Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

Ένα ταξίδι δηλητήριο, ένα ταξίδι γιατρικό - μέρος 4ο

 Πάτρα και το τελευταίο μου βράδυ

 

            Στην Πάτρα, είχα δυο γνωστές μου οι οποίες μου πρότειναν σπίτι για να μείνω το βράδυ. Αρνήθηκα και τις δυο προτάσεις, κάτι που τους φάνηκε αρκετά παράξενο, για αυτό και με διαβεβαίωσαν ότι δεν θα ενοχλούσα καθόλου αν αποφάσιζα να μείνω εκεί το βράδυ. Η άρνησή μου αυτή συμπύκνωνε ουσιαστικά το άγχος, την υπερένταση και την ασυμβίβαστη πορεία προς τα εμπρός που είχα στο μυαλό μου. Και τα δύο σπίτια που είχαν προταθεί βρίσκονταν στην Αγιά, λίγο πριν την Πάτρα δηλαδή. Όμως ήταν ακόμα νωρίς, είχε λίγο φως, και εγώ ήθελα, έπρεπε, να περάσω την Πάτρα, έστω για ένα χιλιόμετρο. Φυσικά μέσα στην πόλη δε θα καθόμουν το βράδυ, αυτό το είχα αποφασίσει. Όμως σχεδίαζα ήδη την επόμενη ημέρα και δεν ήθελα να πρέπει να περάσω την πόλη το πρωί, ήθελα να αφήσω για την αυριανή και χειρότερη ημέρα όσο λιγότερη διαδρομή γινόταν.

            Έτσι αρνήθηκα τον ήρεμο ύπνο, την ασφάλεια και την αληθινή ξεκούραση και μπήκα στην πόλη γύρω στις 7.30. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αν ήταν σωστή η επιλογή. Το αποτέλεσμα με δικαίωσε, αλλά δεν ξέρω αν ήταν απαραίτητο να περάσω μια πολύ δύσκολη νύχτα για να τελειώσω το ταξίδι μου.

            Όπως και να ‘χει, μετά την απόφαση μπήκα στην Πάτρα και δεν ξανακοίταξα πίσω μου. Αυτή την ψυχολογία άλλωστε την είχα σε όλο το ταξίδι. Ούτε μια στιγμή δεν στάθηκα να σκεφτώ τι προσπέρασα, τα μέρη που σταμάτησα, αυτά που είδα. Το μόνο που υπήρχε ήταν το μπροστά και οι επόμενες φάσεις του ταξιδιού.

            Το πρώτο πράγμα που έψαξα στην πόλη ήταν ένα σουπερμάρκετ για νερό και άλλα μικροπράγματα. Εδώ στον πολιτισμό η παρουσία μου δεν πέρασε και τόσο απαρατήρητη. Στο σούπερ με κοιτούσαν πραγματικά πολύ καχύποπτα αλλά η ώρα των καλών μου τρόπων είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί. Όποιος με κοιτούσε στραβά τον κοιτούσα πίσω ακόμα χειρότερα και σύντομα κατάλαβα ότι κανείς δεν ψηνόταν να κοντραριστεί με την εμφάνιση που είχα. Έτσι, νιώθοντας ξένος αλλά ασφαλής, αγόρασα ένα μεγάλο μπουκάλι νερό, έναν μεγάλο χυμό πορτοκάλι, φυσικό πάντα, μια σοκολάτα, και πήγα να βρω μια ωραία πλατεία να καθίσω να ηρεμήσω.

            Την Πάτρα πάντα νιώθω ότι την ξέρω χωρίς όμως να την ξέρω στ’ αλήθεια. Οι επισκέψεις μου είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, οι επισκέψεις πάνω από μερικές ώρες εννοώ. Ξέρω την μεγάλη πλατεία που φτάνει ως το λιμάνι και τους γύρω πεζόδρομους και μετά από αυτό σχεδόν τίποτα. Και με το ξέρω εννοώ τα έχω δει δυο τρεις φορές. Οπότε όπως ήταν αναμενόμενο το ένστικτό μου με οδήγησε στο να καθίσω σε μια μεγάλη πλατεία δίπλα στο λιμάνι και στον σταθμό του προαστιακού. Υπήρχε πολύς κόσμος έξω και όσο έπινα τα υγρά μου κοιτούσα τους ανθρώπους, κυρίως νέους και νέες να κάνουν βόλτα, και χαιρόμουν. Δεν είχα δει ανθρώπους πολλούς εδώ και μήνες, έτσι ένιωθα.

            Ήπια μέχρι να σκάσω, έφαγα και τη σοκολάτα και ενώ ήμουν φουσκωμένος, ένιωθα ότι έπρεπε να φάω. Στα πενήντα μέτρα ήταν ένα σουβλατζίδικο γνωστής αλυσίδας με τραπέζια και μου φάνηκε καλή ιδέα να καθίσω να φάω, να φορτίσω και να πάρω δυνάμεις για να βγω από την πόλη μέχρι να έρθει η ώρα να κοιμηθώ. Πήρα φαγητό και άφησα την ώρα να περάσει, χωρίς να πολυδίνω σημασία σε ο,τι συνέβαινε γύρω μου. Όταν ήρθε το φαγητό η ώρα είχε πάει εφτά ή οχτώ, ήταν λίγο περασμένη και πέρα από την ανησυχία μου αυτό είχε φέρει και αρκετό κόσμο στο μαγαζί. Ως τα τότε η σεξουαλική μου πλευρά είχε εξαφανιστεί μπροστά στις προκλήσεις του ταξιδιού. Αυτό σταμάτησε όταν μπήκε μια παρέα κοριτσιών, μάλλον μετά από προπόνηση, καθώς όλες φορούσαν παρόμοιες φόρμες και ήταν όλες γυμνασμένες. Το ενδιαφέρον μου προς αυτές αναθερμάνθηκε καθώς έκατσαν σε ένα διπλανό μου τραπέζι όμως και πάλι ένιωσα πως υπήρχε ένα αόρατο τείχος ανάμεσά μας. Δε με κοίταξαν ποτέ αλλά κι εγώ ένιωθα ότι τις παρακολουθούσα σαν από τηλεόραση. Συζητούσαν και γελούσαν κι εγώ έτρωγα αργά, ανόρεχτα, κάθε μου κίνηση είχε μια ιδιαίτερη συνείδηση από πίσω της, τίποτα δεν ήταν αυτόματο ή φυσικό.

            Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στις κοπέλες και τρώγοντας, πέρασε η ώρα. Και όταν λέω πέρασε, εννοώ πέρασε επικίνδυνα. Με τρόμο κάποια στιγμή κοίταξα έξω και συνειδητοποίησα ότι νυχτώνει. Νυχτώνει κι εγώ έχω κάτσει στο κέντρο της Πάτρας και χαζεύω γκόμενες. Με γρήγορες κινήσεις πίεσα τον εαυτό μου να μαζέψει, να πληρώσει και βγήκα στο δρόμο ανήσυχος. Καβάλησα το ποδήλατο αν και δεν ήθελα καθόλου και ξεκίνησα παραλιακά με σκοπό να βρω, όπως και χτες, μια ήσυχη παραλία να ξαπλώσω. Έλα όμως που εδώ δεν ήταν το Κιάτο με πληθυσμό λίγων χιλιάδων όπου το βράδυ τα πάντα ερήμωναν. Χρειάστηκε να κατέβω πέντε χιλιόμετρα, με πόνο κι αίμα τρόπος του λέγειν, ενώ έβλεπα τα μαγαζιά να κλείνουν γύρω μου, για να βρω σημεία τα οποία θα μπορούσαν να μου κάνουν. Όμως δεν έκαναν, παρέες και αμάξια ήταν παντού, στις παραλίες άραζε κόσμος, υπήρχαν ταβέρνες και μπαρ, δεν υπήρχε μέρος στ’ αλήθεια έρημο και είχα αναπτύξει μια ίσως πέραν του δέοντος φοβικότητα όσον αφορά την παρουσία κόσμου στο μέρος που θα κοιμόμουν.

            Εν τέλει χρειάστηκε να διανύσω γύρω στα δέκα χιλιόμετρα και να βγω κανονικότατα από την Πάτρα για να αρχίσω να σκέφτομαι σοβαρά να σταματήσω. Σε όλο αυτό το διάστημα η απελπισία μου χτύπησε κόκκινο. Ήμουν πάλι έτοιμος να βάλω τα κλάματα και φοβόμουν σε ποια κατάσταση θα με έβρισκε το πρωί αν δεν έβρισκα επιτέλους μέρος να ξεκουραστώ. Κοιτούσα συνεχώς στο χάρτη πιθανά μέρη για ύπνο έχοντας ως καλύτερη επιλογή μια εκκλησία που βρήκα λίγο παρακάτω στο δρόμο. Τελικά, μετά από μια στροφή πετάχτηκε μπροστά μου ο σταθμός «Παραλία» του προαστιακού της Πάτρας και μέσα στην απελπισία μου αποφάσισα ότι θα κοιμόμουν στο σταθμό. Ο σταθμός ήταν τελικά μια αποβάθρα με 3 μακριά παγκάκια κι ένα στέγαστρο. Επηρεασμένος από τα βιβλία και τις ταινίες που έχω δει, πάντα θεωρούσα ότι οι σταθμοί είναι κάτι σχετικά ασφαλές και φιλόξενο για τους ταξιδιώτες. Σε προηγούμενο μου ταξίδι αυτό είχε καταρριφθεί με τον χειρότερο τρόπο. Το ίδιο συνέβη και τώρα.

            Προχώρησα στην έρημη αποβάθρα όπου δεν υπήρχε ψυχή μιας και τα δρομολόγια είχαν τελειώσει, και έστησα καταυλισμό όπως χτες σε ένα από τα μακριά παγκάκια του σταθμού. Η ώρα είχε πάει δέκα και μισή ήδη και γύρω γύρω στις ταβέρνες και τα ουζερί ο κόσμος ήταν στο κέφι του. Παρόλο που στο οπτικό μου πεδίο δεν υπήρχε άνθρωπος τους άκουγα, φωνές μεθυσμένες, κέφια, συζητήσεις, τσακωμοί οικογενειών, παιδάκια να τσιρίζουν παίζοτνας κοντά στα τραπέζια που οι γονείς τους έπιναν τσίπουρα και έτρωγαν θαλασσινά. Οι γεύσεις και οι σχέσεις αυτές που φαινόντουσαν αδιανόητες. Το μόνο που ένιωθα ήταν σβήσιμο. Η ένταση της ημέρας καταλάγιαζε σιγά σιγά και κρύωνα. Κόσμος περνούσε από το δρόμο στο τέλος του σταθμού και φώναζε και φοβόμουν ότι θα έρθουν στο σταθμό να αράξουν. Γενικά μου προξενούσαν άγχος τα πάντα. Δεν κατάφερα να ηρεμήσω ποτέ όσο κάθισα εκεί νομίζω.

            Μετά από την καθιερωμένη πλέον αναφορά στα σόσιαλ ότι ζω και συνεχίζω αποφάσισα να ξαπλώσω και να προσπαθήσω να κοιμηθώ μπας και περάσει αυτή η ρημάδα η νύχτα και τελειώσει το ταξίδι. Ήταν η τελευταία μου νύχτα έξω, αυτό το είχα αποφασίσει. Ο,τι κι αν γινόταν εγώ την επόμενη μέρα θα έφτανα Πύργο ακόμα κι αν χρειαζόταν να περπατήσω μέχρι εκεί, αυτό σκεφτόμουν. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, δεν άντεχα ψυχολογικά άλλη νύχτα χωρίς ασφαλές καταφύγιο κι έτσι απέφευγα να σκέφτομαι τι θα συνέβαινε αν δεν έφτανα αύριο σπίτι.

            Δυστυχώς, η νύχτα αποδείχτηκε εφιαλτική. Το κρύο που την προηγούμενη νύχτα δε με ενόχλησε καθόλου, τώρα με τρυπούσε πέρα ως πέρα. Έβαλα όσα ρούχα είχα πάνω μου – ακόμα και τα βρώμικα, και ξάπλωσα πάνω στον υπνόσακο χωρίς να μπω μέσα του γιατί το παγκάκι ήταν σκληρό και άβολο και έπρεπε να τον έχω σαν στρώμα για να βολευτώ. Δεν είχα μαξιλάρι και το κεφάλι μου πονούσε εκεί που ακουμπούσε στο ξύλο. Το χέρι μου το είχα στο ποδήλατο που ήταν δεμένο δίπλα καθώς είχα τον παρανοϊκό φόβο ότι θα μου το κλέψουν μόλις κοιμηθώ. Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί και να ήταν καλό αυτό αν συνέβαινε. Κάθε που άκουγα βήματα ή φωνή από τον δρόμο αλαφιασμένος ανασηκωνόμουν και κοιτούσα να δω μήπως κάποιος ερχόταν προς τα μένα. Με αυτή την ψυχική κατάσταση κατάφερα να αποκοιμηθώ γύρω στις δώδεκα.

            Ξύπνησα πιο αργά μέσα στη νύχτα, κρύος, στυφός και πιασμένος. Δεν ξύπνησα από το κρύο ή το ξεβόλεμα όμως. Κάπου κοντά ακουγόντουσαν φωνές και μέσα στη νύστα μου και τον δύσκολο ύπνο ανασηκώθηκα να δω τι νέο συνέβαινε πάλι στον σταθμό του πουθενά. Τα μαγαζιά έκλειναν σιγά σιγά, η φασαρία είχε κοπάσει. Η αιτία του ξυπνήματός μου ήταν μια παρέα δεκαπεντάχρονων που είχε αράξει στο πέρα παγκάκι του σταθμού και χασκογέλαγε. Νομίζω δεν με είχαν δει. Μόνο σαν σηκώσα το κεφάλι μου και κάθισα κανονικά στο παγκάκι που κοιμόμουν με πρόσεξαν και τολμώ να πω τρόμαξαν πιο πολύ από μένα. Οι χαρούμενες φωνές τους κόμπιασαν και τα χαζά τους αστεία κόπηκαν και άρχισαν να μουρμουράνε, μαζεύτηκαν πιο κοντά το ένα στο άλλο και σιγά σιγά φάνηκαν να ετοιμάζονται να φύγουν. Μέσα στη νύστα μου βέβαια δεν πρόσεξα πολλά από αυτά τα πράγματα, αυτά τα κατάλαβα το επόμενο πρωί και τις επόμενες ημέρες. Είχα ήδη σπαστεί που είχα ξυπνήσει, πονούσα παντού και κρύωνα, κρύωνα μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού. Η απελπισία μου επέστρεψε όσο παρατηρούσα τα μικρά να απομακρύνονται. Δεν κοιμόμουν και η ώρα περνούσε. Η επόμενη μέρα βάραινε πάνω που και με έκανε να υποφέρω στη σκέψη της διαδρομής. Προσπάθησα να κοιμηθώ ξανά και μου φάνηκε αιώνας η ώρα που μου πήρε να χαλαρώσω τόσο όσο να ψευτοκοιμηθώ. Η ώρα ήταν δύο τα ξημερώματα. Στις πέντε και μισή που χάραξε, σηκώθηκα, ερείπιο, να ξεκινήσω για τελευταία φορά.

 

Τελευταία ημέρα

 

            Το πρωί της τελευταίας ημέρας κατάλαβα ότι τα ψέμματα είχαν τελειώσει. Δεν υπήρχε διαχείριση να κάνω στην κούραση και τους πόνους, δεν υπήρχαν άλλα κόλπα στο μανίκι μου ή έξυπνοι τρόποι να ανταπεξέλθω. Με το που σηκώθηκα όρθιος οι πόνοι ήρθαν σαν μετρό που ορμάει σε σταθμό ενώ έχει καθυστερήσει το δρομολόγιο. Ο ύπνος σε σκληρό παγκάκι μέσα στο κρύο δεν βοήθησε φυσικά κι έτσι ήμουν πιασμένος, πονούσα πολύ στη μέση, πονούσα πολύ στην πλάτη, πονούσε ο σβέρκος μου αλλά αυτά δεν ήταν τίποτα. Το γόνατά μου τα ένιωθα από γυαλί, οι αστράγαλοι ήταν τεντωμένοι ακόμα και μετά από 5 ώρες ακινησίας, οι γάμπες μου ήταν σκληρές σαν σίδερο και οι τετρακέφαλοί μου στα μπούτια ήταν σαν να είχαν μουδιάσει όλη νύχτα, μυρμήγκιαζαν και έτρεμαν στο παραμικρό βήμα.

            Από την άλλη, το πρωινό, ήταν όπως πάντα όμορφο. Είχα ξυπνήσει πολύ νωρίς και μόλις που χάραζε, ο ήλιος δεν είχε βγει, είχε την πρωινή ψύχρα της υπαίθρου και η ησυχία ήταν απόλυτη. Όμορφα χρώματα στον ουρανό και άδειοι δρόμοι, αυτά τα δύο με βοήθησαν να κουνηθώ με όση ενέργεια μου είχε απομείνει. Περπάτησα λίγο πέρα δώθε και οι μυικές ομάδες των ποδιών μου ξύπνησαν  ανόρεχτα. Για τις κλειδώσεις και τους χόνδρους δε μπορούσε να γίνει τίποτα δυστυχώς. Κατούρησα δίπλα στην αυλή ενός σπιτιού, ήπια νερό και αποφάσισα να ξεκινήσω. Ήταν η αρχή του τέλους και κάπου μέσα μου άναψαν τα λαμπάκια του δρόμου, της διαδρομής και της περιπέτειας. Εδώ και τώρα ήταν η ώρα μου. Εδώ και τώρα ήταν η ώρα που θα αποφασιζόταν αν όλα αυτά τα χρόνια, η αυτοπειθαρχεία, οι ταλαιπωρίες, οι γυμναστικές και οι τρέλες είχαν λόγο που συνέβησαν. Αν τελικά ήμουν αυτό που ήθελα να είμαι, αν τελικά είχα κρύψει μέσα μου στ’ αλήθεια ένα πυρηνικό όπλο ενέργειας και πείσματος ή αν έκρυβα μέσα μου απλά ένα πυροτέχνημα.

            Όλες αυτές οι ηρωικές σκέψεις διακόπηκαν απότομα με το που βγήκα σκυφτός στο δρόμο. Η τσάντα μου ήταν πια ένα βαρίδι και οι ώμοι μου με πόνεσαν από το πρώτο λεπτό που την έβαλα. Και μετά κάθισα στη σέλα. Κι εκεί κατάλαβα ότι η κόλαση ήταν ακόμα μπροστά μου. Ο κώλος μου πήρε φωτιά με το που ακούμπησε στη σέλα και απλά αρνήθηκα να κάτσω. Ανησύχησα ότι θα αιμορραγήσω αν καθίσω παραπάνω από λίγα δεύτερα κανονικά στο ποδήλατο κι έτσι ξεκίνησα να ποδηλατώ όρθιος. Η ταλαιπωρία που με κατέκλυσε ήταν αδιανόητη. Ξεφύσηξα, επανέλαβα στον εαυτό μου ότι ήταν ή αυτό ή τίποτα και ξεκίνησα. Η ώρα ήταν έξι το πρωί.

            Αφού τσέκαρα μια τον χάρτη να δω πως θα αποφύγω την εθνική Πύργου Πατρών όσο πιο πολύ μπορούσα μιας και είναι σκοτώστρα, έβαλα τα δυνατά μου να βγω από την Αχαΐα γρήγορα. Το πρώτο αξιοσημείωτο πράγμα που μου συνέβη και με έκανε να χαμογελάσω ήταν ότι ούτε πέντε λεπτά απ’ όταν ξεκίνησα άκουσα το σφύριγμα του τρένου που περνούσε απόν σταθμό που μόλις είχα αφήσει. Σκέφτηκα ότι έφυγα την πιο σωστή στιγμή και συνέχισα. Η διαδρομή ευτυχώς στην αρχή ήταν ήρεμη, αυτοκίνητα δεν υπήρχαν και οι δρόμοι ήταν ομαλοί με μεγάλες κατηφόρες και μικρές ανηφόρες. Αυτό το ήξερα πως θα συμβεί καθώς ο δρόμος κατηφόριζε προς την εύφορη Ηλειακή πεδιάδα και τα εδάφη ήταν ομαλά.

            Την πρώτη ώρα και παραπάνω οι αντοχές μου ήταν αξιοπρεπείς δεδομένων των συνθηκών οπότε και προχώρησα ικανοποιητικά χωρίς πολλές στάσεις. Ζεστάθηκα λίγο και όλα ένιωσαν καλύτερα. Οι πινακίδες με ενημέρωναν ότι είχα μπει στο κομμάτι της Πελοποννήσου με τα «αίικα» χωριά πράγμα που με έκανε να νιώθω ότι φτάνω. Η αλήθεια ήταν ότι εκείνη τη στιγμή που περνούσα δίπλα από τα Τσουκαλαίικα απείχα γύρω στα 90 χιλιόμετρα από τον στόχο μου. Όμως δεν είχε και πολλά να κάνω για αυτό οπότε απόδιωξα αυτές τις σκέψεις και αφοσιώθηκα στο να προχωράω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

            Τα χωριά φεύγανε το ένα μετά το άλλο. Στην παραμικρή ανηφόρα κατέβαινα και περπατούσα. Σε μια μεγάλη ευθεία που ενώνει την παραλία της Αλισσού με την Κάτω Αχαγιά κατέβηκα και περπάτησα αν και ο δρόμος ήταν επίπεδος, γιατί δεν άντεχα άλλο να κάθομαι στη σέλα. Το κάμπινγκ της Αλισσού μου φάνηκε πανέμορφο και η θάλασσα ήταν υπέροχη τόσο πρωί. Ο ήλιος μόλις έβγαινε και το φως περνούσε από τα δέντρα πίσω και αριστερά μου και φώτισε λίγο παραπάνω. Η φύση ήταν απολαυστική και ανακουφισμένος από το ότι δεν καθόμουν στο ποδήλατο για λίγο θαύμασα τα μεγάλα δέντρα και τον ήχο από το κυματάκι που ξέβραζε φύκια στα δεξιά μου. Όταν ένιωσα λίγο καλύτερα καβάλησα πάλι και έβαλα ακουστικά. Ένιωσα ότι καθυστερούσα και όσο όμορφη και να ήταν η θάλασσα εδώ, εμένα μονάχα μια παραλία και μία θάλασσα διαφεντεύουν την καρδιά μου. Έτσι αποτίναξα τις ξένες ομορφιές και έκανα πετάλι λίγο πιο γρήγορα.

            Η Κάτω Αχαγιά είναι ένα κεφαλοχώρι στη δυτική Αχαΐα απ’ όπου κατάγεται μια φίλη μου και ήθελα να το δω από περιέργεια μιας και είχε μεγαλώσει εκεί και μας το αναφέρει συχνά. Πριν καν μπω το μετάνιωσα. Ο λόγος ήταν κάτι απότομες ανηφόρες που οδηγούσαν στο κέντρο του χωριού οι οποίες θα ήταν δύσκολο να τις ανέβω και ξεκούραστος να ήμουν. Ε, δεν ήμουν και η ανάβαση με εκνεύρισε παρόλο που την έκανα φυσικά με το ποδήλατο στα χέρια. Το χωριό καθαυτό δεν έλεγε και πολλά πράγματα αν και είχε μερικά ωραία πετρόκτιστα σπίτια και μια ωραία πλατεία. Δεν καθυστέρησα λεπτό και προσπέρασα την Κάτω Αχαγιά με μια γρήγορη ματιά κι έναν εκνευρισμό. Έξω από το χωριό μια ευθεία με έβγαζε στην εθνική οδό όπου θα έμενα μέχρι και τον Πύργο.

            Από το σημείο που βγήκα στην εθνική τα πράγματα έγιναν πολύ απλά. Έπρεπε απλά να προχωράω μπροστά όσο πιο γρήγορα μπορώ και κάποτε θα έφτανα. Στη θεωρία είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Η πράξη ήταν μια άλλη κουβέντα. Το πρωινό πέρασε αναίμακτα παρόλο που σταματούσα κάθε ένα τέταρτο. Ο δρόμος ήταν αληθινά επίπεδος με μικρές αυξομειώσεις και προσπαθούσα σκληρά να ποδηλατώ γρήγορα και στρωτά. Από τη στιγμή που έπιανα μια συγκεκριμένη ταχύτητα και μιας και δεν υπήρχαν μεγάλες ανηφόρες να μου κόψουν τη φόρα, η ταχύτητά μου ήταν σταθερά μεγάλη και οι μόνες φορές που σταματούσα ήταν επειδή πονούσα από τη σέλα. Αλλιώς θα είχα προχωρήσει πραγματικά πάρα πολύ μέχρι το μεσημέρι. Οι πινακίδες με ενημέρωναν για Πύργο και παρατηρούσα με ονειρική βραδύτητα τα χιλιόμετρα να μειώνονται, από 92 σε 87, μετά σε 81 και σιγά σιγά να κατεβαίνουν. Λόγω της αλλαγής κλίμακας που είχε συμβεί στο μυαλό μου, πλέον θεωρούσα πως ήμουν κοντά, πως τα 70 χιλιόμετρα ήταν κάτι λογικό και ασφαλές, κάτι απόλυτα δυνατό.

            Ο δρόμος ήταν αληθινά ονειρικός για ποδηλάτη εκτός από ένα πράγμα το οποίο μοιάζει αστείο να το αναφέρω τώρα. Τα φανάρια. Η εθνική οδός Πατρών Πύργου είναι η μόνη εθνική οδός στην Ελλάδα που έχει φανάρια σε ορισμένες διασταυρώσεις. Αδιανόητα πράγματα που αν είσαι με αμάξι, σου υπενθυμίζουν ότι ζεις σε χώρα ανέκδοτο. Αν είσαι με ποδήλατο και κουρασμένος όμως, το ηλίθιο σταμάτημα στη μέση του πουθενά σε ένα φανάρι για 20 δεύτερα, ενώ είχες φόρα και έσφιγγες τα δόντια τόση ώρα για να τη διατηρήσεις, μπορεί να σε τρελάνει. Μπήκα στον πειρασμό μια δυο φορές να τα κάψω τα φανάρια με μια γρήγορη ματιά, όμως ευτυχώς, έχω κάψει φανάρια σε άλλες, πιο κλειστές διασταυρώσεις και ξέρω καλά ότι μπορεί να το πληρώσω πολύ ακριβά, ειδικά σε διασταύρωση όπου παίζουνε ταχύτητες 60 και 80 ή και παραπάνω χιλιομέτρων την ώρα από τρελαμένους αγρότες ή ντόπιους με κόμπλεξ ανωτερότητας/κατωτερότητας. Έτσι αναγκάστηκα να σταματήσω τρεις τέσσερις φορές με τα νεύρα μου τσίτα.

            Σιγά σιγά το μεσημέρι πέρασε κι εγώ πήρα την αργή στροφή προς το νοτιά και το κέντρο της Ηλείας. Ο δρόμος από ένα σημείο και μετά είναι φρεσκοστρωμένος, δε θυμάμαι πια από πού ακριβώς και πλέον αυτά που προσπερνούσα δεν έχουν σημασία μιας και δεν έκανα τίποτα άλλο πέρα από το να προχωράω ευθεία. Όταν μιλάμε για ομαλούς δρόμους φυσικά δε μιλάμε ποτέ για απόλυτες ισάδες. Δεν υπάρχει απόλυτος επίπεδος δρόμος πουθενά έξω από μοντέλα φυσικής. Και στην πεδιάδα που τώρα διέσχιζα έτσι ήταν. Ο δρόμος ήταν μεν ομαλός αλλά τα σκαμπανεβάσματα της φύσης ήταν εκεί να υπογραμμίζουν ότι τίποτα τέλειο δεν υπάρχει. Έτσι, πάλι, παρόλο που οι ανηφόρες είχαν ελάχιστη κλίση, αναγκαζόμουν να κατεβαίνω και να πηγαίνω με τα πόδια. Όμως τώρα η ευκολία που προσέφερε αυτό εκμηδενιζόταν από έναν άλλο παράγοντα που αν και τον περίμενα, δεν ήμουν έτοιμος να τον αντιμετωπίσω. Ήταν τα αυτοκίνητα και οι νταλίκες που μου έκαναν συντροφιά στη διαδρομή, τα οποία πλέον δεν έπαιζαν σε αποστάσεις ασφαλείας αλλά φλέρταραν με τον θάνατό μου σε βαθμό παρενόχλησης. Ο δρόμος είναι στενός καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής από την Πάτρα, και ΛΕΑ δεν υπάρχει παρά μόνο αν θέλεις να αστειευτείς. Έτσι εγώ προχωρούσα, είτε καβάλα είτε πεζή, στην ακρούλα σαν τον καημένο και δίπλα μου περνούσαν αμάξια με 100 και πλέον χιλιόμετρα και τον αέρα να μου δίνει σφαλιάρες στο πλάι. Και φυσικά όταν λέω δίπλα εννοώ στο ένα μέτρο. Δεν ξέρω πως το βίωσαν οι οδηγοί που με προσπέρασαν, εγώ πάντως υπήρξαν στιγμές που τρομοκρατήθηκα. Ειδικά σε ορισμένες προσπεράσεις όπου από απέναντι είδα τον χάρο με μορφή στέησον βάγκον να κάνει προσπέραση βγαίνοντας αντίθετη λωρίδα κι εμένα να κολλάω σε κάτι καλαμπόκια για να μην πάω αδικοχαμένος στα άγια χώματα του καρπουζιού και της ντομάτας, ε εκεί αμφισβήτησα λίγο την λογική πίσω από το ταξίδι μου. Όμως όπως είχα αποφασίσει, άλλη λύση δεν υπήρχε στο πρόβλημα πέρα από το να τελειώσω σήμερα τη διαδρομή μου και να τα αφήσω όλα πίσω μου.

            Μεσημέριασε και η ζέστη άρχισε πάλι να ανεβαίνει. Άνεμος πέρα από αυτόν που προξενούσαν οι θανατηφόρες προσπεράσεις δεν υπήρχε και οι θερμοκρασίες ήταν δυνατές. Ο δρόμος έκαιγε κάτω από τα πόδια μου όταν έφτασα στο ύψος των Λεχαινών και τα πόδια μου μέσα στα παπούτσια είχαν πάρει φωτιά. Αν μπορούσα να κάνω όλη τη διαδρομή ποδηλατώντας δε θα είχα αυτό το πρόβλημα, όμως, όπως και το απόγευμα της προηγούμενης, οι στάσεις μου ήταν πολύ συχνές όπως και πολύ συχνά ήταν τα κομμάτια της διαδρομής που αναγκαζόμουν να τα κάνω με τα πόδια στην καυτή άσφαλτο. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν μόνο χωράφια και μερικά δέντρα, όλα αυτά κολλητά με το δρόμο και χωρίς κενό. Έτσι, απλά πήγαινα στην άκρη της ασφάλτου στο πυρωμένο μεσημέρι, 5 λεπτά καβάλα, 5 λεπτά πόδια και πάλι και πάλι, προχωρώντας μόνο με το πείσμα ή μέχρι να συναντήσω κάποια καλή κατηφόρα ώστε να την πάω όρθιος στο ποδήλατο και με τη φόρα που θα μου δώσει να κάνω και μερικά χιλιόμετρα ακόμα ποδηλατώντας.

            Όταν κατάφερα να βρω λίγο ρυθμό, προχώρησα προς Γαστούνη λίγο πιο εύκολα. Τη Γαστούνη πάντα θα τη θυμάμαι από ένα αστείο του πατέρα μου, ο οποίος κάποτε, όταν με πήρε τηλέφωνο στο ΚΤΕΛ και με ρώτησε που είμαι και του είπα «μόλις πέρασα τη Γαστούνη» μου απάντησε με αστειευόμενο τρόμο: «φύγε από κει ρε, εκεί βρωμάει ντομάτα». Το πόσο δίκιο είχε θα το επιβεβαίωνα λίγα λεπτά μετά, όταν από ένα από τα ηλίθια φανάρια του δρόμου που ανέφερα παραπάνω βγήκε ένα τρακτέρ τραβώντας από πίσω μια πελώρια καρότσα γεμάτη ντομάτες. Το τρακτέρ με τις ντομάτες πήρε σιγά σιγά το δρόμο προς το νότο, τραβώντας κατά τη Γαστούνη όπου υπάρχουν μεγάλες βιομηχανίες ντοματοπολτού και ντοματοχυμών. Και τι με ένοιαζε εμένα, θα αναρωτηθεί κανείς, για το τρακτέρ με τις ντομάτες και τη Γαστούνη; Καταρχάς, η καρότσα και οι ντομάτες βρωμούσαν αδιανόητα. Ήταν μυρωδιά που ακολουθούσε την καρότσα από κάποια απόσταση και σχεδόν με ζάλιζε. Πέρα από αυτό, το τρακτέρ πήγαινε αργά, και οι ελπίδες μου ότι, ντάξει, βγήκε μπροστά μου, βρωμάει, αλλά αργά ή γρήγορα θα ξεφύγει μιας και πάω αργά και θα το χάσω, διαψεύστηκαν οικτρά. Σαν από σατανική σύμπτωση πηγαίναμε σχεδόν με την ίδια ταχύτητα. Η συνοδεία αυτή με ακολούθησε, ή μάλλον πιο σωστά την ακολούθησα για πολλή ώρα και η μυρωδιά μου έφερνε εμετό. Επίσης, από μια γωνιά του φορτηγού, από το βάρος των ντοματών, που ήταν άπειρες, οι κάτω κάτω συνθλίβονταν και έτρεχε στην άκρη του δρόμου ένα ρυάκι λιωμένης ντομάτας και χυμών που προσπαθούσα μάταια να μην το πατάω με τις ρόδες μου γιατί σιχαινόμουν. Αν ήμουν ξεκούραστος σίγουρα θα το είχα προσπεράσει όμως ήμουν αναγκασμένος να το ακολουθάω μην μπορώντας να βγω μπροστά του αλλά και μη θέλοντας να σταματήσω.Εν τέλει το τρακτέρ το έχασα μόνο όταν φτάσαμε στο ύψος της Γαστούνης και έστριψε να πάει προς το εργοστάσιο κι εγώ συνέχισα ανακουφισμένος.

            Μετά τη Γαστούνη η απόσταση συντόμεψε αισθητά. Είναι περίπου 30 χιλιόμετρα ακόμα για τον Πύργο μα δεν ένιωθα ακόμα ότι είχα τελειώσει. Και αιτία για αυτό ήταν οι πόνοι και η ζέστη. Τα 30 χιλιόμετρα σε κανονικές συνθήκες δεν είναι πολλά για εμένα, είναι μια σεβαστή απόσταση και τίποτα παραπάνω. Όμως τώρα, ακόμα κι αυτό μου ήταν ένα βουνό. Κατηφορίζοντας λίγο ακόμα έφτασα στο ύψος της Αμαλιάδας και αποφάσισα ότι ήταν ώρα για ένα μεγάλο διάλλειμα. Η ώρα ήταν περασμένη, κανονικό μεσημέρι πια, νομίζω μία, και δεν άντεχα άλλο. Σταμάτησα σε ένα αναψυκτήριο κάπου ανάμεσα σε δυο χωράφια που τα πότιζαν αυτά τα ποτιστικά που κάνουν ωραίες ρυθμικές κινήσεις και το νερό κάνει ωραία τόξα στον αέρα. Το μέρος μύριζε, έζεχνε Ηλεία, το χωριό μου και όλα όσα με έχουν σημαδέψει από τη γέννησή μου. Τα αμάξια ήταν λιγοστά μιας και ελάχιστοι οδηγούσαν με τέτοια ζέστη μεσημέρι και στο μαγαζί δεν υπήρχε ψυχή πέρα από την καταστηματάρχισσα και έναν τυπά, μάλλον φίλο της.

            Είχα αποφασίσει πως το πρόγραμμα των δυο προηγούμενων ημερών δεν θα το ακολουθούσα και σήμερα, δηλαδή το μεσημέρι δε θα σταματούσα να φύγει η ζέστη. Ήμουν τόσο κοντά πλέον που το να χάσω 2 ώρες περιμένοντας μου φαινόταν ανόητο. Οπότε στο αναψυκτήριο θα καθόμουν κανα μισάωρο το πολύ και θα συνέχιζα. Η κυρία στον πάγκο με κοίταξε καλά καλά βλέποντάς με να φτάνω με το ποδηλατό μου αλλά δεν είπε τίποτα. Ο διάλογός μας ήταν ο συνηθισμένος. Ένα μεγάλο νερό και κάτι να φάω και αν είχε πρίζα να φορτίσω το κινητό μου για λίγο. Με τη μουσική που άκουγα όλη μέρα η μπαταρία είχε πέσει πολύ και παρόλο που ήμουν κοντά δεν είχα φτάσει και ήθελα να είμαι σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά. Έτσι ξαναφόρτισα, ήπια νερό και κάθισα λίγο έξω σε ένα σκαμπό να περάσει λίγο η ώρα. Μετά από λίγο βγήκε και η κυρία του μαγαζιού έξω να κάνει τσιγάρο και κάθισε με το φίλο της σε ένα άλλο τραπεζάκι κάτω από μια πελώρια ομπρέλα. Παρόλο που υπήρχε σκιά, η ζέστη ήταν φρικτή. Απορώ πως καθόντουσαν έξω. Εγώ ήμουν ιδρωμένος και αυτό κάπως βοηθούσε αλλά υπήρχε άπνοια και η μέρα ήταν από τις κακές καλοκαιρινές ημέρες που παρακαλάς να βρέξει ή να νυχτώσει. Σταμάτησα να δίνω σημασία στους άλλους ανθρώπους εκεί, άλλωστε ήμουν ήδη αποκομμένος από εκείνους και το ήξερα, όμως η κυρία μου μίλησε και ξαφνιάστηκα: «Από πού έρχεσαι καλέ και είσαι έτσι;» με ρώτησε. «Και να σου πω δε θα το πιστέψεις» της απαντάω με λίγη μαγκιά συνειδητοποιώντας ότι η προσπάθεια και μόνο να εξηγήσω αυτό που κάνω εδώ και δυόμιση μέρες θα ήταν παράλογη. «Από Αθήνα έρχομαι», συνέχισα. Ξαφνιάστηκε και: «πλάκα μου κάνεις» αναφώνησε αλλά εγώ δεν έμεινα ικανοποιημένος. Προφανώς θα ξαφνιαζόταν αλλά όλο το βάρος και η ένταση του εγχειρήματος δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν από ένα απλό ξάφνιασμα. Όμως δεν ήξερε και δε θα μπορούσε να ξέρει το βίωμα. Έτσι γρήγορα άφησα τη συζήτηση να σβήσει. Με ρώτησε πόσες μέρες, πως και το έκανα, τις βασικές ερωτήσεις που ρώτησαν όλοι αργότερα, και τις απάντησα ευγενικά και χαμογελαστά. Αλλά δεν σήμαιναν τίποτα. Ακόμα και οι εικόνες που είδα στις πιο αδιάφορες στιγμές του δρόμου ήταν το κάτι άλλο. Αδύνατο να τις περιγράψω. Έτσι δεν προσπάθησα. Ένα τέταρτο αργότερα πήγα μέσα πάλι να πάρω το κινητό μου και ετοιμάστηκα να φύγω. Τη χαιρέτησα εγκάρδια γιατί παρόλο που δεν μπορούσαμε να έχουμε σημείο επαφής, αναγνώρισα την καλή της πρόθεση και, αλήθεια, μήπως δεν ήταν η πρώτη άνθρωπος που μου μίλησε αληθινά σε όλο το ταξίδι; Ήταν ευχάριστο αυτό, όπως και να ‘χει. Έφυγα λοιπόν και ξεκίνησα την τελευταία μου πορεία προς το σπίτι.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

Ένα ταξίδι δηλητήριο, ένα ταξίδι γιατρικό - μέρος 3ο

Δεύτερη μέρα

 

            Η όρεξη μου για τον δρόμο μπροστά με εντυπωσιάζει ακόμα και τώρα. Αν με ρωτούσες πριν θα σου έλεγα ότι μετά από την πρώτη δύσκολη μέρα και ακόμα περισσότερο μετά την δύσκολη νύχτα, το πρωί θα σερνόμουν στο δρόμο, πηγαίνοντας κούτσα κούτσα μέχρι το επόμενο χωριό πριν σταματήσω ξανά. Όμως δεν έγινε έτσι. Το πρωινό ήταν υπέροχο, και σαν καιρικές συνθήκες και σαν αίσθηση. Νομίζω η υπερένταση με ξυπνούσε και δεν έδινε κανένα περιθώριο χαλάρωσης. Ήμουν ξένος σε ξένο τόπο και δεν υπήρχε καταφύγιο πουθενά. Είχα μια έρημο μπροστά και έπρεπε να την περάσω για να ξεκουραστώ, όπως κάποιες φορές στην παραλία στο χωριό μου, που η άμμος καίει και πρέπει να τρέξεις στο καυτό έδαφος, χωρίς να σταματήσεις στιγμή αλλιώς θα καείς. Και όταν φτάσεις στην άκρη του νερού θα ξεκουραστείς.

Ξεκίνησα λοιπόν και το πρώτο πρόβλημα της ημέρας ήταν το πρωινό. Αυτό ήταν και το ευκολότερο, λύθηκε στην επόμενη στροφή του δρόμου όπου είδα έναν φούρνο να έχει μόλις ανοίξει. Η ώρα πρέπει να ήταν γύρω στις 7 όταν μπήκα και η κυρία πίσω από τον πάγκο ξαφνιάστηκε όταν με είδε. Είχε στα χέρια της ένα ταψί και τακτοποιούσε διάφορα γλυκά, ήταν φανερό πως δεν περίμενε κάποιον τόσο νωρίς. Η αρχική της δυσπιστία λόγω της εμφάνισής μου γρήγορα εξανεμίστηκε γιατί μίλησα πολύ ευγενικά, είχα ανάγκη να βρω έναν σύμμαχο έστω για 5 λεπτά. Δε θυμάμαι ακριβώς τι πήρα, το ένα ήταν σίγουρα σπανακόπιτα αλλά πρέπει να αγόρασα και κάτι γλυκό και κάτι αλμυρό για αργότερα. Τη ρώτησα δειλά δειλά αν θα μπορούσα να φορτίσω το κινητό μου 10 λεπτά και να κάτσω να φάω στη βεράντα του φούρνου που είχε κάτι καρέκλες. Με ξανακοίταξε περίεργα αλλά δέχτηκε οπότε πήγα έξω να φάω και να σκεφτώ τις επόμενες στάσεις.

Ο δρόμος ήταν παραλιακός και θύμιζε νησί, όχι κυκλαδίτικο μικρό, αλλά μεγάλο, με πολύ κόσμο. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα και η κίνηση ήταν ελάχιστη, απέναντι είχε σειρές ξαπλώστρες και ομπρέλες για την παραλία η οποία ήταν πολύ μεγάλη και τα μεσημέρια πρέπει να βούλιαζε από τον κόσμο. Το άλλο που με εντυπωσίασε ήταν οι γέροι και οι γριές που έκαναν περίπατο, είχα ήδη προσπεράσει δύο άντρες και μια γυναίκα και όσο κάθισα με προσπέρασε ακόμα ένας γεράκος με μπαστούνι. Φορούσε αθλητική περιβολή αλλά γεροντίστικη, έμοιαζε να έχει βγει από κάποιο υπερλούξ θέρετρο ηλικιωμένων αλλά ποιος ξέρει, μπορεί απλά να είχε αγοράσει μια φόρμα να μοιάζει κουλ όσο έκανε την πρωινή του γυμναστική. Όλη η περιοχή απέπνεε μια αίσθηση γήρατος αλλά και λουσάτης φάσης, νέο δεν είχα δει ούτε για δείγμα απ’ όταν έφυγα από την χτεσινοβραδινή παραλία. Ίσως ήταν ακόμα νωρίς.

Έφαγα γρήγορα γρήγορα και έβαλα μπρος τον εαυτό μου με κάποιο ζόρι για να καταφέρω να ξεκολλήσω. Ζήτησα το κινητό μου από την φουρνάρισσα, έβαλα και χάρτη και ξανακάθισα λίγο στη βεράντα να δω πως θα χωρίσω το δρόμο μου ως την Πάτρα. Χωρίς να το καταλάβω είχα αποφασίσει ότι πρέπει αύριο βράδυ το αργότερο να έχω φτάσει Πύργο. Νομίζω αυτή η απόφαση ήταν αποτέλεσμα τριών γεγονότων. Το πρώτο ήταν ότι είχα καταφέρει να καλύψω πάνω από 100 χιλιόμετρα την προηγούμενη με καθυστέρηση 3 ωρών οπότε μπορούσα να ελπίζω ότι θα κάνω κάτι παρόμοιο και σήμερα. Το δεύτερο ήταν η παραπλανητική πρωινή μου ευεξία η οποία μου είχε δώσει θάρρος και με έκανε να πιστεύω ότι τα επόμενα 100 χιλιόμετρα θα είναι το τίποτα μπροστά στην αδάμαστη θέληση και τα δυνατά μου πόδια. Και το τρίτο, και το μόνο αληθινό ήταν ότι είχα καταλάβει, χωρίς καν να κάτσω να το βάλω σε σκέψη ή λόγο, ότι κάθε νύχτα θα είναι ένα σοκ και μια άσχημη εμπειρία για μένα. Συνεπώς έπρεπε να αποφύγω πάση θυσία να περάσω τέταρτο βράδυ στην ύπαιθρο, ειδικά εφόσον ήξερα ότι θα το περνούσα στην Ηλεία, την οποία όσο κι αν αγαπώ, ξέρω πολύ καλά τι κινδύνους εγκυμονεί. Ή τέλος πάντων αυτό με άγχωνε παραπάνω.

Τρεις μέρες λοιπόν, 300+ χιλιόμετρα. Εξού και ο στόχος της δεύτερης μέρας: έπρεπε πάση θυσία να προσπεράσω την Πάτρα, έστω και για ένα χιλιόμετρο. Δεν ήθελα επουδενί να ξεμείνω μέσα στην πόλη καθώς προτιμούσα την ερημιά και ένα σημείο σε μια άδεια παραλία από τον κόσμο, τη φασαρία και τις ανεπιθύμητες ερωτήσεις. Αν δεν έφτανα Πάτρα απόψε, η τρίτη μέρα θα ήταν κόλαση, ενώ αντίθετα όσο περισσότερο κατάφερνα να την προσπεράσω, τόσο μικρότερη απόσταση θα είχα να καλύψω την τρίτη και προφανώς τη χειρότερη μέρα από άποψη εξάντλησης.

Χωρίς πολλά πολλά λοιπόν, είπα ότι θα κάνω μεσημεριανό μεγάλο διάλειμμα στο Αίγιο, που είναι παραπάνω από τη μισή απόσταση στο Κιάτο – Πάτρα και ξεκίνησα. Ήταν ακόμα νωρίς και ο ήλιος δεν ενοχλούσε, έτσι έβαλα ακουστικά για να περάσει λίγο η ώρα και γιατί είχα να ακούσω μουσική πολλές ώρες. Είχα γεμίσει το κινητό με μουσική για το ταξίδι όμως αφενός δεν έπρεπε να χαλάω μπαταρία όσο μπορούσα και αφετέρου, από τις 11 και μετά, λόγω ήλιου και κούρασης, η μουσική καταντούσε πιο πολύ ενόχληση παρά βοήθεια. Έτσι έβαλα να ακούσω τώρα που μπορούσα να το αντέξω για καμιά ώρα.

 Οι πόνοι όμως είχαν επιστρέψει για να μείνουν. Πρώτος σε ένταση ήταν στο δεξί μου γόνατο, αυτός που δεν ήξερα τι τον προκαλούσε. Είχε αρχίσει να με ενοχλεί τόσο ώστε απέφευγα να σταματάω σε φανάρια και προτεραιότητες για να μην ξαναξεκινάω και βάζω πίεση στο σημείο. Ο δεύτερος πόνος, αυτός από τη σέλα, με ενοχλούσε αλλά αν έβρισκα μια σωστή στάση καθίσματος ήταν ανεκτός. Επίσης προσπαθούσα σε κατηφόρες ή όπου είχα φόρα να είμαι όρθιος καθώς βοηθούσε και στα δύο. Εκεί που δεν βοηθούσε όμως ήταν στους καρπούς, που ήταν ήδη ξεχαρβαλωμένοι από τη δουλειά, και τώρα από την ολοήμερη ποδηλασία. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη κάθε μου προσπάθεια να βολευτώ στο ποδήλατο, αλλά βιαζόμουν, οπότε είπα ότι θα ζεσταθώ και θα φτιάξει.

Ξεχνώντας όσο μπορούσα τα προβλήματα, η διαδρομή κατάφερε να με συνεπάρει αρχικά. Μετά το Ξυλόκαστρο, το οποίο το πέρασα αδιάφορα και χωρίς να καθυστερήσω, ξεκίνησε ένα κομμάτι της διαδρομής το οποίο πηγαίνει δίπλα ακριβώς από την παραλία. Δεξιά είναι η θάλασσα και αριστερά σπίτια, μικρά καφενεία, ταβέρνες και ουζερί, μετά συνήθως ένα μικρό κενό με βλάστηση για κανα χιλιόμετρο και ξανά μανά τα ίδια. Χωριά επί χωριών, κυριολεκτικά ίδια, παραλιακοί οικισμοί που δεν έχω ιδέα πως μπορεί να τους ξεχωρίσει κάποιος. Όπως και την πρώτη μέρα δηλαδή μετά την Κόρινθο, αλλά πιο ωραία, πιο γραφικά και με πολύ λιγότερο κόσμο. Το μόνο αρνητικό: Αυτό το τοπίο ήταν ίδιο και απαράλλακτο για δεκάδες χιλιόμετρα, τουλάχιστον τριάντα.

Θυμάμαι μετά από δυο ώρες που πήγαινα το απαράλλαχτο τοπίο, με μικρές στάσεις για να ανακουφίζεται ο κώλος μου από τη σέλα, άρχισα να αναρωτιέμαι αν έχει γίνει κάτι λάθος εδώ. Κοίταζα που και που το χάρτη αν και χωρίς λόγο, μιας και δεν είχε κάπου να χαθείς ή να στρίψεις λάθος. Όσο είχα δεξιά τη θάλασσα δεν μπορούσα να πάω στραβά. Όμως η απουσία εναλλαγής στο τοπίο ήταν πραγματικά υπνωτιστική. Και κάποιες φορές τρομακτική. Σε μια σύντομη στάση στην άκρη του δρόμου, κοιτούσα καλά καλά τα σπίτια πάνω στον παραλιακό δρόμο και νόμιζα πως τα είχα ξαναδεί. Η κίνηση ήταν ελάχιστη, καθημερινή πρωί κιόλας, και ένιωθα πως δε μπορούσα να συγχρονιστώ με την πραγματικότητα. Μια δυο φορές ήμουν σίγουρος, αλλά σίγουρος, ότι το ίδιο σημείο το είχα ξαναπεράσει. Τα μόνα που άλλαζαν ήταν η κούραση, η ζέστη όσο ο ήλιος πλησίαζε στο ζενίθ του και μεσημέριαζε, και η συχνότητα των στάσεων. Αν δεν είχα κινητό με χάρτη, ενδεχομένως να είχα σταματήσει να ρωτήσω σε μαγαζιά αν τελειώνει ποτέ αυτός ο δρόμος. Μου θυμίζει τώρα που το σκέφτομαι, ένα διήγημα μυστηρίου ή τρόμου που είχα διαβάσει κάποτε για κάποιον παγιδευμένο σε μια κόλαση επανάληψης.

Όμως είχα χάρτη και παρόλο που οι αλλαγές ήταν αργές, ευτυχώς είχα την υπομονή να τις δω για να παίρνω θάρρος. Τα βουνά της Αχαΐας πέρα και αριστερά πλησίαζαν και οι πινακίδες που έγραφαν για Αίγιο και Πάτρα έδιναν όλο και λιγότερα χιλιόμετρα. Όμως πια η σέλα με έτσουζε αρκετά, τόσο που ο πόνος στον κώλο μου άλλαξε θέση στην κατάταξη και πήγε πρώτος.

Βγαίνοντας ταλαιπωρημένος αλλά ακόμα ακμαίος από την Έρημο της Επανάληψης, είχα φτάσει στο ύψος της Ακράτας και πλησίαζα το Αίγιο. Τα τοπία είχαν αλλάξει πλέον κι έτσι πήρα άλλον αέρα. Σταμάτησα κάποια στιγμή σε μια άκρη που πλησίαζε ο δρόμος μου με τη νέα εθνική και είχε ένα ωραίο πλάτωμα με γρασίδι. Τα αυτοκίνητα που προσπερνούσαν το σημείο της στάσης μου από την νέα εθνική μου φαινόντουσαν τόσο γρήγορα που δεν προλάβαινα να τα δω. Ένιωθα ότι η διαφορά φάσης μας είναι τεράστια. Δεν κάθισα κάτω, δεν μπόρεσα, όμως όρθιος, χωρίς σέλα και πετάλι, ένιωσα ότι ξεκουράστηκα λιγάκι. Έκανα λίγο πέρα δώθε να δώσω μια άλλη αίσθηση στο σώμα μου μετά την πολύωρη διαδρομή, πήρα και κάτι τηλέφωνα να ακούσω μια φωνή πέρα από τη δική μου. Η ώρα πρέπει να είχε πάει 12 ή κάπου εκεί, και ανησυχούσα, γιατί, αν και δεν ήμουν μακριά, είχα αρκετή απόσταση ως το Αίγιο, καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα. Εκεί έπρεπε να μπω το αργότερο ως τις 3 το μεσημέρι, ώστε να κάτσω 2 ώρες, να φάω, να ηρεμήσω όσο ήταν δυνατόν, και να ξεκινήσω το αργότερο ως τις 5 για Πάτρα μπας και έπιανα τον στόχο της ημέρας.

Όταν ξεκίνησα πάλι, η κατάσταση είχε χειροτερέψει αισθητά. Η ζέστη ήταν πάλι αφόρητη, διψούσα ενώ είχα φουσκώσει και πονούσα. Επίσης, μέχρι τότε, σε όλη την παραλιακή διαδρομή οι υψομετρικές αλλαγές ήταν απειροελάχιστες. Από το σημείο εκείνο και μετά ο δρόμος άφηνε την ακτή και έμπαινε λίγο προς την ενδοχώρα. Ως φυσικό επακόλουθο αυξήθηκαν οι ανωμαλίες στο έδαφος άρα και οι ανηφόρες τις οποίες όσο τις σκεφτόμουν με έπιανε τρέμουλο. Δε θα μπορούσα να ανέβω τίποτα υπερβολικά απαιτητικό και το ήξερα ήδη. Νομίζω πως μέχρι τότε είχα στο νου μου ότι θα έβγαινε σχετικά αναίμακτα η διαδρομή, ότι θα ταλαιπωριόμουν αλλά θα προχωρούσα χωρίς να χρειαστεί υπερπροσπάθεια. Όταν ανέβηκα πάλι στο ποδήλατο και είδα την ανηφόρα μπροστά, με έπιασε απελπισία. Δε μπορούσα, απλά δε γινόταν να πιέσω το σώμα μου για να την ανέβω.

Κατέληξα να την ανέβω με τα πόδια, όπως ήταν αναμενόμενο… είχα ξενερώσει και αυτό με κρατούσε πολύ πίσω. Ανέβηκα την μικρή ανηφόρα και είδα το δρόμο, σχετικά καινούργιο, με ωραίο οδόστρωμα και αποφάσισα να ξανανέβω. Έτσι κι αλλιώς δεν είχα που να πάω ή τι κάνω. Ακόμα και να ήθελα να τα παρατήσω, έπρεπε να πάω στο Αίγιο να βρω πολιτισμό.

Ξεκίνησα και με τη ροή κάπως προχώρησε το πράμα. Κατάλαβα ότι οι στάσεις όσο μεγαλύτερες είναι, τόσο χειρότερα με κάνουν. Απίστευτη ειρωνεία, να κάνω ποδήλατο και να σκέφτομαι: «έλα, στην επόμενη κορυφή λόφου θα κάνω διάλειμμα» και ταυτόχρονα να σκέφτομαι πως αν σταματήσω πολύ δύσκολα να ξεκινήσω ξανά. Κούτσα κούτσα πέρασα το Διακοφτό και τον Κερινίτη ποταμό και πλησίασα στο Αίγιο.

Πλησιάζοντας με έπιασε ένα κακό προαίσθημα, κάτι που δεν είχα ξανανιώσει μέχρι τώρα στη διαδρομή. Δεν είχε σχέση με την κατάστασή μου, νομίζω το μέρος με έκανε να νιώθω αρνητισμό. Όσο πλησίαζα την πόλη, τόσο χειρότερα ένιωθα. Ειλικρινά, αν είχα δυνάμεις θα το προσπερνούσα χωρίς να σταματήσω αλλά κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Έπρεπε να φάω και να κρυφτώ λίγες ώρες από τη ζέστη. Ακόμα περισσότερο έπρεπε να κατέβω από τη σέλα που με είχε διαλύσει.

Από τον κόμβο λίγο έξω από το Αίγιο ξεκίνησαν τα παρατράγουδα. Σταμάτησα λίγο κάτω από ένα δέντρο να πάρω μια ανάσα γιατί η ζέστη πλέον ήταν σαν παχύ πάπλωμα και είχα πονοκέφαλο. Λίγο δίπλα από τη διασταύρωση που έπρεπε να κάνω δεξιά για την πόλη ήταν και ο Σελινούς ποταμός, ο οποίος ήταν κατάξερος. Μόλις ξεκίνησα πάλι, ένας 50άρης σε ένα αμάξι μου κόρναρε και με έβρισε, παρόλο που η ενόχληση που προκάλεσα ήταν ελάχιστη. Είχε το ύφος του ντόπιου και αυτό με έκανε να ξενερώσω και να νιώσω αφιλόξενο το μέρος. Ξέρω πως ήμουν υπερβολικός όμως η κατάστασή μου δεν είχε πολλά περιθώρια για υπομονή, ήμουν ένα τσακ πριν σπάσω.

Λίγο αργότερα, μπήκα δειλά δειλά στο Αίγιο και ξεκίνησα να ψάχνω μέρος για φαγητό και ξεκούραση. Επειδή η πόλη δεν είναι στην παραλία και δεν έχει σαφή διεύθυνση ο ιστός της, θυμίζει, όπως λέγανε και οι αμερικάνοι για τις νέες πόλεις τους, κηλίδα λαδιού που εξαπλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Εγώ ήθελα να μη βγω εκτός πορείας και προσπάθησα να κόψω τον αστικό ιστό στη μέση με κατεύθυνση την άλλη άκρη όπου συνέχιζε ο δρόμος μου για Πάτρα, πράγμα όχι και πολύ εύκολο λόγω κακής ρυμοτομίας. Το Αίγιο, παρόλο που έχει και αυτό όπως σχεδόν κάθε πόλη της Πελοποννήσου μερικές γειτονιές με τα παλιά χαμηλά σπίτια του πενήντα και παλαιότερα ίσως, επειδή έχει συνεχίσει να μεγαλώνει από τότε, έχουν ξεφυτρώσει οι αηδιαστικές πολυκατοικίες του ενενήντα και του 2000 οι οποίες προσδίδουν μια αίσθηση χάους και λαβυρίνθου. Όσο περνούσα μέσα από την πόλη, δεν είδα ούτε ένα όμορφο μέρος, ούτε ένα φιλικό πρόσωπο. Μέχρι που κάθισα για φαγητό, κάπου λίγο πέρα από τα Ψηλά Αλώνια, και εκεί η άσχημη εμπειρία μου απογειώθηκε.

Σταμάτησα για φαί σε ένα σουβλατζίδικο τελείως συνηθισμένο, κάτι που κάποιες φορές μ’ αρέσει αφού το απόλυτα συνηθισμένο σε ένα μέρος που δεν έχεις συνηθίσει είναι η πεμπτουσία του. Ή έτσι λέω στον εαυτό μου για να κάνω κάτι αδιάφορο ρομαντικό. Τέλος πάντων, το μέρος ήταν αδιάφορο, επαρχιώτικο και άδειο. Δεν με χάλαγε τίποτα από τα τρία. Ήταν μπροστά σε μια λεωφόρο, η ζέστη ήταν αφόρητη και στο μαγαζί υπήρχε άλλο ένα άτομο πελάτης. Είχε πεντέξι τραπέζια με το ασπροκόκκινο καρό τραπεζομάντηλο και πίσω από τον πάγκο που ήταν ο ψήστης είχε αυτές τις κόκκινες λάμπες που κρατάνε το φαγητό ζεστό.

Είχα κλειδώσει το ποδήλατο και παρόλα αυτά το κοιτούσα που και που, απέξω, και καμάρωνα. Ήμουνα στη μέση του ταξιδιού, ακριβώς στη μέση και είχα μπει για τα καλά στην εμπειρία. Δεν είχε πρωτόγνωρα πράγματα πλέον, ήταν θέμα αντοχής και ψυχραιμίας. Τις θριαμβευτικές μου σκέψεις τις διέκοψε ο υπάλληλος που ήρθε να πάρει παραγγελία. Παρόλη την ευγένειά του, το βλέμμα του ήταν καχύποπτο, όπως ήταν αναμενόμενο. Όπως και την προηγούμενη ημέρα στα γκούντις, η οποία μου φαινόταν αιώνες πριν, έτσι και τώρα είχα χυθεί στο τραπέζι, αφήνοντας τα πράγματά μου σε 3 καρέκλες, μύριζα αρκετά και ήμουν καταϊδρωμένος. Μίλησα όσο μπορούσα πιο ευγενικά όμως δεν είχα ενέργεια και υπομονή να τους δείξω ότι όλα ήταν εντάξει, η φωνή μου έβγαινε με το ζόρι και οι κινήσεις μου ήταν αργές. Το μυαλό μου πήγαινε με χίλια από την υπερένταση όμως το σώμα μου έπεφτε κάθε δευτερόλεπτο όλο και περισσότερο.

Αφού του είπα τι ήθελα, καλαμάκια και πατάτες με σως δηλαδή, ήπια νερό και κοίταξα πάλι γύρω μου να συνέλθω. Ο μοναδικός άλλος πελάτης ήταν ένας 40άρης με κακό ύφος και αύρα που έπινε μπύρα μόνος τους, μουντρούχος. Με είδε που τον κοίταξα και κάτι μου είπε. Στην αρχή δεν κατάλαβα τίποτα γιατί δεν περίμενα να μου απευθυνθεί. Μετά κατάλαβα ότι ήθελε να με κεράσει μια μπύρα. Του είπα όχι και ξαναρώτησε. Του είπα πως δεν πίνω. Δε ρώτησε παραπάνω. Νομίζω ήταν μεθυσμένος.

Ήρθε το φαί και για αρκετή ώρα έτρωγα χωρίς να πολυσκέφτομαι. Έτρωγα αργά και χωρίς όρεξη, πάλι. Τα χέρια μου έτρεμαν λίγο αλλά όταν τελείωσα ένιωσα καλύτερα, είχα ρίξει και θερμοκρασία επιτέλους. Ένα δεκάλεπτο μετά το φαγητό μου ο μουντρούχος επέστρεψε: «θες μια μπύρα; Κερνάω». Του ξαναείπα ότι δεν πίνω και δεν επέμεινε. Ίσως έψαχνε για παρέα. Έπαιζε νευρικά με το κινητό του. Μου προκαλούσε ανησυχία και δυσκολευόμουν να χαλαρώσω. Άξαφνα θυμήθηκα ότι δεν έβαλα το κινητό μου να φορτίσει και πετάχτηκα. Η κίνησή μου τον τρόμαξε λίγο, με κοίταξε να δει τι κάνω και μόλις είδε να βάζω τον φορτιστή μου στην πρίζα, πήρε το δικό του κινητό και το έβαλε στο αυτί. Ξανακάθισα και εκείνος ξεκίνησε να βρίζει στο τηλέφωνο. Δεν φώναζε, ήταν απότομος και νευρικός και έβριζε μια γυναίκα. Όσο περνούσε η ώρα και μετάνιωνα που είχα μπει στο συγκεκριμένο μαγαζί, εκείνος άρχισε να ανακατεύει απειλές στο τηλέφωνο. Θα σε σκοτώσω, θα σε τσακίσω, τέτοια πράγματα. Έλεγε και άλλα πολλά, για κάποιο παιδί, για το πώς του τη φέρανε, δεν τα καταλάβαινα και όλα. Κοίταξα πέρα προς τον πάγκο να δω τις αντιδράσεις των υπαλλήλων, όμως εκείνοι δεν έδιναν καμία σημασία παρόλο που ήταν πολύ κοντά και σίγουρα τον άκουγαν. Κάποια στιγμή μου πέρασε απ’ το μυαλό μήπως ήταν το αφεντικό τους, εξού και το κέρασμα που ήθελε να μου κάνει. Αλλά δε νομίζω.

Όσο περνούσε η ώρα ανέβαινε και η έντασή του και άρχισε να με τσιτώνει και μένα. Όμως δεν μπορούσα να φύγω κιόλας. Έπρεπε να περιμένω να φορτίσει αρκετά το κινητό και έπρεπε οπωσδήποτε να πέσει και λίγο η ζέστη, ήταν ακόμα τρεισήμισι, τέσσερις παρά. Τότε περίπου κατάλαβα ότι δεν υπήρχε κάποιος άλλος στην άλλη άκρη της γραμμής του. Όσο τον άκουγα, συνειδητοποιούσα ότι δεν έβριζε γενικώς, υποτίθεται απαντούσε κιόλας, ή έτσι φαινόταν. Όμως ποτέ δεν έκανε παύσεις να ακούσει ακριβώς και δε θα μπορούσε κάποιος να συζητάει μαζί του. Άλλωστε το κινητό το περιέφερε πέρα δώθε, το άφηνε στο τραπέζι, πατούσε κουμπιά. Έτσι, αποφάσισα ότι ήταν ώρα να φεύγω, κι ας έκανε ζέστη, καλύτερα να καθόμουν σε κάποιο πάρκο μέχρι να περάσει λίγο η ώρα παρά να με τσιτώνει ο τρελάκιας του Αιγίου.

Πλήρωσα, μάζεψα τα πράγματά μου, ήθελα να πάω και τουαλέτα αλλά δεν τόλμησα να αφήσω πράγματα στο τραπέζι και βγήκα έξω. Η ζέστη ήταν αφόρητη ακόμα. Η κοιλιά μου ήταν τούρλα από τα υγρά και το φαί αλλά διψούσα πάλι. Πήρα το ποδήλατο και κατευθύνθηκα προς το πάρκο των αεροπόρων που είδα εκεί κοντά από το χάρτη. Πήρα μια κόκακόλα και κάθισα στο πάρκο. Ήταν τελείως έρημο, ούτε ψυχή. Στη μέση του χώρου ήταν ένα μαχητικό αεροπλάνο που το είχαν τοποθετήσει σε ύψος με μεταλλικές δοκούς και μου άρεσε πάρα πολύ που κάθισα κοντά του. Η ώρα μου στο Αίγιο είχε την αίσθηση ονείρου. Πρώτα η πόλη με τον εχθρικό αχταρμά της, μετά ο τρελός με το τηλέφωνο και τις μπύρες και τώρα ξαφνικά ένα μαχητικό αεροπλάνο μπροστά μου. Αλλά τίποτα δε μου έκανε εντύπωση πλέον, η εξάντληση με καθιστούσε παθητικό παρατηρητή. Κάθισα στη σκιά και προσπάθησα να ξεχαστώ. Η ώρα όμως δεν περνούσε και ένιωθα πάλι ότι έπρεπε να φύγω. Ήπια την κοκακόλα, κατούρησα σε κάτι θάμνους, τσέκαρα το χάρτη και ανέβηκα να φύγω. Η ώρα ήταν λίγο μετά τις τέσσερις. Πάλι δεν είχα καταφέρει να σταματήσω πάνω από δυο ώρες.

Κατέβηκα μια μεγάλη κατηφόρα και βγήκα πάλι στην παλιά εθνική. Σύντομα ο δρόμος έστριψε προς τα αριστερά, πέρασε κάτω από την νέα εθνική, πέρασε τον Μεγανείτη ποταμό και βγήκα από το Αίγιο. Δέκα λεπτά αργότερα, κι ενώ είχα αποφασίσει να συνεχίσω πια προς τα δυτικά, προσπέρασα μια δημόσια βρύση στην οποία έτρεχε νερό πόσιμο. Χωρίς να πολυσκεφτώ, σταμάτησα ξανά. Απέναντι είχε ένα εγκαταλελειμμένο βενζινάδικο και δίπλα στη βρύση μια κλειστή ταβέρνα. Δεν υπήρχε άνθρωπος και ούτε αμάξια πολυπερνούσαν. Εκεί έκανα το δεύτερό μου μεσημεριανό διάλλειμα, το οποίο αποδείχτηκε πολύ πιο όμορφο και χαλαρωτικό από το πρώτο. Ήπια νερό από την πηγή παρόλο που ήταν ζεστό και έβγαλα την μπλούζα μου και την μούλιασα κι αυτή. Την άπλωσα σε μια πέτρα να στεγνώσει και κάθισα χωρίς μπλούζα στη σκιά μιας συκιάς δίπλα στη βρύση να χαλαρώσω. Περνούσε η ώρα, βαριόμουν, όμως δεν έκανα κίνηση να ξεκινήσω. Ήταν πολύ όμορφο σημείο, παρόλο που αν το περνούσα με αμάξι δεν θα έδινα καμία σημασία. Όση ώρα κάθισα εκεί, καμιά ώρα δηλαδή, δεν πέρασε ούτε ένας άνθρωπος, μόνο μερικά αμάξια που δε μου έριξαν δεύτερη ματιά.

Όπως ανέφερα και παραπάνω, από το σουβλατζίδικο ήδη, ήθελα να πάω τουαλέτα. Δεν είχα βρει σημείο και τώρα που έμεινα χωρίς μπλούζα και κρύωσε λίγο ο ιδρώτας πάνω μου η ανάγκη επέστρεψε δριμύτερη. Σηκώθηκα, έκανα μια γύρα εκεί κοντά μήπως βρω κάποιο σημείο να χέσω αλλά όλα ήταν φανερά και δεν ψηνόμουν να κατεβάσω τα βρακιά μου και να με δει όποιο αμάξι περνούσε. Τσίτωσα πάλι. Ήθελα δεν ήθελα, έπρεπε να ξεκινήσω και μάλιστα επιτακτικά για να βρω ένα σημείο σε κανα δάσος για να ανακουφιστώ.

Ξεκίνησα λοιπόν προς Πάτρα με άγχος και νεύρα. Η διαδρομή για λίγο ήταν εύκολη όμως από τη μια η ανάγκη να χέσω και από την άλλη το τσούξιμο από τη σέλα που ήταν λες και είχα κάτσει σε κάρβουνα με έκαναν να νιώθω χάλια. Προσπαθούσα να κάνω πετάλι όρθιος όσο γινόταν όμως κι αυτό ήταν αδύνατο λόγω γονάτου και λόγω κούρασης.

Τα επόμενα δέκα χιλιόμετρα ήταν εφιαλτικά. Η διαδρομή δεν ήταν άσχημη, ο δρόμος ήταν σε πολύ καλή κατάσταση λόγω έργων σχετικών με την επέκταση της γραμμής του τρένου από την Πάτρα προς το Αίγιο. Αυτό είχε κάνει νέους δρόμους με ωραίο οδόστρωμα και ομαλούς, όμως επειδή ήταν όλα καινούργια, δεν υπήρχαν κρυφά σημεία να χωθώ να ξαλαφρώσω. Χρειάστηκε να περάσω όλο αυτό το κομμάτι και το ρέμα Τσετσεβίτικο και να μπω στο επόμενο κομμάτι του δρόμου για να καταφέρω να βρω σημείο που να βολεύει να κάνω τη δουλειά μου με ηρεμία.

Το σημείο που σταμάτησα ήταν πραγματικά μαγευτικό, αν δεν χρησιμοποιούνταν για τουαλέτα από τη μισή Πελοπόννησο κατά τα φαινόμενα. Ο δρόμος σε εκείνο το σημείο ξεκινούσε να κάνει το γύρο των βορειοδυτικών κορυφών των Αροάνειων ακολουθώντας την ακτή, σε μεγάλο υψόμετρο όμως. Τα βουνά αυτά είναι κατάφυτα αν και έχουν καεί αρκετές φορές και ο δρόμος περνάει μέσα από το δάσος τους για πολλά χιλιόμετρα. Στα δεξιά του ο ταξιδιώτης έχει τη θάλασσα, όπως πάντα, όμως σε αυτή τη διαδρομή τη βλέπει από ψηλά και έχει ωραία θέα. Ανά τη διαδρομή υπάρχουν και ορισμένες κρυφές παραλίες και κάποια ξενοδοχεία ή κάμπινγκ που για να τα φτάσεις πρέπει να κατέβεις πολύ απότομα δρομάκια μέσα από τα δέντρα. Από το σημείο που σταμάτησα εγώ μέχρι και τη Ρόδινη, δέκα χιλιόμετρα πιο δυτικά, δεν υπάρχει ούτε ένα χωριό, απλά πηγαίνεις μέσα από τα δέντρα και ανεβοκατεβαίνεις, κυρίως ανεβαίνεις δηλαδή, τις χαμηλότερες πλαγιές των βουνών. Το υψόμετρο συνεχώς ανέβαινε μέχρι ένα σημείο και μετά κατηφόριζε σταθερά για την Πάτρα.

Είχα δει από το χάρτη ότι αυτό ήταν το τελευταίο και πιο δύσκολο κομμάτι μέχρι να φτάσω το Ρίο και την Πάτρα και το πήρα ζεστά. Η διαδρομή, η σκιά και το ότι είχα τελειώσει με την τουαλέτα βοήθησαν αρκετά. Επίσης βοήθησε πολύ ότι οι δρόμοι ήταν καινούργιοι και με ωραία άσφαλτο, πράγμα που έκανε τη διαδρομή σχεδόν ευχάριστη ανά στιγμές. Στις μεγάλες ανηφόρες κατέβαινα πλέον χωρίς δεύτερη σκέψη, δεν υπήρχε λόγος να πιέζομαι. Ο χρόνος ήταν αρκετός και φοβόμουν ότι αν πιέσω παραπάνω απ’ ο,τι πρέπει κάτι θα έσπαγε, είτε αυτό ήταν το πόδι μου είτε το ποδήλατο. Κάπου στη μέση αυτού του δάσους σταμάτησα πάλι σε ένα μικρό πλάτωμα, πάλι χωρίς να καθίσω κάπου. Η κίνηση ήταν ελάχιστη κι έτσι ευτυχώς δεν κινδύνεψα πολύ από τα αμάξια. Η αλήθεια είναι ότι αυτό ήταν ένα ζήτημα σε εκείνο το σημείο, ο δρόμος ήταν στενός, δυο λωρίδες ουσιαστικά, στα δεξιά είχε απότομη πλαγιά και δέντρα και αριστερά ήταν βράχια, δεν υπήρχε πολύς χώρος για μανούβρες αν ερχότανε καμιά νταλίκα και κάνα αμάξι από την άλλη.

Στο πλάτωμα που έκανα διάλειμμα ήταν η είσοδος μιας στοάς που χρησίμευε μάλλον για υποστήριξη των τούνελ της νέας εθνικής που περνούσαν μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πάνω από εμένα. Τα ήξερα καλά από τα ταξίδια μου αυτά τα τούνελ, ποτέ δεν είχα σκεφτεί όμως ότι θα περνούσα ακριβώς απ’ έξω τους μια μέρα.

Η πυροσβεστική έκανε συνεχώς περιπολίες, ήταν σεζόν πυρκαγιών και αυτό με άγχωσε. Δεν ήθελα να με σταματήσουν ως ύποπτο εμπρηστή, στο κάτω κάτω ήμουν μόνος μου στο πουθενά μέσα στο δάσος με ένα ποδήλατο κι ένα σακίδιο. Έτσι, ξεκίνησα ξανά, και κατά τύχη το σημείο που είχα σταματήσει ήταν και η άτυπη κορυφή του δρόμου μου, από κει και πέρα κατηφόρισα αρκετά μέχρι το τέλος του δάσους και τον ποταμό Βολιναίο. Η διαδρομή μετά την ομορφιά των βουνών και του δάσους ξαναπήρε έναν πιο συνηθισμένο χαρακτήρα και η κούρασή μου βάρεσε κόκκινο. Τελείωσαν οι κατηφόρες, τελείωσε η ωραία φύση, τελείωσε και η υπομονή μου. Από κει και πέρα το ποδήλατο το πήγαινα με ο,τι αναθυμιάσεις καυσίμου είχαν ξεμείνει στο ντεπόζιτό των μυών μου.

Ακριβώς λόγω αυτής της κούρασης, ενώ η διαδρομή ήταν σχετικά εύκολη λόγω επίπεδου εδάφους αλλά ταυτόχρονα είχε πέσει και ο ήλιος οπότε δεν είχα θέμα με ζέστη, το υπόλοιπο κομμάτι ήταν κόλαση. Σταματούσα κάθε ένα τέταρτο πλέον. Πονούσα, σταματούσα δυο λεπτά, ξανανέβαινα, αν είχε κατηφόρα έκανα ένα δυο χιλιόμετρα, αν είχε ανηφόρα ανέβαινα μέχρι το επόμενο επίπεδο σημείο και σταματούσα ξανά. Ο κώλος μου είχε πάρει φωτιά και όσο αστείο και χαζό κι αν ακούγεται, ήταν πραγματικά τρομερός πόνος. Δεν μπορούσα να κάτσω στη σέλα, απλά δεν μπορούσα. Καθόμουν στραβά και έκανα πετάλι σχεδόν σαν κάβουρας, δεν καθόμουν και έσφιγγα τα δόντια για τα γόνατά μου ή έκανα μια υπομονή τριών λεπτών με κανονικό πετάλι και έκανα στάση.

Αργά και πολύ βασανιστικά, προσπέρασα τον Άγιο Βασίλειο, το Ακταίο και το Ρίο με τον ήλιο να δύει πέρα μπροστά μου. Τηλεφώνησα στη μάνα μου κάποια στιγμή που είχε ανησυχήσει και μου έδωσε θάρρος το σοκ της που είχα φτάσει στην Πάτρα, γιατί σοκαρίστηκα κι εγώ. Με δυσκολία και μεγάλους πόνους, ο στόχος μου είχε επιτευχθεί, τα είχα καταφέρει. Δεν ήξερα που θα κοιμηθώ, δεν ήξερα σε τι κατάσταση θα συνέχιζα αύριο, αλλά τα είχα καταφέρει. Και ήμουν τόσο κοντά στον Πύργο πλέον, στην ανάγκη θα ταλαιπωρούσα τη μάνα μου να έρθει να με πάρει με το αμάξι, ξαφνικά ένιωθα λιγότερο αποκομμένος και περισσότερο ασφαλής. Είχα περάσει την κορυφή του βουνού και τώρα έμενε η κατηφόρα προς το σπίτι. Κι ας ήξερα ότι η κατηφόρα είχε τους δικούς της κινδύνους.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Ένα ταξίδι δηλητήριο, ένα ταξίδι γιατρικό - μέρος 2ο

 Πελοπόννησος

 

Ο Ισθμός είναι από τα αγαπημένα μου σημεία στο ταξίδι μου για το χωριό. Πάντα όταν περνάμε, όπως φαντάζομαι όλα τα παιδιά και πολλοί ενήλικες, κοιτάω με αγωνία για τα 2 3 αυτά δεύτερα που το αμάξι θα περάσει κάθετα τον ισθμό, το βλέμμα μου θα παραλληλιστεί με τη διώρυγα και θα δω το κανάλι σε όλο του το μήκος. Τώρα βέβαια δεν είχα την ίδια συγκίνηση. Τα κομμάτι που μόλις είχα περάσει με είχε κουράσει διπλά και ήθελα ξανά διάλειμμα. Πριν το διάλειμμά μου όμως, είχε και μια τελετουργία να ακολουθήσω, δεν είμαι απολίτιστος. Έτσι, με το ποδήλατο δίπλα μου σαν να ‘χω την κοπέλα μου αγκαλιά, βγήκα στη γέφυρα του ισθμού και κοίταξα το κανάλι. Οι άλλοι άνθρωποι που κοιτούσαν ή τραβούσαν φωτογραφίες ήταν ξένοι για εμένα. Η ίδια η υλική τους κατάσταση τους έκανε έτσι. Ήταν κάποιες κοπέλες που γεμάτες χαρά έβγαζαν σέλφιζ με το κανάλι πίσω τους, μια οικογένεια από τουρίστες, ένα ζευγάρι λίγο πιο δίπλα απομονωμένο να στέκεται αγκαλιά. Ήταν όλοι τους τόσο βγαλμένοι από άνεση και αυτοκίνητα και σπίτια και καθαροί. Όπως φυσικά ήμουν κι εγώ, τις άλλες φορές που έχω περάσει από εκεί. Εκείνη τη στιγμή όμως ήμουν ξένος. Δεν είχαν κανένα σημείο επαφής οι πραγματικότητες μας. Για αυτό και, αφού κοίταξα βιαστικά τη λωρίδα του νερού, κενή από σκάφη εκείνη την ώρα, έφυγα από τη γέφυρα και πήγα απέναντι στα Γκούντις να φάω κάτι, να ξεκουραστώ και να φορτίσω το κινητό.

Αυτό το ζήτημα ήταν άλλο ένα από τα πιο αγχωτικά του ταξιδιού. Το κινητό μου στο ταξίδι αντιπροσώπευε πάρα πολλές βασικές και πολύ πολύ χρήσιμες λειτουργίες. Η πρώτη και κύρια ήταν ο χάρτης. Το κοιτούσα συχνά για να προσανατολίζομαι, όχι τόσο γιατί δεν ήξερα που είμαι αλλά για να βρίσκω σύντομα περάσματα μέσα από χωριά και πόλεις που δεν τις ήξερα καθόλου και για να βρίσκω κοντινά σουπερμάρκετ ή περίπτερα για νερό όταν ήθελα οπωσδήποτε κάτι να φάω ή να πιω. Άλλη, εξίσου σημαντική λειτουργία, ήταν και η επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Αυτό ήταν διπλής σημασίας. Από τη μία, έπρεπε να έχω μαζί μου φορτισμένο κινητό κάθε στιγμή γιατί πολλά κομμάτια ήταν αρκετά μακριά από πολιτισμό και σπίτια. Από την άλλη, έκανα και το σόου μου από το ίνσταγκραμ, επικοινωνούσα με γνωστούς και φίλους, είχα μηνύματα και παρέα σχεδόν συνέχεια. Πλέον μπορώ να παραδεχτώ ότι, αν δεν είχα όλη αυτή τη διαθέσιμη επικοινωνία, σχεδόν κάθε ώρα, το ψυχολογικό βάρος του ταξιδιού ίσως να ήταν ανυπόφορο.

Στα Γκούντις επικρατούσε ησυχία, ελάχιστος κόσμος έτρωγε, δυο τραπέζια αν θυμάμαι καλά, και οι υπάλληλοι ήταν βαρεμένες και εχθρικές. Θεωρώ πως δεν ήταν τόσο το ότι ήμουν εγώ σε άθλια κατάσταση όσο ότι ήταν αυτές. Ανέκαθεν πίστευα, και το ταξίδι αυτό το επιβεβαίωσε σε ένα βαθμό, ότι οι άνθρωποι που δουλεύουν στις εθνικές ζουν μια πολύ ιδιαίτερη και διόλου ευχάριστη πραγματικότητα στη δουλειά και γενικά. Κάθε μέρα βλέπουν ταξιδιώτες, ειδικά το καλοκαίρι συνεχώς βλέπουν ανθρώπους να πηγαίνουν διακοπές, μένουν μακριά, το κατάστημά τους είναι στη μέση του πουθενά, είναι ένα διάλλειμα πολιτισμού στη μέση της ερήμου, εντάξει, όχι πάντα, αλλά συχνά. Φαντάζομαι νιώθουν αποκομμένοι, και φυσικά/γεωγραφικά, αλλά και ψυχολογικά, από όλους τους υπόλοιπους. Σερβίρουν συνεχώς περαστικούς ανθρώπους, βιώνουν περαστικές καταστάσεις όμως τελικά είναι αυτοί οι περαστικοί στις ζωές των υπολοίπων.

Παρόλα αυτά η διάθεσή μου δεν είχε περιθώρια να επηρεαστεί από μια ενοχλημένη υπάλληλο, ένιωσα άσχημα αλλά έδωσα παραγγελία και βρήκα τραπέζι δίπλα σε μια πρίζα. Όσο φόρτιζε το κινητό εγώ προσπαθούσα τίμια να φάω αλλά αποδείχτηκε αρκετά δύσκολο. Θεωρώ πως η υπερένταση και η κούραση έπαιξαν ένα ρόλο σε αυτό. Κάπου στη μέση του «φαγητού» μου δημιουργήθηκε έντονα η ανάγκη να πάω τουαλέτα. Περιττό να αναφέρω ότι είχα απλωθεί σε όλο το τραπέζι, σε μια γωνιά ο υπνόσακος, σε μια άλλη το σακίδιο, το κινητό να φορτίζει, το τσαντάκι με το πορτοφόλι και τα κλειδιά μου δίπλα μου στην καρέκλα. Να τα αφήσω όλα έτσι χύμα και να κατέβω κάτω που ήταν η τουαλέτα, ούτε λόγος. Να μιλήσω στις εργαζόμενες (ήταν μόνο γυναίκες) για να μου τα προσέχουν, ντρεπόμουν. Σκέφτηκα να τα μαζέψω και να φύγω, όμως αφενός δεν είχα τελειώσει το φαγητό και ήθελα να φάω ακόμα λίγο, και αφετέρου, ήθελα να φορτίσω το κινητό μου κάποια ώρα ακόμα, ήθελα να φύγω με πάνω από 70% για να βγει η νύχτα, αν μου μάζευαν το δίσκο θα έπρεπε να φύγω, δεν άφηναν πλέον κόσμο να κάθεται μέσα χωρίς λόγο, λόγω κορονοιού. Η λύση μου ήταν να μαζέψω με μεγάλη ταλαιπωρία όλα μου τα πράγματα και να ζωστώ με σακίδιο και υπνόσακο, να γράψω ένα σημείωμα: «επιστρέφω σε λίγο, παρακαλώ μη μαζέψετε το δίσκο», και να κατέβω τουαλέτα. Όλη αυτή η προετοιμασία κράτησε ένα δεκάλεπτο, η τουαλέτα τρία λεπτά. Αμέσως ξανανέβηκα, ευτυχώς, δε μου είχαν πειράξει τίποτα, και συνέχιζα να κάνω πως τρώω όσο περίμενα να φορτίσει το κινητό. Κανά μισάωρο μετά, αφού είχα αντέξει αρκετά τις περίεργες ματιές πελατών και εργαζόμενων, έφυγα με το κινητό στο ανακουφιστικό 80%.

Ξανακαβαλώντας, συνειδητοποίησα 2 πράγματα. Το πρώτο ήταν ότι ο πόνος στον κώλο μου είχε χειροτερέψει όταν καθόμουν στη σέλα και θα είχα σοβαρό θέμα από δω και πέρα. Το δεύτερο ήταν ότι στο δεξί μου γόνατο είχε ξεκινήσει ένας πόνος σε ένα άκυρο σημείο, ο οποίος δεν καταλάβαινα από πού είχε έρθει και γιατί υπήρχε. Με πονούσε η έξω πλευρά του δεξιού γονάτου (ενώ το πρόβλημα που είχα στα γόνατα αφορούσε το αριστερό και μάλιστα το χόνδρο της επιγονατίδας, όχι οστό) σε ένα σημείο που δεν υπήρχε τίποτα παρά κόκκαλο. Ο πόνος ήταν οξύς και διαπεραστικός αλλά μόνο όταν ποδηλατούσα, στο περπάτημα δεν ένιωθα τίποτα. Και στο ποδήλατο ακόμα, με έπιανε μόνο στην αρχή, όταν ξεκινούσα ή όταν ανέβαινα ανηφόρα, δηλαδή όταν ασκούσα πίεση μεγάλη. Όταν αποκτούσα ταχύτητα ή όταν πήγαινα γρήγορα και έκανα γρήγορα αλλά χωρίς πίεση πετάλι, ήταν αρκετά υποφερτό, σχεδόν εντάξει. Με αναλογίες αυτοκινήτου, ήταν σαν να είχαν πρόβλημα οι ταχύτητες 1 και 2 και μόλις ανέβαινε η ταχύτητα και έπεφταν οι στροφές πήγαινε καλύτερα.

Αυτός ο δεύτερος πόνος με ανησύχησε αρκετά γιατί γενικά ανησυχούσα για τα πόδια μου, είχα διάφορα θέματα και δεν ήθελα να τα χειροτερέψω, ούτε να δημιουργήσω νέα. Και προπάντων, δεν ήθελα να σταματήσω επειδή τραυματίστηκα. Αποφάσισα τελικά να κάνω υπομονή, να τελειώσω την ημέρα όσο καλύτερα μπορούσα και να ασχοληθώ αύριο με αυτό το νέο πρόβλημα, αν υπήρχε ακόμα. Ξεκίνησα λοιπόν προς τα βορειοδυτικά, προς την πόλη της Κορίνθου.

Στην Κόρινθο, ενώ την αναφέρουμε τόσο συχνά λόγω του Ισθμού, δεν είχα ξαναπάει ποτέ. Δεν είχα ιδέα για την πόλη, για το στυλ, αν ήταν μεγάλη ή μικρή, αν είχε ανηφόρες, αν άξιζε να σταματήσω, τίποτα. Δεν σχεδίαζα να σταματήσω καν βέβαια, ήταν δίπλα από τον ισθμό, ένα δεκάλεπτο, και είχα μόλις κάνει διάλειμμα. Ευτυχώς αποδείχτηκε πολύ εύκολη και χαλαρή. Είναι αρκετά επίπεδη και την πέρασα γρήγορα. Κρίμα βέβαια, γιατί είχε πολλά ωραία σημεία και μια ωραία πλατεία, έναν εγκαταλελειμμένο σταθμό τρένων με παλιά βαγόνια γεμάτα γκράφιτι και ωραία μέρη για να κάτσεις. Το πέρασμά μου το βρήκα θετικό, όπως επίσης και το ότι, από εκεί που ερχόμουν, η κλίση ήταν κατηφορική κι έτσι δε χάλασα καθόλου ενέργεια περνώντας. Σταμάτησα μόνο στον σταθμό του τρένου να τραβήξω φωτογραφίες από τα παλιά βαγόνια και τα γκράφιτι, ήταν πάρα πολλά. Αργότερα μου είπαν ότι στην Κόρινθο πάνε πολλοί γκραφιτάδες από Αθήνα για εξάσκηση, για αυτό η πόλη ήταν γεμάτη γκράφιτι.

Βγαίνοντας από την Κόρινθο, είχε απογευματιάσει. Είχα ξαναζεσταθεί, με τους πόνους να παραμένουν αλλά πιο αχνοί, και είχα κουραστεί πλέον κανονικά. Η ώρα είχε περάσει, όμως, ο ήλιος είχε πέσει αρκετά και είχε δροσίσει. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό ώστε να πάρω τα πάνω μου και να συνεχίσω βάζοντας για τελικό στόχο το Κιάτο. Το Κιάτο, που απείχε καμία 20αριά χιλιόμετρα από την Κόρινθο, όταν το έφτανα θα είχα ξεπεράσει αρκετά το στόχο μου. Ήταν πολύ μεγάλο στοίχημα να τα καταφέρω και θα ήταν και μεγάλη ανακούφιση για τις επόμενες ημέρες.

Η διαδρομή ως το Κιάτο ήταν ονειρική όσον αφορά τα πρακτικά ζητήματα, λίγο αδιάφορη όσον αφορά τα τοπία. Ουσιαστικά η παλιά εθνική πηγαίνει παράλληλα με την ακτή, άλλοτε 500 μέτρα άλλοτε 1-2 χιλιόμετρα νότιά της, και κόβει στη μέση μικρά χωριά/οικισμούς οι οποίοι υπάρχουν μόνο λόγω των εύφορων εκτάσεων της περιοχής. Στο μυαλό μου, από αυτό το σημείο της διαδρομής και πέρα, ξεκινάει η αληθινή επαρχία. Τα χωριά που πέρασα, το Λεχαιό, το Βραχάτι , το Κοκκώνι, και στην τελευταία στροφή πριν το Κιάτο, το Βελό, ήταν όλα ίδια. Φαντάζομαι μόνο οι ντόπιοι θα τα ξεχωρίζουν. Για μένα ήταν σαν να κάνω ποδήλατο σε μια ατελείωτη ευθεία, δίχως ανηφόρες ή κατηφόρες, προσπερνώντας τα ίδια και τα ίδια πράγματα: συνεργεία αυτοκινήτων όπου οικογένειες είχαν βγάλει ψησταριές και καρέκλες και έτρωγαν στο χαλαρό κυριακάτικο απόγευμα, μικρά νηπιαγωγεία και δημοτικά με την κλασική επαρχιώτικη αρχιτεκτονική και τις στέγες από κεραμίδια, στενά δεξιά που έβγαζαν στη θάλασσα, στενά αριστερά που πήγαιναν σε χωράφια και πέρα προς το νότο πλέον η υπερυψωμένη νέα εθνική που πάνω της ταξίδευαν, φαινομενικά αργά λόγω απόστασης, νταλίκες και αμάξια. Στο δρόμο μου δεν έλειπαν και οι ψευτομοντέρνες καφετέριες και οι φούρνοι με πινακίδες φουτουριστικές, που παραπέμπουν πιο πολύ σε γειτονιές του Τόκιο παρά σε χωριά 1000 κατοίκων στην Κορινθία. Τελικά καταλήγουν κιτς λόγω του μέρους και την κατάσταση ίσως να τη σώζουν που και που μερικά παραδοσιακά καφενεία και καταστήματα, όπως κανένα ζαχαροπλαστείο ή παντοπωλείο, τα οποία είναι απομεινάρια μιας άλλης εποχής.

 Οι νέοι της ελληνικής επαρχίας προσπαθούν σκληρά να εκμοντερνίσουν τα χωριά και τις πόλεις τους, αλλά εμένα δε μου κάνει αίσθηση αυτό. Γίνεται όλο λάθος. Άσχημα μαγαζιά σε μαγευτικά μέρη, ακόμα και μέσα σε αγροτοχώρια, για να φανεί ότι δεν είμαστε πια χωριάτες. Στίγματα χαζών στερεοτύπων, αυτά έχουν παραμείνει κυρίως στην ύπαιθρο πλέον. Και μερικά παραπαίοντα όμορφα κτήρια που σιγά σιγά εγκαταλείπονται. Σταμάτησα δυο φορές σε αυτό το τμήμα της διαδρομής. Μια στο Λεχαιό και μια κάπου κοντά στο Κιάτο. Αν με πας τώρα να σου δείξω που, δε θα μπορώ να θυμηθώ, ήταν όλα ίδια, σαν να κατεβαίνεις τη Θηβών. Το μόνο που άλλαζε ήταν οι πινακίδες και τα χιλιόμετρα που έμεναν για το Κιάτο και το τέλος της ημερήσιας διαδρομής μου.

Γύρω στις 7, χωρίς άλλες περιπέτειες, μπήκα στο Κιάτο και ξεκίνησα να σκέφτομαι πως θα πρέπει να διαχειριστώ το βράδυ μου. Είχα ήδη αποφασίσει ότι θα το προσπεράσω για να κοιμηθώ, μιας και είχα δει ότι μετά το Κιάτο η παλιά εθνική πηγαίνει δίπλα στη θάλασσα, οπότε θα έβρισκα μια παραλία ερημική να ξαπλώσω. Πριν από αυτά όμως έπρεπε να κάτσω να ξεκουραστώ και να πάω τουαλέτα. Δεν πεινούσα, οπότε δεν χρειαζόταν να βρω εστιατόριο ή κανα σουβλατζίδικο για να τα κάνω αυτά. Τριγύρισα πεζός λίγο στην περατζάδα του Κιάτου, αγνοώντας τα βλέμματα των ντόπιων, και αναζητούσα μια καφετέρια που να μοιάζει έστω λίγο φιλόξενη. Όλες ήταν καγκούρικες και φυσικά δεν είχα καθόλου ενέργεια να κάτσω να ψάξω πολύ. Πηγαίνοντας και βλέποντας ότι σιγά σιγά τελειώνει η κωμόπολη και θα την περάσω χωρίς να έχω κάνει τίποτα από αυτά που θέλω, βρήκα μια καφετέρια όπου καθόντουσαν πιο καλοσυνάτες φάτσες με παιδάκια και κάθισα εκεί. Η φιλική σερβιτόρα βοήθησε στη χαλάρωση αλλά και πάλι, το να είσαι μόνος σου σε ξένο μέρος, είναι πραγματικά σκότωμα. Δεν μπορούσα να αφήσω τίποτα μόνο του, αν έχανα το οτιδήποτε από τα πράγματά μου, θα είχα σοβαρό πρόβλημα. Μέχρι και το κινητό που ήθελα να (ξανά)βάλω να φορτίζει, με άγχωνε πολύ, παρόλο που είχα κάτσει κοντά στις πρίζες του μαγαζιού και μπορούσα να το κοιτάω. Η όλη αμηχανία ενισχύθηκε όταν συνειδητοποιήσα τον λόγο που δεν είχε κάγκουρες η συγκεκριμένη καφετέρια. Ήταν για παιδάκια και γονείς, κάτι σαν καφετέρια παιδότοπος! Κι εγώ μέσα στην κούραση και το άγχος δεν το είχα καταλάβει.

Ένας θεός ξέρει τι εντύπωση μπορεί να έκανα στους γονείς και τα παιδάκια καθήμενος χαλαρά, με ένα μπουκάλι νερό να το ανοίγω κάθε ένα λεπτό, να ρουφάω μια γουλιά, να το ξανακλείνω, να πίνω λίγη από τη σοκολάτα μου και ξανά από την αρχή. Τα άλατα από τον ολοήμερο ιδρώτα είχαν φτιάξει σχήματα κανονικά στα ρούχα μου, το πρόσωπό μου ήταν βρώμικο και τα χέρια μου έτρεμαν. Ένιωθα τόσο άβολα που ρώτησα τη σερβιτόρα αν είναι οκ να κάτσω λίγο ακόμα, μιας και, όπως της εξήγησα, δεν είχα καταλάβει ότι είναι παιδότοπος. Ευτυχώς δεν έδειξε να νοιάζεται ιδιαίτερα κι έτσι έκατσα όσο μπορούσα.

Η δύση του ηλίου πλησίαζε και ένιωθα λες και κυλάνε κόκκοι άμμου στην κλεψύδρα. Είχε έρθει η ώρα να φύγω και να πάω να βρω το σημείο όπου θα περνούσα το βράδυ, μπας και κατάφερνα να ξεκουραστώ κανονικά. Πήγα τουαλέτα, μάζεψα κινητά, νερά, σακίδια, όλα, και έφυγα. Μου έμενε περίπου μια ώρα μέχρι να νυχτώσει και παρόλο που είναι αρκετός χρόνος, βιαζόμουν πολύ να κατασκηνώσω.

Μόλις έφτασα στην άκρη του Κιάτου ξανανέβηκα στο ποδήλατο και οι πόνοι επέστρεψαν δριμύτεροι. Ανησύχησα πολύ γιατί πίστευα ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα θα το είχα τη δεύτερη μέρα. Όμως βλέποντας το σώμα μου να αντιδρά τόσο έντονα πριν καν τελειώσει η πρώτη, κατάλαβα ότι την επόμενη θα είχα προβλήματα.

Προχώρησα κανα 2 χιλιόμετρα προς τη δύση και το Ξυλόκαστρο μέχρι που μετά από μια στροφή του δρόμου είδα στα δεξιά μια παραλία με βότσαλο στην οποία δεν έκανε κανείς μπάνιο και δεν υπήρχαν υποδομές, ομπρέλες ή μαγαζιά. Η ώρα ήταν περασμένη αλλά και να είχα χρόνο, νομίζω η επιλογή ήταν σωστή. Κατηφόρισα προς την παραλία, ακούμπησα το ποδήλατο σε ένα δέντρο, άφησα την τσάντα κάτω και πήγα και κάθισα στην άκρη του νερού με τα πόδια μέσα στη θάλασσα ως το γόνατο. Ήταν η πρώτη φορά από το πρωί που σταμάτησα και δεν είχα στο νου μου ότι πρέπει να ξαναξεκινήσω σύντομα. Αυτό βοήθησε. Η θάλασσα δεν ήταν τελείως ήσυχη, είχε ένα ελαφρύ κυματάκι και έκανε αρκετό θόρυβο λόγω της ακτής που ήταν με βότσαλα, Η ησυχία ήταν απόλυτη, μόνο το κύμα ακουγόταν, όλα τα υπόλοιπα είχαν γίνει μακρινά και η κίνηση είχε κόψει. Ευτυχώς, η ζέστη που την έτρωγα στο κεφάλι όλη τη μέρα εδώ αποδείχτηκε χρήσιμη, καθώς χαλάρωσα μισός μέσα στο νερό για αρκετή ώρα και δεν κρύωσα ούτε στιγμή. Λίγη ώρα μετά βούτηξα ολόκληρος αλλά για λίγο και δίχως αληθινό κέφι. Νομίζω το έκανα πιο πολύ για να «καθαριστώ» όσο γίνεται και για να χαλαρώσουν οι μύες των ποδιών και της μέσης μου. Το μυικό μου σύστημα στάθηκε αξιοθαύμαστα δυνατό καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού και αυτό ήταν και το μεγάλο μου καύχημα. Οστικά και επιφανειακά είχα σοβαρά προβλήματα, όμως οι μύες μου δεν υπέφεραν ούτε στιγμή, ποτέ δεν ένιωσα τράβηγμα, κράμπα ή κάτι ανάλογο.

Βγήκα από το νερό και για να μην κρυώσω, σκουπίστηκα γρήγορα, ένιωθα ήδη ευαίσθητος λόγω της ολοήμερης ταλαιπωρίας. Άλλαξα μπλούζα και σορτσάκι και καθώς δεν έκανε κρύο, ξάπλωσα πάνω στον υπνόσακο και προσπάθησα να ηρεμήσω. Φυσικά ήταν αδύνατο. Για να απασχοληθώ άνοιξα δεδομένα και μίλησα στο κινητό, πράγμα που με άγχωσε γιατί η μπαταρία τελείωνε γρήγορα και για κανένα λόγο δεν ήθελα να μείνω χωρίς κινητό το βράδυ σε μια ερημική παραλία. Έκανα ένα γρήγορο πέρασμα από τα σόσιαλ, έστειλα μήνυμα στον έξω κόσμο ότι είμαι ζωντανός και παράτησα το κινητό. Είχε έρθει η ώρα της κρίσης, η ώρα που θα ξεχώριζε η ήρα από το στάρι. Θα κατάφερνα να κοιμηθώ και άρα να συνεχίσω την επόμενη μέρα ή θα έμενα ξάγρυπνος για τον όποιο λόγο και θα έπρεπε αύριο είτε να συρθώ όσο μπορέσω προς τη δύση είτε να γυρίσω με ντροπή προς την ανατολή και από εκεί που ήρθα;

Τη μοναδική άλλη φορά που έχω επιχειρήσει τέτοιο ταξίδι, προς Θεσσαλονίκη εκείνη τη φορά, κόλλησα σε αυτό ακριβώς το σημείο. Στον ύπνο. Δεν μπόρεσα ποτέ να κοιμηθώ, οριακά νομίζω έπαθα κρίση πανικού, ή έστω κρίση άγχους, και εν τέλει γύρισα πίσω το ίδιο βράδυ, ενώ είχα διανύσει 100 χιλιόμετρα. Αυτή τη φορά ήμουν πιο ώριμος και πιο ψύχραιμος και είχα διανύσει και παραπάνω απόσταση, γύρω στα 120. Οπότε ξάπλωσα.

Μέσα στο βράδυ κοιμόμουν και ξυπνούσα συνεχώς, από την ανησυχία κυρίως. Τη μια φορά ανασηκώθηκα νομίζοντας ότι άκουσα κάποιον κοντά μου, όμως ήταν απλά το κύμα που έσπαγε εκεί δίπλα. Ή τέλος πάντων δεν είδα κανέναν. Τη δεύτερη φορά ξύπνησα και είδα στα εκατό μέτρα πιο πέρα έναν άνθρωπο με φακό, νομίζω ψάρευε. Τον παρατηρούσα για κάνα πεντάλεπτο να δω αν θα πλησιάσει, δεν πλησίασε ποτέ και ξανακοιμήθηκα.

Την τρίτη όμως… είχα αποκοιμηθεί για τα καλά μπορώ να πω, όποια ανησυχία είχα είχε χαθεί μπροστά στην ανάγκη της ξεκούρασης. Μέχρι που μέσα στον ύπνο μου, ένιωσα να με τσιμπάει δυνατά κάτι στην εσωτερική πλευρά του μηρού, κοντά στα γεννητικά όργανα. Πριν προλάβω να σκεφτώ, βάζω το χέρι μου μέσα από το ρούχο, πιάνω κάτι που ακόμα δεν έχω ιδέα τι ήταν και το τραβάω και το πετάω πέρα. Αμέσως μετά ο φόβος με κατέκλυσε. Χωρίς να έχω δει τι ήταν και χωρίς να μπορώ να καταλάβω από τη αφή, η φαντασία μου οργίασε. Ξέχασα και κούραση και μπαταρία και σηκώθηκα αμέσως όρθιος με τον φακό του κινητού να τσεκάρω να δω μήπως βρω αυτό που με τσίμπησε. Νομίζω μουρμούραγα όχι, όχι, όχι για κάποια λεπτά αλλά μπορεί να ήταν και μέσα στο μυαλό μου. Το σκεφτόμουν σίγουρα πάντως. Το σημείο που είχα τσιμπηθεί πονούσε ακόμα, όμως αφού το εξέτασα πολύ πολύ προσεκτικά δεν βρήκα ούτε τρύπα, ούτε πληγή ούτε τίποτα. Μόνο μια κοκκινίλα αλλά κι αυτή όχι ιδιαίτερα έντονη. Η φοβία μου ήταν οι σκορπιοί και ίσως καμιά σαύρα, κανένα μολυντήρι. Θυμόμουν ότι αυτό που είχα πιάσει ήταν μικρό οπότε δεν ανησυχούσα για φίδι. Γκούκλαρα τσιμπήματα σκορπιών, γκούγκλαρα κέντρα υγείας εκεί κοντά, ξέροντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρω να πάρω με το ποδήλατο και τα πράγματά μου μέσα στη νύχτα στο κέντρο υγεία που ήταν 5 ή και 10 χιλιόμετρα πιο πέρα.

Όσο περνούσε ή ώρα όμως, και καθώς το τσούξιμο υποχωρούσε, ξανά νίκησε η εξάντληση και αποφάσισα πως δεν μπορώ να κάνω τίποτα για το τσίμπημα. Αφουγκραζόμουν τον οργανισμό μου, να δω μήπως νιώσω δύσπνοια ή πόνους, όμως δεν ένιωσα τίποτα περίεργο. Σιγά σιγά ο πανικός μου καταλάγιασε και ξάπλωσα ξανά. Η ώρα ήταν 2 το πρωί και ήξερα πως, από το φως και μόνο, θα ξυπνούσα πολύ νωρίς. Αποφάσισα να ξανακοιμηθώ, χωρίς όμως να το παίζω άνετος. Κουκουλώθηκα με τον υπνόσακο και έκλεισα το φερμουάρ ερμητικά. Ο ύπνος με πήρε σχεδόν αμέσως, όσο παράξενο κι αν ακούγεται.

Το επόμενο πρωί, όπως είχα προβλέψει, σηκώθηκα λίγο πριν τις έξι. Είχα κοιμηθεί γύρω στις 7 ώρες αν αφαιρέσεις τις διακοπές και τον νυχτερινό πανικό. Αμέσως με κυρίευσε το παλιό καλό άγχος της διαδρομής, όμως η σκέψη να μην συνεχίσω ευτυχώς δεν έπαιξε ποτέ. Μάζεψα τα πράγματά μου βιαστικά, κοίταξα πάλι το μπούτι μου να δω μήπως είχε σαπίσει ή κάτι άλλο εξίσου τρομακτικό και, αφού ήταν όλα καλά, ανέβηκα προς το δρόμο να ξεκινήσω και πάλι. Έκανε λίγη ψύχρα εκείνη την ώρα, ο ήλιος ανέτειλε από τα βουνά στην άλλη άκρη του κορινθιακού, από τη Στερεά Ελλάδα και οι πρώτες του ακτίνες με τύφλωσαν ενώ καβαλούσα το ποδήλατο ξανά. Έπρεπε να βρω πρωινό, να φορτίσω αν έβρισκα και να φτάσω στην Πάτρα μέχρι να νυχτώσει πάλι. Οι πόνοι επέστρεψαν με τις πρώτες πεταλιές αλλά ήταν αμυδροί και διαχειρίσιμοι. Η σκέψη ότι μπορεί να τα καταφέρω πέρασε σα σίφουνας απ’ το μυαλό μου και την έδιωξα γρήγορα. Είχα άπειρη δουλειά να ρίξω σήμερα για να έχω ελπίδες και ήμουν ήδη κουρασμένος.

Το ποδήλατο ξεκίνησε και η πρωινή δροσιά με έκανε να νιώσω καλά.