Αττική
Το σχέδιο έλεγε να ξυπνήσω νωρίς,
γύρω στις 6.30 – 7, να ετοιμάσω τα πράγματα και να φύγω. Την προηγούμενη μέρα
είχα επιστρέψει από τις Κυκλάδες κουρασμένος από τα κατσάβραχα και τον ήλιο.
Και τις πεζοπορίες φυσικά. Παρόλα αυτά είχα αποφασίσει να ξεκινήσω, ο,τι κι αν
γινόταν. Είμαι 30, σχεδόν 31, αν δεν το κάνω τώρα δε θα το κάνω ποτέ. Έτσι
σκέφτηκα.
Το βράδυ
πριν ξεκινήσω ήμουν αγχωμένος αλλά είχα πάρει μια απόφαση κι αυτό βοηθούσε
κάπως. Άλλωστε υπήρχαν εναλλακτικές. Αν κάτι πήγαινε στραβά θα έμπαινα στο ΚΤΕΛ
και θα πήγαινα στο χωριό. Μάζευα τα πράγματα που θα χρειαστώ και συνεχώς έπρεπε
να βρίσκω χώρο για κάτι καινούργιο. Ξεκίνησα έχοντας μαζί μου: υπνόσακο, 2
αλλαξιές ρούχα, ένα αντιανεμικό, 2 σαμπρέλες ποδηλάτου, ένα πολυεργαλείο με διάφορα
κατσαβίδια και άλεν, αντηλιακό, κάτι μπισκότα, ένα φωσφοριζέ γιλέκο, καπέλο και
φορτιστή.
Στόχος
ήταν η Σπιάτζα, ένα χωριό έξω από τον Πύργο Ηλείας. Εγώ ήμουν στην Αθήνα. Τη
διαδρομή θα την έκανα με το ποδήλατο. Η απόσταση είναι κάτι παραπάνω από 300
χιλιόμετρα από την παλιά εθνική.
Δεν είχα
ιδέα πόσο χρόνο θα μου έπαιρνε αλλά ήθελα να κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Όταν
ξεκίνησα ήταν Κυριακή, 16/8/2020 και την επόμενη Δευτέρα έπρεπε να είμαι Αθήνα
στη δουλειά μου. Εφτά ημέρες λοιπόν, που σίγουρα θα χρειαζόμουν δύο τουλάχιστον
να ξεπεράσω την όλη δοκιμασία, αν τα κατάφερνα βέβαια. Η αποθεραπεία μου θα
ήταν τα μπάνια στην ήσυχη παραλία στη Σπιάτζα. Όταν και αν έφτανα.
Όντως ξύπνησα νωρίς, κυρίως από
το άγχος, αν και η συνήθεια λόγω δουλειάς έπαιξε κάποιο ρόλο. Κάπου γύρω στις 7
νομίζω σηκώθηκα. Από παρόμοιες προσπάθειες στο παρελθόν, ήξερα πως το μάξιμουμ
που μπορούσα να καλύψω ήταν γύρω στα 100 χιλιόμετρα αν ήμουν τυχερός, και αυτά
την πρώτη ημέρα. Υπολόγιζα να μειώνονται με το πέρασμα των ημερών και την
κούραση οπότε, συνολικά, ήλπιζα σε 4 μέρες πάνω – κάτω να είμαι Πύργο.
Βέβαια
δεν ήμουν και στα καλύτερά μου. Ένα διάστρεμμα στον αστράγαλο με ενοχλούσε
ακόμα, τα γόνατά μου ακόμα είναι δύσκολα στους χόνδρους και δεν ήμουν καν
ξεκούραστος. Στην Ανάφη με ελάχιστες εξαιρέσεις περπατούσα σίγουρα δύο ώρες την
ημέρα, πάνω σε λόφους με βράχια και πέτρες. Ένιωθα την κούραση αλλά μόλις
σηκώθηκα με συνεπήρε η αγωνία και η ανυπομονησία του ταξιδιού. Πλέον, εφόσον το
είχα αποφασίσει, τίποτα δεν με κρατούσε.
Μόλις
σηκώθηκα όμως, ξεκίνησαν τα προβλήματα. Έβρεχε! Μέσα στον Αύγουστο, ενώ δεν
είχα δει βροχή ούτε για δείγμα δυο μήνες τώρα. Αποφάσισα να περιμένω γιατί ήταν
καλοκαιρινή μπόρα που δεν μπορούσες να την αγνοήσεις κιόλας, ειδικά με
ποδήλατο, πιο ειδικά ακόμα όταν, υποτίθεται, είχες μπροστά σου μια ολόκληρη
μέρα ποδηλάτου με 100 χιλιόμετρα να καλύψεις. Να ξεκινήσω βρεγμένος και «βαρύς»
δεν ήταν και η καλύτερη ιδέα.
Περίμενα
περίμενα, αλλά δεν φαινόταν ότι θα σταματήσει. Αγχωμένος και υπερβολικά
εκνευρισμένος κοίταζα κάθε δυο λεπτά από το παράθυρο για σημάδια που θα
έδειχναν ότι μπορώ να ξεκινήσω. Δεν ήθελα καν να σταματήσει τελείως, ήθελα απλά
να γίνει ψιλόβροχο για να μου επιτραπεί η αναχώρηση, μετά θα έκοβε έτσι κι
αλλιώς, τι διάολο, καλοκαίρι ήταν! Έπειτα από κάνα δίωρο, η βροχή επιτέλους
φάνηκε να σταματάει, οπότε ζώθηκα με τα πράγματά μου, τσέκαρα μια το ποδήλατο
να δω αν συνέβαινε κάτι πολύ στραβό, δε συνέβαινε και ξεκίνησα. Από το άγχος
μου και μόνο ξαναγύρισα στο σπίτι 2 φορές, ευτυχώς χωρίς να έχω απομακρυνθεί
πολύ. Αφού σιγουρεύτηκα ότι κλείδωσα και ότι δεν ξέχασα το φορτιστή μου ή κάτι
παρόμοιο, ξεκίνησα πραγματικά.
Από τα
Εξάρχεια μέχρι την Καβάλας, στο ύψος της Θηβών, είχε ξαναρχίσει να βρέχει
δυνατά. Λίγες φορές, ίσως και ποτέ, να έχω ξαναβρίσει με τέτοιο τρόπο. Κατάρες
κάθε μορφής και περιεχομένου που μέσα στο καλοκαίρι αποφάσισε να βρέξει τη μέρα
που ξεκίνησα να κάνω 300 χιλιόμετρα με το ποδήλατο. Η βροχή ήταν τέτοια που
αναγκάστηκα να σταματήσω στο Παλατάκι στο Χαιδάρι, σε μια στάση λεωφορείου.
Κάθισα πάνω από 20 λεπτά εκεί, η βροχή έπεφτε αμείωτη, φυσούσε άρα βρεχόμουν
ούτως ή άλλως και είχα απελπιστεί. Ένιωθα έτοιμος να αρχίσω να κλαίω, από την
απελπισία και την ατυχία. Συνεχώς σκεφτόμουν πως δεν είχα χρόνο, πως πιεζόμουν,
και πως κάθε λεπτό που περνούσε εγώ έμενα πιο πίσω. Τελικά κατά τις 10+ η βροχή
αραίωσε αρκετά και δοκίμασα να ξεκινήσω ξανά.
Χωρίς
πολλά προβλήματα, προσπαθώντας να συνηθίσω τα βάρη στο ποδήλατο και να βρω
ρυθμό, βγήκα στον Σκαραμαγκά και τον Ασπρόπυργο. Επειδή είχα ήδη αργήσει και
επειδή δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για λοξοδρομήσεις, τσέκαρα συχνά τους χάρτες
στο κινητό αν και δεν υπήρχε και τόσο μεγάλη ανάγκη. Οι εξορμήσεις και οι επισκέψεις
μου ως πάλαι ποτέ μέλος του συνδικάτου χημικής βιομηχανίας αττικής με είχαν
πολλές φορές φέρει στις βιομηχανικές περιοχές του Ασπροπύργου και της
Ελευσίνας, τα μέρη δε μου ήταν και τόσο άγνωστα. Τα πράγματα κύλησαν ομαλά ως
την Ελευσίνα όπου και έκανα την πρώτη σκόπιμη στάση μου. Τίποτα το ιδιαίτερο,
ένα μπουκάλι νερό, δυο μπισκότα και ένα τσεκάρισμα του δρόμου μπροστά, νομίζω
δεν έκατσα πάνω από 20 λεπτά. Υπήρχε συνεχώς η αίσθηση βιασύνης, το άγχος να
καλύψω όσο μεγαλύτερη απόσταση γίνεται. Έτσι ξεκίνησα πάλι, για Νέα Πέραμο αυτή
τη φορά.
Ο ήλιος
είχε βγει και η διαδρομή είχε αρχίσει να γίνεται ευχάριστη. Υπήρχε ακόμα δροσιά
από το πρωί, δεν πρέπει να ήταν ούτε 12, και δεν υπήρχαν μεγάλες ανηφόρες ή
δύσκολα περάσματα. Η κίνηση ήταν μηδαμινή στην παλιά εθνική και σε ορισμένα
σημεία πήγαινα τελείως απρόσεκτα, μες στη μέση του δρόμου. Πέρασα ανάμεσα στις
πελώριες δεξαμενές των διυλιστηρίων της Ελευσίνας και δε συνάντησα άνθρωπο.
Μόνο ένα σκυλί με κοίταξε παράξενα αλλά δεν αντέδρασε όταν το προσπέρασα και
συνέχισα ανακουφισμένος. Η περιοχή εκεί προσφέρεται για φωτογραφίες, από μια
καμπή του δρόμου φαίνεται η θάλασσα ανάμεσα στην Αττική και τη Σαλαμίνα, τα
αμέτρητα πλεούμενα, μεγάλα και μικρά, τα ναυπηγεία, ίσως και οι μεταλλικές
κατασκευές στο Πέραμα, όμως εγώ δεν είχα χρόνο. Πέρασα γρήγορα από εκεί γιατί
ήξερα ότι η Κόρινθος ήταν ακόμα μακριά και έπρεπε στη χειρότερη να έχω περάσει
στην Πελοπόννησο ώσπου να βραδιάσει.
Λίγο πιο
κάτω, ο δρόμος χωρίζεται σε δυο διαδρομές που τη μία την ήξερα πολύ καλά. Η
γνωστή μου διαδρομή, στα αριστερά προς τη θάλασσα, η οποία ήταν και πολύ ωραία,
πήγαινε παράκτια ως τη Νέα Πέραμο και συνέχιζε για Κινέττα, Αγίους Θεοδώρους
και Ίσθμια. Τη διαδρομή την ήξερα από το 2015, όπου και υπηρετούσα στη Σχολή
Πυροβολικού στη Νέα Πέραμο και το ΚΤΕΛ που με πηγαινοέφερνε την έκανε συχνά.
Για αυτό το λόγο και γνώριζα αρκετά καλά πως, όσο όμορφη ήταν, άλλο τόσο ήταν
απότομη, με δύσκολες στροφές και ανηφόρες και κατηφόρες σοβαρές. Έτσι λοιπόν,
όπως συνέχεια έμελλα να κάνω στο ταξίδι αυτό, διάλεξα την θεωρητικά πιο εύκολη
διαδρομή και όχι την πιο όμορφη.
Η
εναλλακτική διαδρομή, στα δεξιά μου, πήγαινε παράλληλα με τη νέα εθνική και
ήταν αλήθεια αρκετά ομαλή. Αυτό που δεν είχα λάβει υπόψη μου ήταν οι παλιές
γραμμές του ΟΣΕ που πήγαιναν παράλληλα με το δρόμο μου, ανάμεσα σε μένα και την
κάτω διαδρομή. Κάτι που μου πέρασε από το μυαλό, όμως αδιαφόρησα θεωρώντας πως
θα βρω ένα πέρασμα κάποια στιγμή να περάσω στον κάτω δρόμο όταν προσπεράσω το
σημείο με τις στροφές και τις ανηφόρες και θελήσω να βγω στον παραλιακό δρόμο
για να συνεχίσω χαλαρά προς τα ανατολικά. Έλα όμως που έκανα λάθος! Μετά από 2
– 3 χιλιόμετρα ενώ είχα μπει σε μια συνοικία με σκυλιά που με κυνηγούσαν και
ουδεμία γνώση της περιοχής, προσπαθώντας να κόψω προς τα αριστερά με σκοπό να
βγω στην προαναφερθείσα παραλιακή διαδρομή, ο δρόμος μου κοβόταν κάθε φορά από
τις γραμμές του τρένου και μάλιστα δημιουργούσε τόπους που ήταν αδύνατο να τους
περάσω ακόμα κι αν έπαιρνα το ποδήλατο στο χέρια. Η κατάληξη αυτής της ατυχούς
επιλογής ήταν να καθυστερήσω μισή ώρα, να κάνω ένα μεγάλο κύκλο πηγαίνοντας
αυτή τη φορά προς το βορρά και τη νέα εθνική ελπίζοντας να βρω έναν παράδρομο
που θα περάσει αυτό το σημείο και θα με φέρει σε κάποια διασταύρωση – κόμβο της
εθνικής, που ήξερα ότι υπήρχε, ώστε να μπω κανονικά στη Νέα Πέραμο.
Πράγματι,
μετά από λίγη ταλαιπωρία κατάφερα να βγω σε ευθείους δρόμους που περνούσαν πάνω
από τη Νέα Πέραμο και θα με έβγαζαν, όπως ήξερα πάλι λόγω της θητείας μου, στα
Μέγαρα. Δεν είχα σκοπό να σταματήσω ή ούτε καν να μπω στα Μέγαρα καθώς ένιωθα
πως είχα αργήσει. Παρόλα αυτά είχα αρχίσει να νιώθω μια κούραση και διψούσα
καθώς πλέον είχε μεσημεριάσει για τα καλά. Όλες οι καλές συνθήκες που είχε
δημιουργήσει η πρωινή βροχή, που πλέον την ευχαριστούσα με όλη μου την καρδιά,
είχαν εξανεμιστεί, είχε έρθει το τρομακτικό καλοκαιρινό μεσημέρι και έχω είχα
60 χιλιόμετρα τουλάχιστον ακόμα μπροστά μου. Το διάλειμμά έπρεπε να γίνει
σύντομο και χωρίς πολλές φανφάρες. Κάπως υπολόγιζα με βάση τα χιλιόμετρα να
κάνω ένα μεγάλο μεσημεριανό διάλειμμα με φαγητό στους Αγίους Θεοδώρους κατά τις
3, για να αποφύγω και τη μεγάλη ζέστη. Έτσι, αγόρασα από το δρόμο, δε θυμάμαι
καν πλέον από πού, ένα μεγάλο μπουκάλι νερό και σταμάτησα λίγο μετά τα Μέγαρα,
σε μια άκρη του δρόμου, κάτω από ένα δέντρο. Ήταν δίπλα ακριβώς στη θάλασσα και
μπήκα και στον πειρασμό να βουτήξω αλλά είπαμε, βιασύνη και άγχος. Εκεί κάθισα κάνα
μισάωρο. Προς τα ανατολικά έβλεπα την αρχή της Κακιάς Σκάλας, που πάντα μου
άρεσε σαν όνομα αλλά σύντομα θα ανακάλυπτα και γιατί την έχουν ονομάσει έτσι.
Πέρα από αυτή την ξερή και χωρίς πολύ πολιτισμό διαδρομή, φαινόντουσαν σπίτια
και καταστήματα που εγώ με τη βοήθεια και του χάρτη αναγνώρισα ως την Κινέττα.
Και, φίλε, φαινόταν μακριά. Οι Άγιοι Θεόδωροι, που ξεχώριζαν αχνά λίγο πιο πέρα
φαινόντουσαν να βρίσκονται σε άλλο γαλαξία. Και έκανε ζέστη, και ένιωθα ήδη
κουρασμένος.
Εν τέλει
με έπιασε πάλι αυτή η πιεστική ανάγκη να ξεκινήσω και ανέβηκα πάλι στο ποδήλατο.
Ευτυχώς, η κίνηση παρέμενε αραιή, γιατί στις στροφές της Κακιάς Σκάλας οι
μανούβρες και ο χώρος είναι πολύ περιορισμένα. Πολλές στροφές, μεγάλες
κατηφόρες, ουσιαστικά από τα Μέγαρα και τον Στίκα μέχρι την Κινέττα, ο δρόμος
κατεβαίνει υψομετρικά αρκετά οπότε το συνολικό ισοζύγιο μάλλον ήταν προς
χαμηλότερα ύψη. Παρόλα αυτά, έχασα το λογαριασμό προσπαθώντας να περάσω αυτή
την κόλαση μεσημεριάτικα, σε ορισμένες κατηφόρες πήγαινα να φύγω στις στροφές
και σε κάποιες ανηφόρες κατέβηκα και περπάτησα για να μην πιέσω το ποδήλατο και
να μην εξαντληθώ από την πίεση και τη ζέστη. Συγκεκριμένα, σε ένα κομμάτι του
δρόμου, που ήταν και σχεδόν το τελευταίο πριν κατηφορίσω προς την Κινέττα, η κλίση
ήταν τόση όση να μη συμφέρει να την ανέβεις με το ποδήλατο αλλά και τόση ώστε
να νιώθεις ότι περπατάς χωρίς λόγο και να θες να καβαλήσεις ξανά. Αποφάσισα να
μην το κάνω με τη σκέψη πως, αν εξαντληθώ τώρα, το ταξίδι θα τελειώσει πρόωρα.
Περπάτησα αρκετά, πάνω από 20 λεπτά και μετά από μια κλειστή στροφή είδα να
κατηφορίζει τελειωτικά ο δρόμος. Καβάλησα ξανά και… Κινέττα.
Ήταν
ακόμα νωρίς, 2 το μεσημέρι ίσως, δε θυμάμαι και καλά. Έτσι αποφάσισα να
συνεχίσω ενώ περνώντας μέσα από την Κινέττα συνεχώς έβλεπα μίνι μάρκετ,
εστιατόρια, σουπερμάρκετ. Έπρεπε να
συνεχίσω και να κάνω το διάλειμμα μου εκεί που το είχα προγραμματίσει. Η ζέστη
πλέον ήταν αφόρητη και το κεφάλι μου πονούσε από το καπέλο, τον ήλιο που παρόλο
που είχα γυαλιά ηλίου, συνέχιζε να με τυφλώνει και είχαν ξεκινήσει και οι πόνοι
που θα μου έκαναν όλο και πιο πολύ παρέα στην υπόλοιπη διαδρομή. Τότε νομίζω
ξεκίνησε να πονάει και ο κώλος μου από τη σέλα, ένα, φαινομενικά αστείο και όχι
τόσο σημαντικό πρόβλημα, που εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο του ταξιδιού.
Προσπέρασα
την Κινέττα γρήγορα, ο δρόμος είχε γίνει αρκετά βατός, με ελάχιστες ανηφόρες
και δυσκολίες. Η μόνη ασυνέχεια στην, προς την ανατολή, ευθεία μου ήταν κάποια
έργα που συνάντησα. Ακούγεται ασήμαντο να μιλήσω τώρα για την παράκαμψη που
έκανα, αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν μεγάλο θέμα. Η ζέστη με ανάγκαζε να σταματάω
συχνά και ήθελα να σταματήσω απεγνωσμένα. Άλλωστε ήταν η πρώτη μέρα, δεν είχα
συνηθίσει τα μεγέθη και τις σαφώς μεγαλύτερες διαστάσεις χώρου και χρόνου που
αντιμετώπιζα τώρα, καμία σχέση με ακόμα και μεγάλες διαδρομές που κάνω στην
Αθήνα. Η παράκαμψη ήταν μικρή, πέρασα προς το βορρά κάτω από την εθνική,
συνέχισα από τη βορινή της πλευρά προς την ανατολή και μετά από δέκα λεπτά
ξαναπέρασα από κάτω προς το νότο για να βγω ξανά στο δρόμο που συνδέει την
Κινέττα με τους Αγίους Θεοδώρους, την παλιά εθνική δηλαδή.
Φτάνοντας
στους πολυδιαφημισμένους Αγίους, είχα επηρεαστεί ψυχολογικά από τη ζέστη και
είχα κουραστεί αποφασιστικά. Συνάντησα ένα Γαλαξία, κλείδωσα το ποδήλατο και μπήκα.
Πρέπει να φαινόμουν σαν τρελός και άστεγος. Άγριο μάτι, καπέλο υγρό από τον
ιδρώτα, στην πλάτη τσάντα με έναν υπνόσακο τυλιγμένο με το φοσφωριζέ γιλέκο μου
να κρέμεται, τριγυρνούσα στους διαδρόμους χωρίς σκοπό μιας και μέχρι να μαζέψω
το μυαλό μου απλά πήγαινα πέρα δώθε από την υπερένταση. Μετά από λίγο χαλάρωσα,
βοήθησε και ο κλιματισμός μάλλον, και ξεκίνησα τα ψώνια για μεσημεριανό. Οι
αγορές μου ήταν: 1.5 λίτρο νερό, ένα κύπελλο με ροδάκινα καθαρισμένα και
φρέσκα, ένα σακουλάκι κρουασανάκια βουτύρου Στεργίου, έναν χυμό ανάμεικτο 1
λίτρο. Αυτό θα ήταν το γεύμα μου.
Απέναντι
από το σουπερμάρκετ είναι η παραλία των Αγίων Θεοδώρων, μια μεγάλη ακτή με
μικρά βότσαλα που έχει οριοθετηθεί ένα πάρκο μακρόστενο με παγκάκια, δέντρα και
μονοπάτια. Σε ορισμένα σημεία η παραλία ήταν οργανωμένη με ομπρέλες και
ξαπλώστρες αλλά έμεινα μακριά από κει. Την ώρα που μπήκα στο πάρκο η παραλία
είχε αρκετό κόσμο, οικογένειες, παιδάκια, έφηβοι, γέροι και γριές, κλασικές
σκηνές ελληνικής παραλίας. Λίγοι μου έριξαν βλέμμα και κανένα τους δεν ήταν
φιλικό. Καλύτερα έτσι. Δεν είχα όρεξη ούτε να μιλήσω και μαζί με την κούραση
άρχιζε να βαραίνει και η συνειδητοποίηση του εγχειρήματος. Ήταν κάτι που
περίμενα όμως. Είχα από πριν προσπαθήσει να προετοιμαστώ ψυχολογικά. Ήξερα από
ανάλογες, αν και μικρότερης κλίμακας, προσπάθειες ότι η εκκίνηση είναι εύκολη.
Μόλις όμως καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός και πάρει το πάνω χέρι η κούραση και το
άγχος, τότε θέλει προσπάθεια, πειθαρχεία και κυρίως ψυχραιμία για να μην τα
παρατήσεις.
Έτσι
λοιπόν, πριν αρχίσω καν να σκέφτομαι πως πάει το ταξίδι, αν θα τα καταφέρω,
πόσο μου μένει κλπ, απλά κάθισα και έφτιαξα τον «καταυλισμό» μου για να
χαλαρώσω και να φάω. Πρώτα φυσικά ήπια νερό και χυμό, φούσκωσα, περίμενα 2
λεπτά και ξαναήπια μέχρι να σκάσω. «Ηρεμία… ψυχραιμία… είμαι εντός προγράμματος
και κουρασμένος αλλά όχι εξαντλημένος». Δεν τα έλεγα δυνατά αλλά θα πω ψέμματα
αν έλεγα ότι δεν κουνούσα τα χείλη μου. Γενικά οι πολλές ώρες στο δρόμο και τα
διάφορων φύσεων προβλήματα που ανακύπτανε στη διαδρομή είχαν υπερεξελίξει το
λίγο τρομακτικό αντανακλαστικό του να μιλάω μόνος μου. Τώρα, που είχα και
ανθρώπους σταθερούς κοντά μου, είχα λίγο στο νου μου να μη μιλάω δυνατά αλλά οι
λέξεις έβγαιναν έτσι κι αλλιώς. Τις έλεγα, έτρωγα κάτι, τις ξανάλεγα, έπινα
νερό και πάλι από την αρχή. Όχι βιαστικά και αγχωμένα. Στα χαμένα τελείως.
Κανά
μισάωρο αργότερα είχα ηρεμήσει αρκετά ώστε να αρχίσω να σκέφτομαι τη συνέχεια.
Δεν υπήρχε χώρος στην πραγματικότητα που ζούσα ώστε να μπορώ να ασχοληθώ με το
μέρος γύρω μου, με τους περαστικούς, με άλλες σκέψεις, μόνο φευγαλέα. Στο μυαλό
μου αναβόσβηνε μόνο το ΜΠΡΟΣΤΑ με πελώρια γράμματα, μόνο το πρόγραμμα, τα
χιλιόμετρα που έπρεπε να καλύψω και φυσικά το μεγαλύτερο τεστ του ταξιδιού, το
που θα κοιμόμουν το βράδυ. Ήμουν στους Αγίους Θεοδώρους και μένανε πλέον
λιγότερα από 20 χιλιόμετρα για τον Ισθμό και την Πελοπόννησο. Αυτή η
συνειδητοποίηση, πολύ περισσότερο από το ότι καθόμουν, έτρωγα και έπινα, με
ηρέμησε αληθινά. Δεν είχα αποτύχει, ούτε θα πήγαινε χαράμι η μέρα, κι ας
καθυστέρησα το πρωί. Το σχέδιο μέχρι τότε έλεγε να περάσω τον Ισθμό μέχρι το
απόγευμα αλλά να έχω σίγουρα 1 με 2 ώρες φως για να συνεχίσω λίγο προς την πόλη
της Κορίνθου και ει δυνατόν να την προσπεράσω και να βρω στην ακτή του
κορινθιακού κόλπου ένα σημείο για να κοιμηθώ.
Το
χρονοδιάγραμμα αυτό, ενώ θεωρητικά ήταν άνετο, με άγχωσε ξανά. Νομίζω βασικό
στο άγχος μου ήταν ότι πλέον μετρούσα αντίστροφα για τη δύση του ηλίου και το
πρόβλημα του ύπνου. Αυτό το άγχος έφερε όπως ήταν λογικό και την ανυπομονησία
για να ξεκινήσω ξανά. Νομίζω είχε πάει 4 το μεσημέρι και υποτίθεται θα περίμενα
ως τις 5 για να φύγω, για να αποφύγω και τη ζέστη, όπως είπα και πριν. Πίεσα
τον εαυτό μου με μεγάλο ζόρι να περιμένει ως τις 4.30, ήταν το καλύτερο που
μπορούσα να κάνω. Πλέον, από την αγωνία για να ξεκινήσω ένιωθα ξεκούραστος και
έτοιμος, ενώ ήξερα πολύ καλά ότι αυτή η αίσθηση θα εξανεμιζόταν με το που θα
έκανα το πρώτο πετάλι. Δεν διαψεύστηκα.
Ξεκίνησα στις 4.30 ακριβώς και όπως ήδη ήξερα,
με το που ανέβηκα η κούραση και οι πόνοι στον κώλο και στους ώμους από την
τσάντα επέστρεψαν δριμύτεροι. Αλλά, όπως επίσης ήξερα, η κούραση αυτή ήταν σε
κάποιο βαθμό πλασματική, καθώς ήμουν κρύος και βαρύς από το νερό και το φαγητό.
Πράγματι, μόλις προχώρησα λίγο, η κατάσταση βελτιώθηκε. Η ζέστη βέβαια
παρέμεινε.
Με τούτα
και με κείνα και με αρκετή προσπάθεια έφτασα στα διυλιστήρια της Κορίνθου. Δεν
τα είχα ξαναδεί από κοντά και ήταν κι αυτό μια ενδιαφέρουσα εικόνα του
ταξιδιού. Δυστυχώς, λόγω κούρασης και βιασύνης, ούτε εκεί καθυστέρησα.
Αμέσως
μετά τα διυλιστήρια, σειρά είχε ένα άχαρο κομμάτι όπου ακολούθησα σύριζα την
νέα εθνική από έναν παράδρομο, ο οποίος είχε αρκετές ανομοιομορφίες, ανηφόρες,
κατηφόρες, εξόδους κλπ, πράγμα που, αφενός με καθυστέρησε και με κούρασε,
αφετέρου μου έσπασε τα νεύρα γιατί αναγκάστηκα να κατέβω τουλάχιστον 3 φορές
και να πάω με τα πόδια λόγω του ανώμαλου εδάφους. Οι αντοχές μου στις ανηφόρες
είχαν προ πολλού εκμηδενιστεί, ειδικά για τις σχετικά απότομες που έχει σ’ αυτό
το σημείο. Περνώντας πάνω από την νέα εθνική, κάθισα λίγο να χαζέψω τα αμάξια
που ταξίδευαν. Ήταν λίγα μιας και ήταν ακόμα Κυριακή απόγευμα. Πολλές φορές
μέσα στο ταξίδι αναρωτήθηκα τι μπορεί να περάσει από το μυαλό οδηγών ή
περαστικών βλέποντάς με είτε να κάθομαι με δυστυχισμένο ύφος σε κάγκελα και
πεζούλια, με ένα ποδήλατο, όχι και πολύ φανταχτερό ή επαγγελματικό, δίπλα, είτε
με τα πόδια, σπρώχνοντας με αγωνία στην ανηφόρα το ποδήλατο, με έναν υπνόσακο
στην πλάτη, με τον ιδρώτα να τρέχει σα ρυάκι, ενώ με προσπερνούν με 60 ή με 80
ή με 120 καμιά φορά από δίπλα ΙΧ, φορτηγά, μηχανές ακόμα και περιπολικά, που
πάντα αγχωνόμουν τι θα με ρωτήσουν αν αποφάσιζαν να ασχοληθούν.
Δεν ξέρω
τι σκέφτηκαν όσοι με είδαν. Ξέρω όμως ότι εγώ είχα μονίμως μια και πολύ απλή
σκέψη στο μυαλό, όταν κατάφερνα να ξεκολλήσω το μυαλό μου από τα προγραμματικά
του ταξιδιού: μου αρέσει πάρα πολύ αυτό που κάνω και δεν μετανιώνω ούτε στιγμή.
Με τον κώλο να καίει, με τους ώμους πιασμένους και καμπούρης, με τη μπλούζα να
κολλάει, να βρωμάω, να διψάω συνεχώς ενώ η κοιλιά μου ήταν τούρλα από το νερό,
με τους καρπούς μου σακατεμένους. Μου αρέσει όσο όλα τα ταξίδια που έχω κάνει
μαζί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου