Εδώ και τώρα ήταν η
ώρα που θα αποφασιζόταν αν όλα αυτά τα χρόνια, η αυτοπειθαρχεία, οι
ταλαιπωρίες, οι γυμναστικές και οι τρέλες είχαν λόγο που συνέβησαν. Αν τελικά
ήμουν αυτό που ήθελα να είμαι, αν τελικά είχα κρύψει μέσα μου στ’ αλήθεια ένα
πυρηνικό όπλο ενέργειας και πείσματος ή αν έκρυβα μέσα μου απλά ένα
πυροτέχνημα.
Όλες αυτές οι ηρωικές σκέψεις
διακόπηκαν απότομα με το που βγήκα σκυφτός στο δρόμο. Η τσάντα μου ήταν πια ένα
βαρίδι και οι ώμοι μου με πόνεσαν από το πρώτο λεπτό που την έβαλα. Και μετά
κάθισα στη σέλα. Κι εκεί κατάλαβα ότι η κόλαση ήταν ακόμα μπροστά μου. Ο κώλος
μου πήρε φωτιά με το που ακούμπησε στη σέλα και απλά αρνήθηκα να κάτσω.
Ανησύχησα ότι θα αιμορραγήσω αν καθίσω παραπάνω από λίγα δεύτερα κανονικά στο
ποδήλατο κι έτσι ξεκίνησα να ποδηλατώ όρθιος. Η ταλαιπωρία που με κατέκλυσε
ήταν αδιανόητη. Ξεφύσηξα, επανέλαβα στον εαυτό μου ότι ήταν ή αυτό ή τίποτα και
ξεκίνησα. Η ώρα ήταν έξι το πρωί.
Αφού τσέκαρα μια τον χάρτη να δω πως
θα αποφύγω την εθνική Πύργου Πατρών όσο πιο πολύ μπορούσα μιας και είναι
σκοτώστρα, έβαλα τα δυνατά μου να βγω από την Αχαΐα γρήγορα. Το πρώτο
αξιοσημείωτο πράγμα που μου συνέβη και με έκανε να χαμογελάσω ήταν ότι ούτε
πέντε λεπτά απ’ όταν ξεκίνησα άκουσα το σφύριγμα του τρένου που περνούσε απόν
σταθμό που μόλις είχα αφήσει. Σκέφτηκα ότι έφυγα την πιο σωστή στιγμή και
συνέχισα. Η διαδρομή ευτυχώς στην αρχή ήταν ήρεμη, αυτοκίνητα δεν υπήρχαν και
οι δρόμοι ήταν ομαλοί με μεγάλες κατηφόρες και μικρές ανηφόρες. Αυτό το ήξερα
πως θα συμβεί καθώς ο δρόμος κατηφόριζε προς την εύφορη Ηλειακή πεδιάδα και τα
εδάφη ήταν ομαλά.
Την πρώτη ώρα και παραπάνω οι
αντοχές μου ήταν αξιοπρεπείς δεδομένων των συνθηκών οπότε και προχώρησα
ικανοποιητικά χωρίς πολλές στάσεις. Ζεστάθηκα λίγο και όλα ένιωσαν καλύτερα. Οι
πινακίδες με ενημέρωναν ότι είχα μπει στο κομμάτι της Πελοποννήσου με τα
«αίικα» χωριά πράγμα που με έκανε να νιώθω ότι φτάνω. Η αλήθεια ήταν ότι εκείνη
τη στιγμή που περνούσα δίπλα από τα Τσουκαλαίικα απείχα γύρω στα 90 χιλιόμετρα
από τον στόχο μου. Όμως δεν είχε και πολλά να κάνω για αυτό οπότε απόδιωξα
αυτές τις σκέψεις και αφοσιώθηκα στο να προχωράω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.
Τα χωριά φεύγανε το ένα μετά το
άλλο. Στην παραμικρή ανηφόρα κατέβαινα και περπατούσα. Σε μια μεγάλη ευθεία που
ενώνει την παραλία της Αλισσού με την Κάτω Αχαγιά κατέβηκα και περπάτησα αν και
ο δρόμος ήταν επίπεδος, γιατί δεν άντεχα άλλο να κάθομαι στη σέλα. Το κάμπινγκ
της Αλισσού μου φάνηκε πανέμορφο και η θάλασσα ήταν υπέροχη τόσο πρωί. Ο ήλιος μόλις
έβγαινε και το φως περνούσε από τα δέντρα πίσω και αριστερά μου και φώτισε λίγο
παραπάνω. Η φύση ήταν απολαυστική και ανακουφισμένος από το ότι δεν καθόμουν
στο ποδήλατο για λίγο θαύμασα τα μεγάλα δέντρα και τον ήχο από το κυματάκι που
ξέβραζε φύκια στα δεξιά μου. Όταν ένιωσα λίγο καλύτερα καβάλησα πάλι και έβαλα
ακουστικά. Ένιωσα ότι καθυστερούσα και όσο όμορφη και να ήταν η θάλασσα εδώ,
εμένα μονάχα μια παραλία και μία θάλασσα διαφεντεύουν την καρδιά μου. Έτσι
αποτίναξα τις ξένες ομορφιές και έκανα πετάλι λίγο πιο γρήγορα.
Η Κάτω Αχαγιά είναι ένα κεφαλοχώρι
στη δυτική Αχαΐα απ’ όπου κατάγεται μια φίλη μου και ήθελα να το δω από
περιέργεια μιας και είχε μεγαλώσει εκεί και μας το αναφέρει συχνά. Πριν καν μπω
το μετάνιωσα. Ο λόγος ήταν κάτι απότομες ανηφόρες που οδηγούσαν στο κέντρο του
χωριού οι οποίες θα ήταν δύσκολο να τις ανέβω και ξεκούραστος να ήμουν. Ε, δεν
ήμουν και η ανάβαση με εκνεύρισε παρόλο που την έκανα φυσικά με το ποδήλατο στα
χέρια. Το χωριό καθαυτό δεν έλεγε και πολλά πράγματα αν και είχε μερικά ωραία
πετρόκτιστα σπίτια και μια ωραία πλατεία. Δεν καθυστέρησα λεπτό και προσπέρασα
την Κάτω Αχαγιά με μια γρήγορη ματιά κι έναν εκνευρισμό. Έξω από το χωριό μια
ευθεία με έβγαζε στην εθνική οδό όπου θα έμενα μέχρι και τον Πύργο.
Από το σημείο που βγήκα στην εθνική
τα πράγματα έγιναν πολύ απλά. Έπρεπε απλά να προχωράω μπροστά όσο πιο γρήγορα
μπορώ και κάποτε θα έφτανα. Στη θεωρία είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Η
πράξη ήταν μια άλλη κουβέντα. Το πρωινό πέρασε αναίμακτα παρόλο που σταματούσα
κάθε ένα τέταρτο. Ο δρόμος ήταν αληθινά επίπεδος με μικρές αυξομειώσεις και
προσπαθούσα σκληρά να ποδηλατώ γρήγορα και στρωτά. Από τη στιγμή που έπιανα μια
συγκεκριμένη ταχύτητα και μιας και δεν υπήρχαν μεγάλες ανηφόρες να μου κόψουν
τη φόρα, η ταχύτητά μου ήταν σταθερά μεγάλη και οι μόνες φορές που σταματούσα
ήταν επειδή πονούσα από τη σέλα. Αλλιώς θα είχα προχωρήσει πραγματικά πάρα πολύ
μέχρι το μεσημέρι. Οι πινακίδες με ενημέρωναν για Πύργο και παρατηρούσα με
ονειρική βραδύτητα τα χιλιόμετρα να μειώνονται, από 92 σε 87, μετά σε 81 και
σιγά σιγά να κατεβαίνουν. Λόγω της αλλαγής κλίμακας που είχε συμβεί στο μυαλό
μου, πλέον θεωρούσα πως ήμουν κοντά, πως τα 70 χιλιόμετρα ήταν κάτι λογικό και
ασφαλές, κάτι απόλυτα δυνατό.
Ο δρόμος ήταν αληθινά ονειρικός για
ποδηλάτη εκτός από ένα πράγμα το οποίο μοιάζει αστείο να το αναφέρω τώρα. Τα
φανάρια. Η εθνική οδός Πατρών Πύργου είναι η μόνη εθνική οδός στην Ελλάδα που
έχει φανάρια σε ορισμένες διασταυρώσεις. Αδιανόητα πράγματα που αν είσαι με
αμάξι, σου υπενθυμίζουν ότι ζεις σε χώρα ανέκδοτο. Αν είσαι με ποδήλατο και
κουρασμένος όμως, το ηλίθιο σταμάτημα στη μέση του πουθενά σε ένα φανάρι για 20
δεύτερα, ενώ είχες φόρα και έσφιγγες τα δόντια τόση ώρα για να τη διατηρήσεις,
μπορεί να σε τρελάνει. Μπήκα στον πειρασμό μια δυο φορές να τα κάψω τα φανάρια
με μια γρήγορη ματιά, όμως ευτυχώς, έχω κάψει φανάρια σε άλλες, πιο κλειστές
διασταυρώσεις και ξέρω καλά ότι μπορεί να το πληρώσω πολύ ακριβά, ειδικά σε διασταύρωση
όπου παίζουνε ταχύτητες 60 και 80 ή και παραπάνω χιλιομέτρων την ώρα από
τρελαμένους αγρότες ή ντόπιους με κόμπλεξ ανωτερότητας/κατωτερότητας. Έτσι
αναγκάστηκα να σταματήσω τρεις τέσσερις φορές με τα νεύρα μου τσίτα.
Σιγά σιγά το μεσημέρι πέρασε κι εγώ
πήρα την αργή στροφή προς το νοτιά και το κέντρο της Ηλείας. Ο δρόμος από ένα
σημείο και μετά είναι φρεσκοστρωμένος, δε θυμάμαι πια από πού ακριβώς και πλέον
αυτά που προσπερνούσα δεν έχουν σημασία μιας και δεν έκανα τίποτα άλλο πέρα από
το να προχωράω ευθεία. Όταν μιλάμε για ομαλούς δρόμους φυσικά δε μιλάμε ποτέ
για απόλυτες ισάδες. Δεν υπάρχει απόλυτος επίπεδος δρόμος πουθενά έξω από
μοντέλα φυσικής. Και στην πεδιάδα που τώρα διέσχιζα έτσι ήταν. Ο δρόμος ήταν
μεν ομαλός αλλά τα σκαμπανεβάσματα της φύσης ήταν εκεί να υπογραμμίζουν ότι τίποτα
τέλειο δεν υπάρχει. Έτσι, πάλι, παρόλο που οι ανηφόρες είχαν ελάχιστη κλίση,
αναγκαζόμουν να κατεβαίνω και να πηγαίνω με τα πόδια. Όμως τώρα η ευκολία που
προσέφερε αυτό εκμηδενιζόταν από έναν άλλο παράγοντα που αν και τον περίμενα,
δεν ήμουν έτοιμος να τον αντιμετωπίσω. Ήταν τα αυτοκίνητα και οι νταλίκες που
μου έκαναν συντροφιά στη διαδρομή, τα οποία πλέον δεν έπαιζαν σε αποστάσεις
ασφαλείας αλλά φλέρταραν με τον θάνατό μου σε βαθμό παρενόχλησης. Ο δρόμος
είναι στενός καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής από την Πάτρα, και ΛΕΑ δεν
υπάρχει παρά μόνο αν θέλεις να αστειευτείς. Έτσι εγώ προχωρούσα, είτε καβάλα
είτε πεζή, στην ακρούλα σαν τον καημένο και δίπλα μου περνούσαν αμάξια με 100
και πλέον χιλιόμετρα και τον αέρα να μου δίνει σφαλιάρες στο πλάι. Και φυσικά
όταν λέω δίπλα εννοώ στο ένα μέτρο. Δεν ξέρω πως το βίωσαν οι οδηγοί που με
προσπέρασαν, εγώ πάντως υπήρξαν στιγμές που τρομοκρατήθηκα. Ειδικά σε ορισμένες
προσπεράσεις όπου από απέναντι είδα τον χάρο με μορφή στέησον βάγκον να κάνει
προσπέραση βγαίνοντας αντίθετη λωρίδα κι εμένα να κολλάω σε κάτι καλαμπόκια για
να μην πάω αδικοχαμένος στα άγια χώματα του καρπουζιού και της ντομάτας, ε εκεί
αμφισβήτησα λίγο την λογική πίσω από το ταξίδι μου. Όμως όπως είχα αποφασίσει,
άλλη λύση δεν υπήρχε στο πρόβλημα πέρα από το να τελειώσω σήμερα τη διαδρομή
μου και να τα αφήσω όλα πίσω μου.
Μεσημέριασε και η ζέστη άρχισε πάλι
να ανεβαίνει. Άνεμος πέρα από αυτόν που προξενούσαν οι θανατηφόρες προσπεράσεις
δεν υπήρχε και οι θερμοκρασίες ήταν δυνατές. Ο δρόμος έκαιγε κάτω από τα πόδια
μου όταν έφτασα στο ύψος των Λεχαινών και τα πόδια μου μέσα στα παπούτσια είχαν
πάρει φωτιά. Αν μπορούσα να κάνω όλη τη διαδρομή ποδηλατώντας δε θα είχα αυτό
το πρόβλημα, όμως, όπως και το απόγευμα της προηγούμενης, οι στάσεις μου ήταν
πολύ συχνές όπως και πολύ συχνά ήταν τα κομμάτια της διαδρομής που αναγκαζόμουν
να τα κάνω με τα πόδια στην καυτή άσφαλτο. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν μόνο
χωράφια και μερικά δέντρα, όλα αυτά κολλητά με το δρόμο και χωρίς κενό. Έτσι,
απλά πήγαινα στην άκρη της ασφάλτου στο πυρωμένο μεσημέρι, 5 λεπτά καβάλα, 5
λεπτά πόδια και πάλι και πάλι, προχωρώντας μόνο με το πείσμα ή μέχρι να
συναντήσω κάποια καλή κατηφόρα ώστε να την πάω όρθιος στο ποδήλατο και με τη
φόρα που θα μου δώσει να κάνω και μερικά χιλιόμετρα ακόμα ποδηλατώντας.
Όταν κατάφερα να βρω λίγο ρυθμό,
προχώρησα προς Γαστούνη λίγο πιο εύκολα. Τη Γαστούνη πάντα θα τη θυμάμαι από
ένα αστείο του πατέρα μου, ο οποίος κάποτε, όταν με πήρε τηλέφωνο στο ΚΤΕΛ και
με ρώτησε που είμαι και του είπα «μόλις πέρασα τη Γαστούνη» μου απάντησε με
αστειευόμενο τρόμο: «φύγε από κει ρε, εκεί βρωμάει ντομάτα». Το πόσο δίκιο είχε
θα το επιβεβαίωνα λίγα λεπτά μετά, όταν από ένα από τα ηλίθια φανάρια του
δρόμου που ανέφερα παραπάνω βγήκε ένα τρακτέρ τραβώντας από πίσω μια πελώρια
καρότσα γεμάτη ντομάτες. Το τρακτέρ με τις ντομάτες πήρε σιγά σιγά το δρόμο προς
το νότο, τραβώντας κατά τη Γαστούνη όπου υπάρχουν μεγάλες βιομηχανίες
ντοματοπολτού και ντοματοχυμών. Και τι με ένοιαζε εμένα, θα αναρωτηθεί κανείς,
για το τρακτέρ με τις ντομάτες και τη Γαστούνη; Καταρχάς, η καρότσα και οι
ντομάτες βρωμούσαν αδιανόητα. Ήταν μυρωδιά που ακολουθούσε την καρότσα από
κάποια απόσταση και σχεδόν με ζάλιζε. Πέρα από αυτό, το τρακτέρ πήγαινε αργά,
και οι ελπίδες μου ότι, ντάξει, βγήκε μπροστά μου, βρωμάει, αλλά αργά ή γρήγορα
θα ξεφύγει μιας και πάω αργά και θα το χάσω, διαψεύστηκαν οικτρά. Σαν από
σατανική σύμπτωση πηγαίναμε σχεδόν με την ίδια ταχύτητα. Η συνοδεία αυτή με
ακολούθησε, ή μάλλον πιο σωστά την ακολούθησα για πολλή ώρα και η μυρωδιά μου
έφερνε εμετό. Επίσης, από μια γωνιά του φορτηγού, από το βάρος των ντοματών,
που ήταν άπειρες, οι κάτω κάτω συνθλίβονταν και έτρεχε στην άκρη του δρόμου ένα
ρυάκι λιωμένης ντομάτας και χυμών που προσπαθούσα μάταια να μην το πατάω με τις
ρόδες μου γιατί σιχαινόμουν. Αν ήμουν ξεκούραστος σίγουρα θα το είχα
προσπεράσει όμως ήμουν αναγκασμένος να το ακολουθάω μην μπορώντας να βγω
μπροστά του αλλά και μη θέλοντας να σταματήσω.Εν τέλει το τρακτέρ το έχασα μόνο
όταν φτάσαμε στο ύψος της Γαστούνης και έστριψε να πάει προς το εργοστάσιο κι
εγώ συνέχισα ανακουφισμένος.
Μετά τη Γαστούνη η απόσταση
συντόμεψε αισθητά. Είναι περίπου 30 χιλιόμετρα ακόμα για τον Πύργο μα δεν
ένιωθα ακόμα ότι είχα τελειώσει. Και αιτία για αυτό ήταν οι πόνοι και η ζέστη.
Τα 30 χιλιόμετρα σε κανονικές συνθήκες δεν είναι πολλά για εμένα, είναι μια
σεβαστή απόσταση και τίποτα παραπάνω. Όμως τώρα, ακόμα κι αυτό μου ήταν ένα
βουνό. Κατηφορίζοντας λίγο ακόμα έφτασα στο ύψος της Αμαλιάδας και αποφάσισα
ότι ήταν ώρα για ένα μεγάλο διάλλειμα. Η ώρα ήταν περασμένη, κανονικό μεσημέρι
πια, νομίζω μία, και δεν άντεχα άλλο. Σταμάτησα σε ένα αναψυκτήριο κάπου
ανάμεσα σε δυο χωράφια που τα πότιζαν αυτά τα ποτιστικά που κάνουν ωραίες
ρυθμικές κινήσεις και το νερό κάνει ωραία τόξα στον αέρα. Το μέρος μύριζε,
έζεχνε Ηλεία, το χωριό μου και όλα όσα με έχουν σημαδέψει από τη γέννησή μου.
Τα αμάξια ήταν λιγοστά μιας και ελάχιστοι οδηγούσαν με τέτοια ζέστη μεσημέρι
και στο μαγαζί δεν υπήρχε ψυχή πέρα από την καταστηματάρχισσα και έναν τυπά,
μάλλον φίλο της.
Είχα αποφασίσει πως το πρόγραμμα των
δυο προηγούμενων ημερών δεν θα το ακολουθούσα και σήμερα, δηλαδή το μεσημέρι δε
θα σταματούσα να φύγει η ζέστη. Ήμουν τόσο κοντά πλέον που το να χάσω 2 ώρες
περιμένοντας μου φαινόταν ανόητο. Οπότε στο αναψυκτήριο θα καθόμουν κανα
μισάωρο το πολύ και θα συνέχιζα. Η κυρία στον πάγκο με κοίταξε καλά καλά βλέποντάς
με να φτάνω με το ποδηλατό μου αλλά δεν είπε τίποτα. Ο διάλογός μας ήταν ο
συνηθισμένος. Ένα μεγάλο νερό και κάτι να φάω και αν είχε πρίζα να φορτίσω το
κινητό μου για λίγο. Με τη μουσική που άκουγα όλη μέρα η μπαταρία είχε πέσει
πολύ και παρόλο που ήμουν κοντά δεν είχα φτάσει και ήθελα να είμαι σίγουρος ότι
όλα θα πάνε καλά. Έτσι ξαναφόρτισα, ήπια νερό και κάθισα λίγο έξω σε ένα σκαμπό
να περάσει λίγο η ώρα. Μετά από λίγο βγήκε και η κυρία του μαγαζιού έξω να
κάνει τσιγάρο και κάθισε με το φίλο της σε ένα άλλο τραπεζάκι κάτω από μια
πελώρια ομπρέλα. Παρόλο που υπήρχε σκιά, η ζέστη ήταν φρικτή. Απορώ πως
καθόντουσαν έξω. Εγώ ήμουν ιδρωμένος και αυτό κάπως βοηθούσε αλλά υπήρχε άπνοια
και η μέρα ήταν από τις κακές καλοκαιρινές ημέρες που παρακαλάς να βρέξει ή να
νυχτώσει. Σταμάτησα να δίνω σημασία στους άλλους ανθρώπους εκεί, άλλωστε ήμουν
ήδη αποκομμένος από εκείνους και το ήξερα, όμως η κυρία μου μίλησε και
ξαφνιάστηκα: «Από πού έρχεσαι καλέ και είσαι έτσι;» με ρώτησε. «Και να σου πω
δε θα το πιστέψεις» της απαντάω με λίγη μαγκιά συνειδητοποιώντας ότι η
προσπάθεια και μόνο να εξηγήσω αυτό που κάνω εδώ και δυόμιση μέρες θα ήταν
παράλογη. «Από Αθήνα έρχομαι», συνέχισα. Ξαφνιάστηκε και: «πλάκα μου κάνεις»
αναφώνησε αλλά εγώ δεν έμεινα ικανοποιημένος. Προφανώς θα ξαφνιαζόταν αλλά όλο
το βάρος και η ένταση του εγχειρήματος δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν από ένα
απλό ξάφνιασμα. Όμως δεν ήξερε και δε θα μπορούσε να ξέρει το βίωμα. Έτσι
γρήγορα άφησα τη συζήτηση να σβήσει. Με ρώτησε πόσες μέρες, πως και το έκανα,
τις βασικές ερωτήσεις που ρώτησαν όλοι αργότερα, και τις απάντησα ευγενικά και
χαμογελαστά. Αλλά δεν σήμαιναν τίποτα. Ακόμα και οι εικόνες που είδα στις πιο
αδιάφορες στιγμές του δρόμου ήταν το κάτι άλλο. Αδύνατο να τις περιγράψω. Έτσι
δεν προσπάθησα. Ένα τέταρτο αργότερα πήγα μέσα πάλι να πάρω το κινητό μου και
ετοιμάστηκα να φύγω. Τη χαιρέτησα εγκάρδια γιατί παρόλο που δεν μπορούσαμε να
έχουμε σημείο επαφής, αναγνώρισα την καλή της πρόθεση και, αλήθεια, μήπως δεν
ήταν η πρώτη άνθρωπος που μου μίλησε αληθινά σε όλο το ταξίδι; Ήταν ευχάριστο
αυτό, όπως και να ‘χει. Έφυγα λοιπόν και ξεκίνησα την τελευταία μου πορεία προς
το σπίτι.