Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2024

Δεισιδαιμονίες και ξόρκια

https://www.youtube.com/watch?v=8RpxZROKWOc&ab_channel=brianphuke


Καθώς στέκομαι, χωρίς να έχω αποφασίσει ακόμη που θέλω να πάω, ένα λεωφορείο σταματά ακριβώς μπροστά μου. Μέσα, θαμποφωτισμένα πρόσωπα κοιτούν το κενό. Όσα δεν κοιτούν το κινητό τους δηλαδή. Η ώρα είναι περασμένη και η μέρα είναι εργάσιμη. Είναι το τελευταίο λεωφορείο και όλοι όσοι είναι μέσα δεν πηγαίνουν. Μόνο επιστρέφουν.

Πριν προλάβω να σκεφτώ αν θέλω να μπω ή όχι, οι δυο - τρείς που περίμεναν στη στάση ανεβαίνουν με κόπο το σκαλί και οι πόρτες κλείνουν. Το λεωφορείο έφυγε και η λεωφόρος ερήμωσε απότομα. Ησυχία. Κάποιο φανάρι κρατάει τους αργοπορημένους όμηρους. Ο δρόμος πέρα κάτω παίρνει μια μικρή στροφή προς τα δεξιά και το λεωφορείο χάθηκε πίσω της. Άλλοι άνθρωποι πεζοί δεν υπάρχουν κοντά. Κάποια φαντάσματα περιφέρονται, αλλά όλα βρίσκονται μακριά μου, αρκετά μακριά που δεν ακούν τη φωνή μου που χωρίς να το καταλάβω αντηχεί στο κενό 

"ωραία"

Δεν θαυμάστηκε κάποια ομορφιά με το "ωραία". Ήταν ένα "ωραία" απόφασης. "Ωραία": έχασα το λεωφορείο οπότε δε χρειάζεται να προβληματιστώ για το αν θα περπατήσω ή όχι. "Ωραία": δεν έχει άλλο κόσμο γύρω μου και δε χρειάζεται να υποκριθώ κάτι ή κάποιον. "Ωραία": επιτέλους λίγη ηρεμία.

Τα αθλητικά παπούτσια δεν κάνουν καθόλου θόρυβο, ακόμα και στις πλάκες του πεζοδρομίου. Ακόμα και στην απόλυτη ησυχία της νυχτερινής λεωφόρου. Έτσι υπάρχω αλλά δεν μπορείς να το αντιληφθείς παρά μόνο αν πέσω πάνω σου. Δεν ακούγομαι και δεν φαίνομαι. Έχω το απόλυτο καμουφλάζ. Είμαι ολοκληρωτικά δοσμένος στην πόλη. Περαστικά αμάξια σπάνε τη σιωπή αλλά δεν ενοχλούν. Το κέντρο ήσυχο, να κάτι που δεν βιώνω συχνά. Τα πελώρια κτήρια γραφείων σκοτεινά, κάποια λάμπα φθορισμού ξεχάστηκε αναμμένη, η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα της ερήμου, όλα έχουν ερημώσει προσωρινά.

Φτάνω κι εγώ στη στροφή που χάθηκε το λεωφορείο, ακολουθώ τον ποταμό και πάω όπου με πάει. Αργά, με το ρεύμα. Με προσπέρασε ένας άνθρωπος. Σαν τα αυτοκίνητα, δεν ενόχλησε κι αυτός. Ελπίζω να μην ενόχλησα κι εγώ.

Κάτι τέτοιες ώρες είναι που με πιάνουν οι δεισιδαιμονίες μου. Και σαν υπάρχει φεγγάρι το χαιρετίζω. Και σαν υπάρχει άνθρωπος του αφήνω χώρο να περάσει. Σαν μάγιστροι περνούμε, λες και κάνουμε με τα βήματά μας κάποιον αρχαίο χορό που είναι και ξόρκι. Χαράζουμε πορείες μέσα στην πόλη, πορείες που κάτι προδίδουν, κάτι σημαίνουν και κάτι λένε. 

Τι σημαίνει άραγε η αποψινή μου πορεία; Τα πλάσματα που με προσπερνούν καταλαβαίνουν; Εγώ γνωρίζω; Μάγοι και μάγισσες περνούν δίπλα μου, απέναντι στα σταυροδρόμια, στα μακρινά στενά. Δε χαιρετούν γιατί είναι αφοσιωμένοι στα ξόρκια τους. Και γιατί με φοβούνται.

Ξορκίζουν μοναξιές, ξορκίζουν πάθη, ξορκίζουν δαίμονες, ξορκίζουν κινδύνους.

Και φοβούνται.

Ξορκίζουν και ξορκίζονται από πλάσματα κλεισμένα σε δωμάτια κλουβιά.

Ίσως, για κάθε μάγο και μάγισσα που γυρνά εδώ έξω μαγεύοντας, κουμπώνουν άλλοι τόσοι κι άλλες τόσες, μέσα στα σπίτια, κοιτώντας από παράθυρα. Ή, Θεός φυλάξει, από οθόνες.

Ναι, με έχουν πιάσει οι δεισιδαιμονίες μου.

Το ξόρκι που χαράζω απόψε στα πεζοδρόμια και τις διασταυρώσεις το έχω κάνει πολλές φορές. Είναι ένα ξόρκι προστασίας. Το κάνω κάθε φορά που επιστρέφω σπίτι. Συνήθως πετυχαίνει. Κι έτσι φτάνω σπίτι ασφαλής, με τις σκέψεις μου ρομαντισμένες αρκετά, τόσο που καταφέρνω και κοιμάμαι.

Όταν με πιάνουν οι δεισιδαιμονίες μου, ξορκίζω τη θλίψη μου και χάνομαι στους άδειους δρόμους.

Μόνο έτσι καταφέρνω και κοιμάμαι χωρίς εσένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου