Πελοπόννησος
Ο Ισθμός είναι από τα αγαπημένα μου σημεία στο ταξίδι μου
για το χωριό. Πάντα όταν περνάμε, όπως φαντάζομαι όλα τα παιδιά και πολλοί
ενήλικες, κοιτάω με αγωνία για τα 2 3 αυτά δεύτερα που το αμάξι θα περάσει
κάθετα τον ισθμό, το βλέμμα μου θα παραλληλιστεί με τη διώρυγα και θα δω το
κανάλι σε όλο του το μήκος. Τώρα βέβαια δεν είχα την ίδια συγκίνηση. Τα κομμάτι
που μόλις είχα περάσει με είχε κουράσει διπλά και ήθελα ξανά διάλειμμα. Πριν το
διάλειμμά μου όμως, είχε και μια τελετουργία να ακολουθήσω, δεν είμαι
απολίτιστος. Έτσι, με το ποδήλατο δίπλα μου σαν να ‘χω την κοπέλα μου αγκαλιά,
βγήκα στη γέφυρα του ισθμού και κοίταξα το κανάλι. Οι άλλοι άνθρωποι που
κοιτούσαν ή τραβούσαν φωτογραφίες ήταν ξένοι για εμένα. Η ίδια η υλική τους
κατάσταση τους έκανε έτσι. Ήταν κάποιες κοπέλες που γεμάτες χαρά έβγαζαν σέλφιζ
με το κανάλι πίσω τους, μια οικογένεια από τουρίστες, ένα ζευγάρι λίγο πιο
δίπλα απομονωμένο να στέκεται αγκαλιά. Ήταν όλοι τους τόσο βγαλμένοι από άνεση
και αυτοκίνητα και σπίτια και καθαροί. Όπως φυσικά ήμουν κι εγώ, τις άλλες
φορές που έχω περάσει από εκεί. Εκείνη τη στιγμή όμως ήμουν ξένος. Δεν είχαν
κανένα σημείο επαφής οι πραγματικότητες μας. Για αυτό και, αφού κοίταξα
βιαστικά τη λωρίδα του νερού, κενή από σκάφη εκείνη την ώρα, έφυγα από τη
γέφυρα και πήγα απέναντι στα Γκούντις να φάω κάτι, να ξεκουραστώ και να φορτίσω
το κινητό.
Αυτό το ζήτημα ήταν άλλο ένα από τα πιο αγχωτικά του
ταξιδιού. Το κινητό μου στο ταξίδι αντιπροσώπευε πάρα πολλές βασικές και πολύ
πολύ χρήσιμες λειτουργίες. Η πρώτη και κύρια ήταν ο χάρτης. Το κοιτούσα συχνά
για να προσανατολίζομαι, όχι τόσο γιατί δεν ήξερα που είμαι αλλά για να βρίσκω
σύντομα περάσματα μέσα από χωριά και πόλεις που δεν τις ήξερα καθόλου και για
να βρίσκω κοντινά σουπερμάρκετ ή περίπτερα για νερό όταν ήθελα οπωσδήποτε κάτι
να φάω ή να πιω. Άλλη, εξίσου σημαντική λειτουργία, ήταν και η επικοινωνία με
τον έξω κόσμο. Αυτό ήταν διπλής σημασίας. Από τη μία, έπρεπε να έχω μαζί μου
φορτισμένο κινητό κάθε στιγμή γιατί πολλά κομμάτια ήταν αρκετά μακριά από
πολιτισμό και σπίτια. Από την άλλη, έκανα και το σόου μου από το ίνσταγκραμ,
επικοινωνούσα με γνωστούς και φίλους, είχα μηνύματα και παρέα σχεδόν συνέχεια.
Πλέον μπορώ να παραδεχτώ ότι, αν δεν είχα όλη αυτή τη διαθέσιμη επικοινωνία,
σχεδόν κάθε ώρα, το ψυχολογικό βάρος του ταξιδιού ίσως να ήταν ανυπόφορο.
Στα Γκούντις επικρατούσε ησυχία, ελάχιστος κόσμος έτρωγε,
δυο τραπέζια αν θυμάμαι καλά, και οι υπάλληλοι ήταν βαρεμένες και εχθρικές.
Θεωρώ πως δεν ήταν τόσο το ότι ήμουν εγώ σε άθλια κατάσταση όσο ότι ήταν αυτές.
Ανέκαθεν πίστευα, και το ταξίδι αυτό το επιβεβαίωσε σε ένα βαθμό, ότι οι
άνθρωποι που δουλεύουν στις εθνικές ζουν μια πολύ ιδιαίτερη και διόλου
ευχάριστη πραγματικότητα στη δουλειά και γενικά. Κάθε μέρα βλέπουν ταξιδιώτες,
ειδικά το καλοκαίρι συνεχώς βλέπουν ανθρώπους να πηγαίνουν διακοπές, μένουν
μακριά, το κατάστημά τους είναι στη μέση του πουθενά, είναι ένα διάλλειμα
πολιτισμού στη μέση της ερήμου, εντάξει, όχι πάντα, αλλά συχνά. Φαντάζομαι
νιώθουν αποκομμένοι, και φυσικά/γεωγραφικά, αλλά και ψυχολογικά, από όλους τους
υπόλοιπους. Σερβίρουν συνεχώς περαστικούς ανθρώπους, βιώνουν περαστικές
καταστάσεις όμως τελικά είναι αυτοί οι περαστικοί στις ζωές των υπολοίπων.
Παρόλα αυτά η διάθεσή μου δεν είχε περιθώρια να
επηρεαστεί από μια ενοχλημένη υπάλληλο, ένιωσα άσχημα αλλά έδωσα παραγγελία και
βρήκα τραπέζι δίπλα σε μια πρίζα. Όσο φόρτιζε το κινητό εγώ προσπαθούσα τίμια
να φάω αλλά αποδείχτηκε αρκετά δύσκολο. Θεωρώ πως η υπερένταση και η κούραση
έπαιξαν ένα ρόλο σε αυτό. Κάπου στη μέση του «φαγητού» μου δημιουργήθηκε έντονα
η ανάγκη να πάω τουαλέτα. Περιττό να αναφέρω ότι είχα απλωθεί σε όλο το
τραπέζι, σε μια γωνιά ο υπνόσακος, σε μια άλλη το σακίδιο, το κινητό να
φορτίζει, το τσαντάκι με το πορτοφόλι και τα κλειδιά μου δίπλα μου στην
καρέκλα. Να τα αφήσω όλα έτσι χύμα και να κατέβω κάτω που ήταν η τουαλέτα, ούτε
λόγος. Να μιλήσω στις εργαζόμενες (ήταν μόνο γυναίκες) για να μου τα προσέχουν,
ντρεπόμουν. Σκέφτηκα να τα μαζέψω και να φύγω, όμως αφενός δεν είχα τελειώσει
το φαγητό και ήθελα να φάω ακόμα λίγο, και αφετέρου, ήθελα να φορτίσω το κινητό
μου κάποια ώρα ακόμα, ήθελα να φύγω με πάνω από 70% για να βγει η νύχτα, αν μου
μάζευαν το δίσκο θα έπρεπε να φύγω, δεν άφηναν πλέον κόσμο να κάθεται μέσα
χωρίς λόγο, λόγω κορονοιού. Η λύση μου ήταν να μαζέψω με μεγάλη ταλαιπωρία όλα
μου τα πράγματα και να ζωστώ με σακίδιο και υπνόσακο, να γράψω ένα σημείωμα:
«επιστρέφω σε λίγο, παρακαλώ μη μαζέψετε το δίσκο», και να κατέβω τουαλέτα. Όλη
αυτή η προετοιμασία κράτησε ένα δεκάλεπτο, η τουαλέτα τρία λεπτά. Αμέσως
ξανανέβηκα, ευτυχώς, δε μου είχαν πειράξει τίποτα, και συνέχιζα να κάνω πως
τρώω όσο περίμενα να φορτίσει το κινητό. Κανά μισάωρο μετά, αφού είχα αντέξει
αρκετά τις περίεργες ματιές πελατών και εργαζόμενων, έφυγα με το κινητό στο ανακουφιστικό
80%.
Ξανακαβαλώντας, συνειδητοποίησα 2 πράγματα. Το πρώτο ήταν
ότι ο πόνος στον κώλο μου είχε χειροτερέψει όταν καθόμουν στη σέλα και θα είχα
σοβαρό θέμα από δω και πέρα. Το δεύτερο ήταν ότι στο δεξί μου γόνατο είχε
ξεκινήσει ένας πόνος σε ένα άκυρο σημείο, ο οποίος δεν καταλάβαινα από πού είχε
έρθει και γιατί υπήρχε. Με πονούσε η έξω πλευρά του δεξιού γονάτου (ενώ το
πρόβλημα που είχα στα γόνατα αφορούσε το αριστερό και μάλιστα το χόνδρο της
επιγονατίδας, όχι οστό) σε ένα σημείο που δεν υπήρχε τίποτα παρά κόκκαλο. Ο
πόνος ήταν οξύς και διαπεραστικός αλλά μόνο όταν ποδηλατούσα, στο περπάτημα δεν
ένιωθα τίποτα. Και στο ποδήλατο ακόμα, με έπιανε μόνο στην αρχή, όταν ξεκινούσα
ή όταν ανέβαινα ανηφόρα, δηλαδή όταν ασκούσα πίεση μεγάλη. Όταν αποκτούσα
ταχύτητα ή όταν πήγαινα γρήγορα και έκανα γρήγορα αλλά χωρίς πίεση πετάλι, ήταν
αρκετά υποφερτό, σχεδόν εντάξει. Με αναλογίες αυτοκινήτου, ήταν σαν να είχαν
πρόβλημα οι ταχύτητες 1 και 2 και μόλις ανέβαινε η ταχύτητα και έπεφταν οι
στροφές πήγαινε καλύτερα.
Αυτός ο δεύτερος πόνος με ανησύχησε αρκετά γιατί γενικά
ανησυχούσα για τα πόδια μου, είχα διάφορα θέματα και δεν ήθελα να τα
χειροτερέψω, ούτε να δημιουργήσω νέα. Και προπάντων, δεν ήθελα να σταματήσω
επειδή τραυματίστηκα. Αποφάσισα τελικά να κάνω υπομονή, να τελειώσω την ημέρα
όσο καλύτερα μπορούσα και να ασχοληθώ αύριο με αυτό το νέο πρόβλημα, αν υπήρχε
ακόμα. Ξεκίνησα λοιπόν προς τα βορειοδυτικά, προς την πόλη της Κορίνθου.
Στην Κόρινθο, ενώ την αναφέρουμε τόσο συχνά λόγω του
Ισθμού, δεν είχα ξαναπάει ποτέ. Δεν είχα ιδέα για την πόλη, για το στυλ, αν ήταν
μεγάλη ή μικρή, αν είχε ανηφόρες, αν άξιζε να σταματήσω, τίποτα. Δεν σχεδίαζα
να σταματήσω καν βέβαια, ήταν δίπλα από τον ισθμό, ένα δεκάλεπτο, και είχα
μόλις κάνει διάλειμμα. Ευτυχώς αποδείχτηκε πολύ εύκολη και χαλαρή. Είναι αρκετά
επίπεδη και την πέρασα γρήγορα. Κρίμα βέβαια, γιατί είχε πολλά ωραία σημεία και
μια ωραία πλατεία, έναν εγκαταλελειμμένο σταθμό τρένων με παλιά βαγόνια γεμάτα
γκράφιτι και ωραία μέρη για να κάτσεις. Το πέρασμά μου το βρήκα θετικό, όπως επίσης
και το ότι, από εκεί που ερχόμουν, η κλίση ήταν κατηφορική κι έτσι δε χάλασα
καθόλου ενέργεια περνώντας. Σταμάτησα μόνο στον σταθμό του τρένου να τραβήξω
φωτογραφίες από τα παλιά βαγόνια και τα γκράφιτι, ήταν πάρα πολλά. Αργότερα μου
είπαν ότι στην Κόρινθο πάνε πολλοί γκραφιτάδες από Αθήνα για εξάσκηση, για αυτό
η πόλη ήταν γεμάτη γκράφιτι.
Βγαίνοντας από την Κόρινθο, είχε απογευματιάσει. Είχα
ξαναζεσταθεί, με τους πόνους να παραμένουν αλλά πιο αχνοί, και είχα κουραστεί
πλέον κανονικά. Η ώρα είχε περάσει, όμως, ο ήλιος είχε πέσει αρκετά και είχε
δροσίσει. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό ώστε να πάρω τα πάνω μου και να
συνεχίσω βάζοντας για τελικό στόχο το Κιάτο. Το Κιάτο, που απείχε καμία 20αριά
χιλιόμετρα από την Κόρινθο, όταν το έφτανα θα είχα ξεπεράσει αρκετά το στόχο
μου. Ήταν πολύ μεγάλο στοίχημα να τα καταφέρω και θα ήταν και μεγάλη ανακούφιση
για τις επόμενες ημέρες.
Η διαδρομή ως το Κιάτο ήταν ονειρική όσον αφορά τα
πρακτικά ζητήματα, λίγο αδιάφορη όσον αφορά τα τοπία. Ουσιαστικά η παλιά εθνική
πηγαίνει παράλληλα με την ακτή, άλλοτε 500 μέτρα άλλοτε 1-2 χιλιόμετρα νότιά
της, και κόβει στη μέση μικρά χωριά/οικισμούς οι οποίοι υπάρχουν μόνο λόγω των
εύφορων εκτάσεων της περιοχής. Στο μυαλό μου, από αυτό το σημείο της διαδρομής
και πέρα, ξεκινάει η αληθινή επαρχία. Τα χωριά που πέρασα, το Λεχαιό, το
Βραχάτι , το Κοκκώνι, και στην τελευταία στροφή πριν το Κιάτο, το Βελό, ήταν
όλα ίδια. Φαντάζομαι μόνο οι ντόπιοι θα τα ξεχωρίζουν. Για μένα ήταν σαν να
κάνω ποδήλατο σε μια ατελείωτη ευθεία, δίχως ανηφόρες ή κατηφόρες,
προσπερνώντας τα ίδια και τα ίδια πράγματα: συνεργεία αυτοκινήτων όπου
οικογένειες είχαν βγάλει ψησταριές και καρέκλες και έτρωγαν στο χαλαρό
κυριακάτικο απόγευμα, μικρά νηπιαγωγεία και δημοτικά με την κλασική επαρχιώτικη
αρχιτεκτονική και τις στέγες από κεραμίδια, στενά δεξιά που έβγαζαν στη
θάλασσα, στενά αριστερά που πήγαιναν σε χωράφια και πέρα προς το νότο πλέον η
υπερυψωμένη νέα εθνική που πάνω της ταξίδευαν, φαινομενικά αργά λόγω απόστασης,
νταλίκες και αμάξια. Στο δρόμο μου δεν έλειπαν και οι ψευτομοντέρνες καφετέριες
και οι φούρνοι με πινακίδες φουτουριστικές, που παραπέμπουν πιο πολύ σε
γειτονιές του Τόκιο παρά σε χωριά 1000 κατοίκων στην Κορινθία. Τελικά
καταλήγουν κιτς λόγω του μέρους και την κατάσταση ίσως να τη σώζουν που και που
μερικά παραδοσιακά καφενεία και καταστήματα, όπως κανένα ζαχαροπλαστείο ή
παντοπωλείο, τα οποία είναι απομεινάρια μιας άλλης εποχής.
Οι νέοι της
ελληνικής επαρχίας προσπαθούν σκληρά να εκμοντερνίσουν τα χωριά και τις πόλεις
τους, αλλά εμένα δε μου κάνει αίσθηση αυτό. Γίνεται όλο λάθος. Άσχημα μαγαζιά
σε μαγευτικά μέρη, ακόμα και μέσα σε αγροτοχώρια, για να φανεί ότι δεν είμαστε
πια χωριάτες. Στίγματα χαζών στερεοτύπων, αυτά έχουν παραμείνει κυρίως στην
ύπαιθρο πλέον. Και μερικά παραπαίοντα όμορφα κτήρια που σιγά σιγά
εγκαταλείπονται. Σταμάτησα δυο φορές σε αυτό το τμήμα της διαδρομής. Μια στο
Λεχαιό και μια κάπου κοντά στο Κιάτο. Αν με πας τώρα να σου δείξω που, δε θα
μπορώ να θυμηθώ, ήταν όλα ίδια, σαν να κατεβαίνεις τη Θηβών. Το μόνο που άλλαζε
ήταν οι πινακίδες και τα χιλιόμετρα που έμεναν για το Κιάτο και το τέλος της
ημερήσιας διαδρομής μου.
Γύρω στις 7, χωρίς άλλες περιπέτειες, μπήκα στο Κιάτο και
ξεκίνησα να σκέφτομαι πως θα πρέπει να διαχειριστώ το βράδυ μου. Είχα ήδη αποφασίσει
ότι θα το προσπεράσω για να κοιμηθώ, μιας και είχα δει ότι μετά το Κιάτο η
παλιά εθνική πηγαίνει δίπλα στη θάλασσα, οπότε θα έβρισκα μια παραλία ερημική
να ξαπλώσω. Πριν από αυτά όμως έπρεπε να κάτσω να ξεκουραστώ και να πάω
τουαλέτα. Δεν πεινούσα, οπότε δεν χρειαζόταν να βρω εστιατόριο ή κανα
σουβλατζίδικο για να τα κάνω αυτά. Τριγύρισα πεζός λίγο στην περατζάδα του
Κιάτου, αγνοώντας τα βλέμματα των ντόπιων, και αναζητούσα μια καφετέρια που να
μοιάζει έστω λίγο φιλόξενη. Όλες ήταν καγκούρικες και φυσικά δεν είχα καθόλου
ενέργεια να κάτσω να ψάξω πολύ. Πηγαίνοντας και βλέποντας ότι σιγά σιγά
τελειώνει η κωμόπολη και θα την περάσω χωρίς να έχω κάνει τίποτα από αυτά που
θέλω, βρήκα μια καφετέρια όπου καθόντουσαν πιο καλοσυνάτες φάτσες με παιδάκια και
κάθισα εκεί. Η φιλική σερβιτόρα βοήθησε στη χαλάρωση αλλά και πάλι, το να είσαι
μόνος σου σε ξένο μέρος, είναι πραγματικά σκότωμα. Δεν μπορούσα να αφήσω τίποτα
μόνο του, αν έχανα το οτιδήποτε από τα πράγματά μου, θα είχα σοβαρό πρόβλημα.
Μέχρι και το κινητό που ήθελα να (ξανά)βάλω να φορτίζει, με άγχωνε πολύ, παρόλο
που είχα κάτσει κοντά στις πρίζες του μαγαζιού και μπορούσα να το κοιτάω. Η όλη
αμηχανία ενισχύθηκε όταν συνειδητοποιήσα τον λόγο που δεν είχε κάγκουρες η
συγκεκριμένη καφετέρια. Ήταν για παιδάκια και γονείς, κάτι σαν καφετέρια
παιδότοπος! Κι εγώ μέσα στην κούραση και το άγχος δεν το είχα καταλάβει.
Ένας θεός ξέρει τι εντύπωση μπορεί να έκανα στους γονείς
και τα παιδάκια καθήμενος χαλαρά, με ένα μπουκάλι νερό να το ανοίγω κάθε ένα
λεπτό, να ρουφάω μια γουλιά, να το ξανακλείνω, να πίνω λίγη από τη σοκολάτα μου
και ξανά από την αρχή. Τα άλατα από τον ολοήμερο ιδρώτα είχαν φτιάξει σχήματα
κανονικά στα ρούχα μου, το πρόσωπό μου ήταν βρώμικο και τα χέρια μου έτρεμαν.
Ένιωθα τόσο άβολα που ρώτησα τη σερβιτόρα αν είναι οκ να κάτσω λίγο ακόμα, μιας
και, όπως της εξήγησα, δεν είχα καταλάβει ότι είναι παιδότοπος. Ευτυχώς δεν
έδειξε να νοιάζεται ιδιαίτερα κι έτσι έκατσα όσο μπορούσα.
Η δύση του ηλίου πλησίαζε και ένιωθα λες και κυλάνε κόκκοι
άμμου στην κλεψύδρα. Είχε έρθει η ώρα να φύγω και να πάω να βρω το σημείο όπου
θα περνούσα το βράδυ, μπας και κατάφερνα να ξεκουραστώ κανονικά. Πήγα τουαλέτα,
μάζεψα κινητά, νερά, σακίδια, όλα, και έφυγα. Μου έμενε περίπου μια ώρα μέχρι
να νυχτώσει και παρόλο που είναι αρκετός χρόνος, βιαζόμουν πολύ να κατασκηνώσω.
Μόλις έφτασα στην άκρη του Κιάτου ξανανέβηκα στο ποδήλατο
και οι πόνοι επέστρεψαν δριμύτεροι. Ανησύχησα πολύ γιατί πίστευα ότι το
μεγαλύτερο πρόβλημα θα το είχα τη δεύτερη μέρα. Όμως βλέποντας το σώμα μου να
αντιδρά τόσο έντονα πριν καν τελειώσει η πρώτη, κατάλαβα ότι την επόμενη θα
είχα προβλήματα.
Προχώρησα κανα 2 χιλιόμετρα προς τη δύση και το
Ξυλόκαστρο μέχρι που μετά από μια στροφή του δρόμου είδα στα δεξιά μια παραλία
με βότσαλο στην οποία δεν έκανε κανείς μπάνιο και δεν υπήρχαν υποδομές,
ομπρέλες ή μαγαζιά. Η ώρα ήταν περασμένη αλλά και να είχα χρόνο, νομίζω η
επιλογή ήταν σωστή. Κατηφόρισα προς την παραλία, ακούμπησα το ποδήλατο σε ένα
δέντρο, άφησα την τσάντα κάτω και πήγα και κάθισα στην άκρη του νερού με τα
πόδια μέσα στη θάλασσα ως το γόνατο. Ήταν η πρώτη φορά από το πρωί που
σταμάτησα και δεν είχα στο νου μου ότι πρέπει να ξαναξεκινήσω σύντομα. Αυτό
βοήθησε. Η θάλασσα δεν ήταν τελείως ήσυχη, είχε ένα ελαφρύ κυματάκι και έκανε
αρκετό θόρυβο λόγω της ακτής που ήταν με βότσαλα, Η ησυχία ήταν απόλυτη, μόνο
το κύμα ακουγόταν, όλα τα υπόλοιπα είχαν γίνει μακρινά και η κίνηση είχε κόψει.
Ευτυχώς, η ζέστη που την έτρωγα στο κεφάλι όλη τη μέρα εδώ αποδείχτηκε χρήσιμη,
καθώς χαλάρωσα μισός μέσα στο νερό για αρκετή ώρα και δεν κρύωσα ούτε στιγμή.
Λίγη ώρα μετά βούτηξα ολόκληρος αλλά για λίγο και δίχως αληθινό κέφι. Νομίζω το
έκανα πιο πολύ για να «καθαριστώ» όσο γίνεται και για να χαλαρώσουν οι μύες των
ποδιών και της μέσης μου. Το μυικό μου σύστημα στάθηκε αξιοθαύμαστα δυνατό
καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού και αυτό ήταν και το μεγάλο μου καύχημα. Οστικά
και επιφανειακά είχα σοβαρά προβλήματα, όμως οι μύες μου δεν υπέφεραν ούτε
στιγμή, ποτέ δεν ένιωσα τράβηγμα, κράμπα ή κάτι ανάλογο.
Βγήκα από το νερό και για να μην κρυώσω, σκουπίστηκα
γρήγορα, ένιωθα ήδη ευαίσθητος λόγω της ολοήμερης ταλαιπωρίας. Άλλαξα μπλούζα
και σορτσάκι και καθώς δεν έκανε κρύο, ξάπλωσα πάνω στον υπνόσακο και
προσπάθησα να ηρεμήσω. Φυσικά ήταν αδύνατο. Για να απασχοληθώ άνοιξα δεδομένα και
μίλησα στο κινητό, πράγμα που με άγχωσε γιατί η μπαταρία τελείωνε γρήγορα και
για κανένα λόγο δεν ήθελα να μείνω χωρίς κινητό το βράδυ σε μια ερημική
παραλία. Έκανα ένα γρήγορο πέρασμα από τα σόσιαλ, έστειλα μήνυμα στον έξω κόσμο
ότι είμαι ζωντανός και παράτησα το κινητό. Είχε έρθει η ώρα της κρίσης, η ώρα
που θα ξεχώριζε η ήρα από το στάρι. Θα κατάφερνα να κοιμηθώ και άρα να συνεχίσω
την επόμενη μέρα ή θα έμενα ξάγρυπνος για τον όποιο λόγο και θα έπρεπε αύριο
είτε να συρθώ όσο μπορέσω προς τη δύση είτε να γυρίσω με ντροπή προς την
ανατολή και από εκεί που ήρθα;
Τη μοναδική άλλη φορά που έχω επιχειρήσει τέτοιο ταξίδι,
προς Θεσσαλονίκη εκείνη τη φορά, κόλλησα σε αυτό ακριβώς το σημείο. Στον ύπνο.
Δεν μπόρεσα ποτέ να κοιμηθώ, οριακά νομίζω έπαθα κρίση πανικού, ή έστω κρίση
άγχους, και εν τέλει γύρισα πίσω το ίδιο βράδυ, ενώ είχα διανύσει 100
χιλιόμετρα. Αυτή τη φορά ήμουν πιο ώριμος και πιο ψύχραιμος και είχα διανύσει
και παραπάνω απόσταση, γύρω στα 120. Οπότε ξάπλωσα.
Μέσα στο βράδυ κοιμόμουν και ξυπνούσα συνεχώς, από την
ανησυχία κυρίως. Τη μια φορά ανασηκώθηκα νομίζοντας ότι άκουσα κάποιον κοντά
μου, όμως ήταν απλά το κύμα που έσπαγε εκεί δίπλα. Ή τέλος πάντων δεν είδα
κανέναν. Τη δεύτερη φορά ξύπνησα και είδα στα εκατό μέτρα πιο πέρα έναν άνθρωπο
με φακό, νομίζω ψάρευε. Τον παρατηρούσα για κάνα πεντάλεπτο να δω αν θα
πλησιάσει, δεν πλησίασε ποτέ και ξανακοιμήθηκα.
Την τρίτη όμως… είχα αποκοιμηθεί για τα καλά μπορώ να πω,
όποια ανησυχία είχα είχε χαθεί μπροστά στην ανάγκη της ξεκούρασης. Μέχρι που
μέσα στον ύπνο μου, ένιωσα να με τσιμπάει δυνατά κάτι στην εσωτερική πλευρά του
μηρού, κοντά στα γεννητικά όργανα. Πριν προλάβω να σκεφτώ, βάζω το χέρι μου
μέσα από το ρούχο, πιάνω κάτι που ακόμα δεν έχω ιδέα τι ήταν και το τραβάω και
το πετάω πέρα. Αμέσως μετά ο φόβος με κατέκλυσε. Χωρίς να έχω δει τι ήταν και
χωρίς να μπορώ να καταλάβω από τη αφή, η φαντασία μου οργίασε. Ξέχασα και
κούραση και μπαταρία και σηκώθηκα αμέσως όρθιος με τον φακό του κινητού να
τσεκάρω να δω μήπως βρω αυτό που με τσίμπησε. Νομίζω μουρμούραγα όχι, όχι, όχι
για κάποια λεπτά αλλά μπορεί να ήταν και μέσα στο μυαλό μου. Το σκεφτόμουν
σίγουρα πάντως. Το σημείο που είχα τσιμπηθεί πονούσε ακόμα, όμως αφού το
εξέτασα πολύ πολύ προσεκτικά δεν βρήκα ούτε τρύπα, ούτε πληγή ούτε τίποτα. Μόνο
μια κοκκινίλα αλλά κι αυτή όχι ιδιαίτερα έντονη. Η φοβία μου ήταν οι σκορπιοί
και ίσως καμιά σαύρα, κανένα μολυντήρι. Θυμόμουν ότι αυτό που είχα πιάσει ήταν
μικρό οπότε δεν ανησυχούσα για φίδι. Γκούκλαρα τσιμπήματα σκορπιών, γκούγκλαρα
κέντρα υγείας εκεί κοντά, ξέροντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρω να πάρω
με το ποδήλατο και τα πράγματά μου μέσα στη νύχτα στο κέντρο υγεία που ήταν 5 ή
και 10 χιλιόμετρα πιο πέρα.
Όσο περνούσε ή ώρα όμως, και καθώς το τσούξιμο
υποχωρούσε, ξανά νίκησε η εξάντληση και αποφάσισα πως δεν μπορώ να κάνω τίποτα
για το τσίμπημα. Αφουγκραζόμουν τον οργανισμό μου, να δω μήπως νιώσω δύσπνοια ή
πόνους, όμως δεν ένιωσα τίποτα περίεργο. Σιγά σιγά ο πανικός μου καταλάγιασε
και ξάπλωσα ξανά. Η ώρα ήταν 2 το πρωί και ήξερα πως, από το φως και μόνο, θα
ξυπνούσα πολύ νωρίς. Αποφάσισα να ξανακοιμηθώ, χωρίς όμως να το παίζω άνετος.
Κουκουλώθηκα με τον υπνόσακο και έκλεισα το φερμουάρ ερμητικά. Ο ύπνος με πήρε
σχεδόν αμέσως, όσο παράξενο κι αν ακούγεται.
Το επόμενο πρωί, όπως είχα προβλέψει, σηκώθηκα λίγο πριν
τις έξι. Είχα κοιμηθεί γύρω στις 7 ώρες αν αφαιρέσεις τις διακοπές και τον
νυχτερινό πανικό. Αμέσως με κυρίευσε το παλιό καλό άγχος της διαδρομής, όμως η
σκέψη να μην συνεχίσω ευτυχώς δεν έπαιξε ποτέ. Μάζεψα τα πράγματά μου βιαστικά,
κοίταξα πάλι το μπούτι μου να δω μήπως είχε σαπίσει ή κάτι άλλο εξίσου
τρομακτικό και, αφού ήταν όλα καλά, ανέβηκα προς το δρόμο να ξεκινήσω και πάλι.
Έκανε λίγη ψύχρα εκείνη την ώρα, ο ήλιος ανέτειλε από τα βουνά στην άλλη άκρη
του κορινθιακού, από τη Στερεά Ελλάδα και οι πρώτες του ακτίνες με τύφλωσαν ενώ
καβαλούσα το ποδήλατο ξανά. Έπρεπε να βρω πρωινό, να φορτίσω αν έβρισκα και να
φτάσω στην Πάτρα μέχρι να νυχτώσει πάλι. Οι πόνοι επέστρεψαν με τις πρώτες
πεταλιές αλλά ήταν αμυδροί και διαχειρίσιμοι. Η σκέψη ότι μπορεί να τα καταφέρω
πέρασε σα σίφουνας απ’ το μυαλό μου και την έδιωξα γρήγορα. Είχα άπειρη δουλειά
να ρίξω σήμερα για να έχω ελπίδες και ήμουν ήδη κουρασμένος.
Το ποδήλατο ξεκίνησε και η πρωινή δροσιά με έκανε να
νιώσω καλά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου