Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

μη με αγγίζετε

TW: σεξουαλική δυσφορία

https://www.youtube.com/watch?v=Ap-vS8T9w0Y&ab_channel=iamAURORAVEVO

Σήμερα, ξύπνησα το πρωί με το μέσα μου παγωμένο. Όχι, όχι παγωμένο. Νεκρό. Καθώς έτρωγα το πρωινό μου βιαστικά, πριν φύγω για τη δουλειά, δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Το μυαλό μου ήταν σαν να κολυμπούσε σε μέλι. Αλλά δεν ήταν κεχριμπάρι το χρώμα, δεν ήταν γλυκειά η γεύση. 

Το μυαλό μου κολυμπούσε στο μαύρο, και η γεύση ήταν στάχτη.

Πήγα δουλειά, και δε μπορούσα να μιλήσω με κανέναν. 

"Σε παρακαλώ, μη με αγγίζεις"

Αυτή φράση ξεπηδούσε ανά διαστήματα στο μυαλό μου, σαν φωτεινή πινακίδα από νέον που έχει χαλάσει αλλά όχι τελείως, και τρεμοπαίζει, ανάβοντας και σβήνοντας κατά το δοκούν. 

Γιατί θυμάμαι τώρα αυτή την ιστορία; Δεν πειράζει καν τόσο αυτό που συνέβη.

Η δουλειά πέρασε χωρίς κάτι σημαντικό να αναταράξει το μαύρο και τη στάχτη. Άνθρωποι μου μίλησαν - ευτυχώς κανείς δε με άγγιξε - και τους απάντησα με κόπο που δεν άφησα να φτάσει στη φωνή και τις εκφράσεις μου. Η συναδέλφισσά μου το πρόσεξε και της είπα ο,τι νόμιζα πως με ενοχλεί.

Δεν ήξερα ακριβώς όμως και τι με ενοχλούσε.

"Σε παρακαλώ, μη με ακουμπάς, δε θέλω να με ακουμπάει κανείς"

Γιατί σήμερα, από όλες τις μέρες που έχουν περάσει από τότε; Εκείνο το τραύμα, το τότε, δεν έχει σχέση με τώρα. Και το τωρινό τραύμα, δεν έχει καμία σχέση με το τότε.

Γύρισα από τη δουλειά, και προς τιμήν μου, μαγείρεψα. Και έφαγα. Μετά πήγα να ξαπλώσω. Το μαύρο όπου κολυμπάει το μυαλό μου έγινε το μαύρο όπου κείτεται το σώμα μου. Τι κι αν ήταν ακόμα 8 το απόγευμα; Τι κι αν δεν έκανα τίποτα σήμερα; Τίποτα πέρα από το να φάω, να δουλέψω και... Ε αυτά βασικά. Ξάπλωσα και έκανα ασκήσεις ηρεμίας. Αναπνοές ανά έξι. Έξι εισπνοή - έξι εκπνοή. Έξι εισπνοή - έξι εκπνοή.

Και το μυαλό μου ηρέμησε και αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα στη 1 το ξημέρωμα με τη φωτεινή πινακίδα αναμμένη:

"Σε παρακαλώ, μη με ακουμπάς, δε θέλω."

Γιατί επισκέπτομαι αυτή την ανάμνηση σήμερα; Σήμερα απλά μου λείπει η πρώην μου και νιώθω μοναξιά. Όπως εδώ και πόσες ημέρες, βδομάδες, μήνες. Όμως αυτή η ανάμνηση δεν έχει σχέση με αυτό. Καμία, το ορκίζομαι.

Κι όμως:

"Σε παρακαλώ, μη, μη με αγγίζεις"

Ίσως φταίει οτι σήμερα, όπως και τότε, δε θέλω να έρθω σε επαφή με κανέναν. Μη με ακουμπάτε. Τα κύτταρά μου δε θέλουν να πλησιάζουν σε τίποτα ξένο. Με το ζόρι ανέχομαι τον αέρα που με γλείφει από πάνω μέχρι κάτω. Το μυαλό μου έχει ακουμπήσει τον πάτο της μαύρης λίμνης και η γεύση πλέον δεν ξεχωρίσει, είτε είναι στάχτη είτε σάπια κρέατα είτε γλυκειά σοκολάτα, δε μπορώ να ξεχωρίσω. Χρειάζομαι λίγο περιθώριο από το γύρω μου, από όλο το γύρω μου, για να ανασυγκροτηθώ. Σας παρακαλώ, μη με ακουμπάτε.

Όπως τότε, που της είπα "σε παρακαλώ, δε θέλω άλλο".

---

εκείνη είναι μεθυσμένη και φαίνεται

εγώ έχω ξεμεθύσει προ πολλού

η ώρα είναι περασμένη, τόσο περασμένη που θεωρείται νωρίς πλέον, όχι αργά

είμαι κουρασμένος και θέλω να κοιμηθώ

σίγουρα δε θέλω να κάνω σεξ πάντως

τη συμπαθώ όμως, με κάποιο τρόπο την αγαπώ, μου είναι αγαπητή, η γλυκειά μου

εκείνη έχει κάβλες και ντρέπομαι να της πω κάτι απότομο και να την προσγειώσω

περιστρέφομαι και γελώ, χωρίς να κάνω κίνηση ή να απαντήσω στις κινήσεις της

σίγουρα θα το καταλάβει οτι δεν ψήνω να κάνουμε σεξ απόψε, όσο μεθυσμένη κι αν είναι

είναι από πάνω μου και ντρέπομαι ακόμα να γίνω απόλυτος

φιλιόμαστε και το φιλί είναι ωραίο, δε μου προξενεί κάποιο άσχημο συναίσθημα

άλλωστε γνωριζόμαστε και κάπως αγαπιόμαστε, όπως αγαπιούνται οι άνθρωποι που βγαίνουν λίγο αλλά συμπαθιούνται πολύ

με φιλάει και με ξαναφιλάει κι εγώ γελώ ξανά, από την αμηχανία ίσως; δεν είμαι και βέβαιος

μην πω ψέμματα, δε θυμάμαι πως γδυθήκαμε

αλλά γδυθήκαμε

κι εκείνη ακόμα από πάνω, με βάζει μέσα της

ακόμη αναποφάσιστος, κάνω αυτό που πρέπει, όπως και όσο μπορώ δεδομένης της κατάστασης

ήθελα ακόμα εκείνη τη στιγμή, για να είμαι δίκαιος

εκείνη περνάει καλά, εγώ όμως κουράστηκα και δεν θέλω άλλο

οπότε αραιώνω τις κινήσεις μου και σιγά σιγά σταματώ

εκείνη συνεχίζει

σίγουρα θα έχει καταλάβει οτι δε θέλω άλλο, είμαι πλέον τελείως ακίνητος, τι στο καλό;

εκείνη συνεχίζει

κινούμαι να απαγκιστρωθώ και εκείνη επιμένει

τι παράξενο

γιατί νιώθω άσχημα;

είναι 1.55, μικροκαμωμένη, σίγουρα όχι γυμνασμένη και ήρεμος άνθρωπος γενικά

τι παράξενο

συνεχίζει

και νιώθω ακόμα χειρότερα

η δυσφορία μου έχει γιγαντωθεί τώρα, δεν μου αρέσει η αίσθηση της πλέον πάνω μου, θέλω να σηκωθεί

έη, να το αφήσουμε;

κάτι τέτοιο είπα και σίγουρα, μετά από αυτό το ξεκάθαρο σημάδι, θα σταματήσουμε

εκείνη συνεχίζει

τι παράξενο

τώρα που το αφηγούμαι, θέλω να γελάσω

είναι 1.55, μικροκαμωμένη και αγύμναστη

κι εγώ 1.80, με γυμναστική και μέγεθος πολλαπλάσιο

με μια στροφή μου μπορώ να την πετάξω από το κρεβάτι

με ένα χτύπημά μου να την αφήσω αναίσθητη ίσως

με μία λαβή να της κόψω την ανάσα

γιατί νιώθω άσχημα;

αν ήθελα να φύγει, θα την έδιωχνα, έτσι δεν είναι;

τότε γιατί είναι ακόμα πάνω μου;

λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, μου λέει

κι εγώ δε θέλω ούτε λίγο, ούτε πολύ, ούτε καθόλου

νιώθω το πέος μου να πιέζεται, πλέον μια θλιβερή σκιά στύσης, και είναι απλά...

δυσάρεστο

τι παράξενο

πως γίνεται να μην έχει καταλάβει οτι αυτό που συμβαίνει δεν είναι ευχάριστο;

εμ, δε θέλω άλλο ρε, κουράστηκα

της εξηγώ το πλέον φανερό γεγονός που εκτυλίσσεται μπροστά της

κι εκείνη συνεχίζει

κι εγώ δυσφορώ,

νιώθω άσχημα

νιώθω κατάπληξη

δε γίνεται να έχει τραβήξει τόσο αυτό το αστείο

δε γίνεται να νιώθω τόση δυσφορία από κάτι τόσο...

χαζό

απλώνω τα χέρια, το μόνο μέτρο αποτροπής που αποφασίζω να πάρω για να ελέγξω τι συμβαίνει

τα βάζω στο πρόσωπό της, στα μάγουλά της, που πάντα μου φαίνονται κιούτικα

τη φέρνω μπροστά στο πρόσωπό μου, μύτη με μύτη, μάτια με μάτια

θέλω να σταματήσουμε

η φωνή μου δεν είναι αμφίβολη τώρα

είναι απόλυτο αυτό που επικοινωνώ, θέλω να σταματήσει τώρα αυτό που συμβαίνει

και πάλι, δεν σταμάτησε αμέσως

αλλά σταμάτησε αρκετά σύντομα ώστε να μη χρειαστεί να το ξαναπώ, ευτυχώς

εκείνη κοιμήθηκε, εγώ σηκώθηκα λίγο μετά και πήγα σπίτι

η διαδρομή ήταν αμήχανη, κι ας περπατούσα μόνος μου

μια κάμερα με ακολουθούσε, έτσι ένιωθα όσο περπατούσα και οι άνθρωποι με προσπερνούσαν αμέριμνοι

τι παράξενο

---

τι παράξενο που δεν έγραψα κάτι για αυτό τότε που συνέβη. Την κοπέλα αυτή τη θεωρώ φίλη μου. Και τη συμπαθώ πολύ. Νιώθω την ανάγκη να το πω αυτό, νιώθω την ανάγκη να το λέω κάθε φορά που λέω τη συγκεκριμένη ιστορία. 

Γιατί όμως, μου ήρθε αυτή η ιστορία; Δεν έχει σχέση με το τραύμα μου ή το πως νιώθω για αυτό. Δεν έχει σχέση με το λόγο που νιώθω κενό. Κι όμως, μέσα στις γκρι ώρες που κανένα χρώμα δεν φτάνει τον κερατοειδή μου, αυτή φράση ξεπηδά από τα βάθη της λίμνης.

"Σε παρακαλώ, μη με αγγίζεις"

Τι παράξενο, δεν ειπώθηκε ποτέ αυτή η συγκεκριμένη φράση εκείνο το ξημέρωμα.

Τι διάολο συμβαίνει;

Φεύγοντας από τα δικά μου τραύματα, μια ακόμη σκέψη με τρομοκρατεί. Έχω άραγε κάνει κάποια κοπέλα μου να νιώσει έτσι; Κι αν ναι, γιατί δεν το κατάλαβα; Προσπαθώ να είμαι σε εγρήγορση, αλήθεια. Όμως, είμαι τρομοκρατημένος κάτι τέτοιες μέρες. Ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος.

Για αυτό, έστω για απόψε, σας παρακαλώ, απλά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου