Δεύτερη μέρα
Η όρεξη μου για τον δρόμο μπροστά με
εντυπωσιάζει ακόμα και τώρα. Αν με ρωτούσες πριν θα σου έλεγα ότι μετά από την
πρώτη δύσκολη μέρα και ακόμα περισσότερο μετά την δύσκολη νύχτα, το πρωί θα
σερνόμουν στο δρόμο, πηγαίνοντας κούτσα κούτσα μέχρι το επόμενο χωριό πριν
σταματήσω ξανά. Όμως δεν έγινε έτσι. Το πρωινό ήταν υπέροχο, και σαν καιρικές
συνθήκες και σαν αίσθηση. Νομίζω η υπερένταση με ξυπνούσε και δεν έδινε κανένα
περιθώριο χαλάρωσης. Ήμουν ξένος σε ξένο τόπο και δεν υπήρχε καταφύγιο πουθενά.
Είχα μια έρημο μπροστά και έπρεπε να την περάσω για να ξεκουραστώ, όπως κάποιες
φορές στην παραλία στο χωριό μου, που η άμμος καίει και πρέπει να τρέξεις στο
καυτό έδαφος, χωρίς να σταματήσεις στιγμή αλλιώς θα καείς. Και όταν φτάσεις
στην άκρη του νερού θα ξεκουραστείς.
Ξεκίνησα λοιπόν και το πρώτο πρόβλημα της ημέρας ήταν το
πρωινό. Αυτό ήταν και το ευκολότερο, λύθηκε στην επόμενη στροφή του δρόμου όπου
είδα έναν φούρνο να έχει μόλις ανοίξει. Η ώρα πρέπει να ήταν γύρω στις 7 όταν
μπήκα και η κυρία πίσω από τον πάγκο ξαφνιάστηκε όταν με είδε. Είχε στα χέρια
της ένα ταψί και τακτοποιούσε διάφορα γλυκά, ήταν φανερό πως δεν περίμενε
κάποιον τόσο νωρίς. Η αρχική της δυσπιστία λόγω της εμφάνισής μου γρήγορα εξανεμίστηκε
γιατί μίλησα πολύ ευγενικά, είχα ανάγκη να βρω έναν σύμμαχο έστω για 5 λεπτά.
Δε θυμάμαι ακριβώς τι πήρα, το ένα ήταν σίγουρα σπανακόπιτα αλλά πρέπει να
αγόρασα και κάτι γλυκό και κάτι αλμυρό για αργότερα. Τη ρώτησα δειλά δειλά αν
θα μπορούσα να φορτίσω το κινητό μου 10 λεπτά και να κάτσω να φάω στη βεράντα
του φούρνου που είχε κάτι καρέκλες. Με ξανακοίταξε περίεργα αλλά δέχτηκε οπότε
πήγα έξω να φάω και να σκεφτώ τις επόμενες στάσεις.
Ο δρόμος ήταν παραλιακός και θύμιζε νησί, όχι κυκλαδίτικο
μικρό, αλλά μεγάλο, με πολύ κόσμο. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα και η κίνηση ήταν
ελάχιστη, απέναντι είχε σειρές ξαπλώστρες και ομπρέλες για την παραλία η οποία
ήταν πολύ μεγάλη και τα μεσημέρια πρέπει να βούλιαζε από τον κόσμο. Το άλλο που
με εντυπωσίασε ήταν οι γέροι και οι γριές που έκαναν περίπατο, είχα ήδη
προσπεράσει δύο άντρες και μια γυναίκα και όσο κάθισα με προσπέρασε ακόμα ένας
γεράκος με μπαστούνι. Φορούσε αθλητική περιβολή αλλά γεροντίστικη, έμοιαζε να
έχει βγει από κάποιο υπερλούξ θέρετρο ηλικιωμένων αλλά ποιος ξέρει, μπορεί απλά
να είχε αγοράσει μια φόρμα να μοιάζει κουλ όσο έκανε την πρωινή του γυμναστική.
Όλη η περιοχή απέπνεε μια αίσθηση γήρατος αλλά και λουσάτης φάσης, νέο δεν είχα
δει ούτε για δείγμα απ’ όταν έφυγα από την χτεσινοβραδινή παραλία. Ίσως ήταν
ακόμα νωρίς.
Έφαγα γρήγορα γρήγορα και έβαλα μπρος τον εαυτό μου με
κάποιο ζόρι για να καταφέρω να ξεκολλήσω. Ζήτησα το κινητό μου από την
φουρνάρισσα, έβαλα και χάρτη και ξανακάθισα λίγο στη βεράντα να δω πως θα
χωρίσω το δρόμο μου ως την Πάτρα. Χωρίς να το καταλάβω είχα αποφασίσει ότι
πρέπει αύριο βράδυ το αργότερο να έχω φτάσει Πύργο. Νομίζω αυτή η απόφαση ήταν
αποτέλεσμα τριών γεγονότων. Το πρώτο ήταν ότι είχα καταφέρει να καλύψω πάνω από
100 χιλιόμετρα την προηγούμενη με καθυστέρηση 3 ωρών οπότε μπορούσα να ελπίζω
ότι θα κάνω κάτι παρόμοιο και σήμερα. Το δεύτερο ήταν η παραπλανητική πρωινή
μου ευεξία η οποία μου είχε δώσει θάρρος και με έκανε να πιστεύω ότι τα επόμενα
100 χιλιόμετρα θα είναι το τίποτα μπροστά στην αδάμαστη θέληση και τα δυνατά
μου πόδια. Και το τρίτο, και το μόνο αληθινό ήταν ότι είχα καταλάβει, χωρίς καν
να κάτσω να το βάλω σε σκέψη ή λόγο, ότι κάθε νύχτα θα είναι ένα σοκ και μια
άσχημη εμπειρία για μένα. Συνεπώς έπρεπε να αποφύγω πάση θυσία να περάσω
τέταρτο βράδυ στην ύπαιθρο, ειδικά εφόσον ήξερα ότι θα το περνούσα στην Ηλεία,
την οποία όσο κι αν αγαπώ, ξέρω πολύ καλά τι κινδύνους εγκυμονεί. Ή τέλος
πάντων αυτό με άγχωνε παραπάνω.
Τρεις μέρες λοιπόν, 300+ χιλιόμετρα. Εξού και ο στόχος
της δεύτερης μέρας: έπρεπε πάση θυσία να προσπεράσω την Πάτρα, έστω και για ένα
χιλιόμετρο. Δεν ήθελα επουδενί να ξεμείνω μέσα στην πόλη καθώς προτιμούσα την
ερημιά και ένα σημείο σε μια άδεια παραλία από τον κόσμο, τη φασαρία και τις
ανεπιθύμητες ερωτήσεις. Αν δεν έφτανα Πάτρα απόψε, η τρίτη μέρα θα ήταν κόλαση,
ενώ αντίθετα όσο περισσότερο κατάφερνα να την προσπεράσω, τόσο μικρότερη
απόσταση θα είχα να καλύψω την τρίτη και προφανώς τη χειρότερη μέρα από άποψη
εξάντλησης.
Χωρίς πολλά πολλά λοιπόν, είπα ότι θα κάνω μεσημεριανό
μεγάλο διάλειμμα στο Αίγιο, που είναι παραπάνω από τη μισή απόσταση στο Κιάτο –
Πάτρα και ξεκίνησα. Ήταν ακόμα νωρίς και ο ήλιος δεν ενοχλούσε, έτσι έβαλα
ακουστικά για να περάσει λίγο η ώρα και γιατί είχα να ακούσω μουσική πολλές
ώρες. Είχα γεμίσει το κινητό με μουσική για το ταξίδι όμως αφενός δεν έπρεπε να
χαλάω μπαταρία όσο μπορούσα και αφετέρου, από τις 11 και μετά, λόγω ήλιου και
κούρασης, η μουσική καταντούσε πιο πολύ ενόχληση παρά βοήθεια. Έτσι έβαλα να
ακούσω τώρα που μπορούσα να το αντέξω για καμιά ώρα.
Οι πόνοι όμως
είχαν επιστρέψει για να μείνουν. Πρώτος σε ένταση ήταν στο δεξί μου γόνατο,
αυτός που δεν ήξερα τι τον προκαλούσε. Είχε αρχίσει να με ενοχλεί τόσο ώστε
απέφευγα να σταματάω σε φανάρια και προτεραιότητες για να μην ξαναξεκινάω και
βάζω πίεση στο σημείο. Ο δεύτερος πόνος, αυτός από τη σέλα, με ενοχλούσε αλλά
αν έβρισκα μια σωστή στάση καθίσματος ήταν ανεκτός. Επίσης προσπαθούσα σε
κατηφόρες ή όπου είχα φόρα να είμαι όρθιος καθώς βοηθούσε και στα δύο. Εκεί που
δεν βοηθούσε όμως ήταν στους καρπούς, που ήταν ήδη ξεχαρβαλωμένοι από τη
δουλειά, και τώρα από την ολοήμερη ποδηλασία. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη κάθε
μου προσπάθεια να βολευτώ στο ποδήλατο, αλλά βιαζόμουν, οπότε είπα ότι θα
ζεσταθώ και θα φτιάξει.
Ξεχνώντας όσο μπορούσα τα προβλήματα, η διαδρομή κατάφερε
να με συνεπάρει αρχικά. Μετά το Ξυλόκαστρο, το οποίο το πέρασα αδιάφορα και
χωρίς να καθυστερήσω, ξεκίνησε ένα κομμάτι της διαδρομής το οποίο πηγαίνει
δίπλα ακριβώς από την παραλία. Δεξιά είναι η θάλασσα και αριστερά σπίτια, μικρά
καφενεία, ταβέρνες και ουζερί, μετά συνήθως ένα μικρό κενό με βλάστηση για κανα
χιλιόμετρο και ξανά μανά τα ίδια. Χωριά επί χωριών, κυριολεκτικά ίδια,
παραλιακοί οικισμοί που δεν έχω ιδέα πως μπορεί να τους ξεχωρίσει κάποιος. Όπως
και την πρώτη μέρα δηλαδή μετά την Κόρινθο, αλλά πιο ωραία, πιο γραφικά και με
πολύ λιγότερο κόσμο. Το μόνο αρνητικό: Αυτό το τοπίο ήταν ίδιο και απαράλλακτο
για δεκάδες χιλιόμετρα, τουλάχιστον τριάντα.
Θυμάμαι μετά από δυο ώρες που πήγαινα το απαράλλαχτο
τοπίο, με μικρές στάσεις για να ανακουφίζεται ο κώλος μου από τη σέλα, άρχισα
να αναρωτιέμαι αν έχει γίνει κάτι λάθος εδώ. Κοίταζα που και που το χάρτη αν και
χωρίς λόγο, μιας και δεν είχε κάπου να χαθείς ή να στρίψεις λάθος. Όσο είχα
δεξιά τη θάλασσα δεν μπορούσα να πάω στραβά. Όμως η απουσία εναλλαγής στο τοπίο
ήταν πραγματικά υπνωτιστική. Και κάποιες φορές τρομακτική. Σε μια σύντομη στάση
στην άκρη του δρόμου, κοιτούσα καλά καλά τα σπίτια πάνω στον παραλιακό δρόμο
και νόμιζα πως τα είχα ξαναδεί. Η κίνηση ήταν ελάχιστη, καθημερινή πρωί κιόλας,
και ένιωθα πως δε μπορούσα να συγχρονιστώ με την πραγματικότητα. Μια δυο φορές
ήμουν σίγουρος, αλλά σίγουρος, ότι το ίδιο σημείο το είχα ξαναπεράσει. Τα μόνα
που άλλαζαν ήταν η κούραση, η ζέστη όσο ο ήλιος πλησίαζε στο ζενίθ του και
μεσημέριαζε, και η συχνότητα των στάσεων. Αν δεν είχα κινητό με χάρτη,
ενδεχομένως να είχα σταματήσει να ρωτήσω σε μαγαζιά αν τελειώνει ποτέ αυτός ο
δρόμος. Μου θυμίζει τώρα που το σκέφτομαι, ένα διήγημα μυστηρίου ή τρόμου που είχα
διαβάσει κάποτε για κάποιον παγιδευμένο σε μια κόλαση επανάληψης.
Όμως είχα χάρτη και παρόλο που οι αλλαγές ήταν αργές,
ευτυχώς είχα την υπομονή να τις δω για να παίρνω θάρρος. Τα βουνά της Αχαΐας
πέρα και αριστερά πλησίαζαν και οι πινακίδες που έγραφαν για Αίγιο και Πάτρα
έδιναν όλο και λιγότερα χιλιόμετρα. Όμως πια η σέλα με έτσουζε αρκετά, τόσο που
ο πόνος στον κώλο μου άλλαξε θέση στην κατάταξη και πήγε πρώτος.
Βγαίνοντας ταλαιπωρημένος αλλά ακόμα ακμαίος από την
Έρημο της Επανάληψης, είχα φτάσει στο ύψος της Ακράτας και πλησίαζα το Αίγιο. Τα
τοπία είχαν αλλάξει πλέον κι έτσι πήρα άλλον αέρα. Σταμάτησα κάποια στιγμή σε
μια άκρη που πλησίαζε ο δρόμος μου με τη νέα εθνική και είχε ένα ωραίο πλάτωμα
με γρασίδι. Τα αυτοκίνητα που προσπερνούσαν το σημείο της στάσης μου από την
νέα εθνική μου φαινόντουσαν τόσο γρήγορα που δεν προλάβαινα να τα δω. Ένιωθα
ότι η διαφορά φάσης μας είναι τεράστια. Δεν κάθισα κάτω, δεν μπόρεσα, όμως
όρθιος, χωρίς σέλα και πετάλι, ένιωσα ότι ξεκουράστηκα λιγάκι. Έκανα λίγο πέρα
δώθε να δώσω μια άλλη αίσθηση στο σώμα μου μετά την πολύωρη διαδρομή, πήρα και
κάτι τηλέφωνα να ακούσω μια φωνή πέρα από τη δική μου. Η ώρα πρέπει να είχε
πάει 12 ή κάπου εκεί, και ανησυχούσα, γιατί, αν και δεν ήμουν μακριά, είχα
αρκετή απόσταση ως το Αίγιο, καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα. Εκεί έπρεπε να μπω
το αργότερο ως τις 3 το μεσημέρι, ώστε να κάτσω 2 ώρες, να φάω, να ηρεμήσω όσο
ήταν δυνατόν, και να ξεκινήσω το αργότερο ως τις 5 για Πάτρα μπας και έπιανα τον
στόχο της ημέρας.
Όταν ξεκίνησα πάλι, η κατάσταση είχε χειροτερέψει
αισθητά. Η ζέστη ήταν πάλι αφόρητη, διψούσα ενώ είχα φουσκώσει και πονούσα. Επίσης,
μέχρι τότε, σε όλη την παραλιακή διαδρομή οι υψομετρικές αλλαγές ήταν
απειροελάχιστες. Από το σημείο εκείνο και μετά ο δρόμος άφηνε την ακτή και
έμπαινε λίγο προς την ενδοχώρα. Ως φυσικό επακόλουθο αυξήθηκαν οι ανωμαλίες στο
έδαφος άρα και οι ανηφόρες τις οποίες όσο τις σκεφτόμουν με έπιανε τρέμουλο. Δε
θα μπορούσα να ανέβω τίποτα υπερβολικά απαιτητικό και το ήξερα ήδη. Νομίζω πως
μέχρι τότε είχα στο νου μου ότι θα έβγαινε σχετικά αναίμακτα η διαδρομή, ότι θα
ταλαιπωριόμουν αλλά θα προχωρούσα χωρίς να χρειαστεί υπερπροσπάθεια. Όταν
ανέβηκα πάλι στο ποδήλατο και είδα την ανηφόρα μπροστά, με έπιασε απελπισία. Δε
μπορούσα, απλά δε γινόταν να πιέσω το σώμα μου για να την ανέβω.
Κατέληξα να την ανέβω με τα πόδια, όπως ήταν αναμενόμενο…
είχα ξενερώσει και αυτό με κρατούσε πολύ πίσω. Ανέβηκα την μικρή ανηφόρα και
είδα το δρόμο, σχετικά καινούργιο, με ωραίο οδόστρωμα και αποφάσισα να
ξανανέβω. Έτσι κι αλλιώς δεν είχα που να πάω ή τι κάνω. Ακόμα και να ήθελα να
τα παρατήσω, έπρεπε να πάω στο Αίγιο να βρω πολιτισμό.
Ξεκίνησα και με τη ροή κάπως προχώρησε το πράμα. Κατάλαβα
ότι οι στάσεις όσο μεγαλύτερες είναι, τόσο χειρότερα με κάνουν. Απίστευτη
ειρωνεία, να κάνω ποδήλατο και να σκέφτομαι: «έλα, στην επόμενη κορυφή λόφου θα
κάνω διάλειμμα» και ταυτόχρονα να σκέφτομαι πως αν σταματήσω πολύ δύσκολα να
ξεκινήσω ξανά. Κούτσα κούτσα πέρασα το Διακοφτό και τον Κερινίτη ποταμό και
πλησίασα στο Αίγιο.
Πλησιάζοντας με έπιασε ένα κακό προαίσθημα, κάτι που δεν
είχα ξανανιώσει μέχρι τώρα στη διαδρομή. Δεν είχε σχέση με την κατάστασή μου,
νομίζω το μέρος με έκανε να νιώθω αρνητισμό. Όσο πλησίαζα την πόλη, τόσο
χειρότερα ένιωθα. Ειλικρινά, αν είχα δυνάμεις θα το προσπερνούσα χωρίς να
σταματήσω αλλά κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Έπρεπε να φάω και να κρυφτώ λίγες ώρες
από τη ζέστη. Ακόμα περισσότερο έπρεπε να κατέβω από τη σέλα που με είχε διαλύσει.
Από τον κόμβο λίγο έξω από το Αίγιο ξεκίνησαν τα
παρατράγουδα. Σταμάτησα λίγο κάτω από ένα δέντρο να πάρω μια ανάσα γιατί η
ζέστη πλέον ήταν σαν παχύ πάπλωμα και είχα πονοκέφαλο. Λίγο δίπλα από τη
διασταύρωση που έπρεπε να κάνω δεξιά για την πόλη ήταν και ο Σελινούς ποταμός,
ο οποίος ήταν κατάξερος. Μόλις ξεκίνησα πάλι, ένας 50άρης σε ένα αμάξι μου
κόρναρε και με έβρισε, παρόλο που η ενόχληση που προκάλεσα ήταν ελάχιστη. Είχε
το ύφος του ντόπιου και αυτό με έκανε να ξενερώσω και να νιώσω αφιλόξενο το μέρος.
Ξέρω πως ήμουν υπερβολικός όμως η κατάστασή μου δεν είχε πολλά περιθώρια για
υπομονή, ήμουν ένα τσακ πριν σπάσω.
Λίγο αργότερα, μπήκα δειλά δειλά στο Αίγιο και ξεκίνησα
να ψάχνω μέρος για φαγητό και ξεκούραση. Επειδή η πόλη δεν είναι στην παραλία
και δεν έχει σαφή διεύθυνση ο ιστός της, θυμίζει, όπως λέγανε και οι αμερικάνοι
για τις νέες πόλεις τους, κηλίδα λαδιού που εξαπλώνεται προς όλες τις
κατευθύνσεις. Εγώ ήθελα να μη βγω εκτός πορείας και προσπάθησα να κόψω τον
αστικό ιστό στη μέση με κατεύθυνση την άλλη άκρη όπου συνέχιζε ο δρόμος μου για
Πάτρα, πράγμα όχι και πολύ εύκολο λόγω κακής ρυμοτομίας. Το Αίγιο, παρόλο που
έχει και αυτό όπως σχεδόν κάθε πόλη της Πελοποννήσου μερικές γειτονιές με τα
παλιά χαμηλά σπίτια του πενήντα και παλαιότερα ίσως, επειδή έχει συνεχίσει να
μεγαλώνει από τότε, έχουν ξεφυτρώσει οι αηδιαστικές πολυκατοικίες του ενενήντα
και του 2000 οι οποίες προσδίδουν μια αίσθηση χάους και λαβυρίνθου. Όσο
περνούσα μέσα από την πόλη, δεν είδα ούτε ένα όμορφο μέρος, ούτε ένα φιλικό πρόσωπο.
Μέχρι που κάθισα για φαγητό, κάπου λίγο πέρα από τα Ψηλά Αλώνια, και εκεί η
άσχημη εμπειρία μου απογειώθηκε.
Σταμάτησα για φαί σε ένα σουβλατζίδικο τελείως
συνηθισμένο, κάτι που κάποιες φορές μ’ αρέσει αφού το απόλυτα συνηθισμένο σε
ένα μέρος που δεν έχεις συνηθίσει είναι η πεμπτουσία του. Ή έτσι λέω στον εαυτό
μου για να κάνω κάτι αδιάφορο ρομαντικό. Τέλος πάντων, το μέρος ήταν αδιάφορο,
επαρχιώτικο και άδειο. Δεν με χάλαγε τίποτα από τα τρία. Ήταν μπροστά σε μια
λεωφόρο, η ζέστη ήταν αφόρητη και στο μαγαζί υπήρχε άλλο ένα άτομο πελάτης.
Είχε πεντέξι τραπέζια με το ασπροκόκκινο καρό τραπεζομάντηλο και πίσω από τον
πάγκο που ήταν ο ψήστης είχε αυτές τις κόκκινες λάμπες που κρατάνε το φαγητό
ζεστό.
Είχα κλειδώσει το ποδήλατο και παρόλα αυτά το κοιτούσα που
και που, απέξω, και καμάρωνα. Ήμουνα στη μέση του ταξιδιού, ακριβώς στη μέση
και είχα μπει για τα καλά στην εμπειρία. Δεν είχε πρωτόγνωρα πράγματα πλέον,
ήταν θέμα αντοχής και ψυχραιμίας. Τις θριαμβευτικές μου σκέψεις τις διέκοψε ο
υπάλληλος που ήρθε να πάρει παραγγελία. Παρόλη την ευγένειά του, το βλέμμα του
ήταν καχύποπτο, όπως ήταν αναμενόμενο. Όπως και την προηγούμενη ημέρα στα
γκούντις, η οποία μου φαινόταν αιώνες πριν, έτσι και τώρα είχα χυθεί στο
τραπέζι, αφήνοντας τα πράγματά μου σε 3 καρέκλες, μύριζα αρκετά και ήμουν
καταϊδρωμένος. Μίλησα όσο μπορούσα πιο ευγενικά όμως δεν είχα ενέργεια και
υπομονή να τους δείξω ότι όλα ήταν εντάξει, η φωνή μου έβγαινε με το ζόρι και
οι κινήσεις μου ήταν αργές. Το μυαλό μου πήγαινε με χίλια από την υπερένταση όμως
το σώμα μου έπεφτε κάθε δευτερόλεπτο όλο και περισσότερο.
Αφού του είπα τι ήθελα, καλαμάκια και πατάτες με σως
δηλαδή, ήπια νερό και κοίταξα πάλι γύρω μου να συνέλθω. Ο μοναδικός άλλος
πελάτης ήταν ένας 40άρης με κακό ύφος και αύρα που έπινε μπύρα μόνος τους,
μουντρούχος. Με είδε που τον κοίταξα και κάτι μου είπε. Στην αρχή δεν κατάλαβα
τίποτα γιατί δεν περίμενα να μου απευθυνθεί. Μετά κατάλαβα ότι ήθελε να με
κεράσει μια μπύρα. Του είπα όχι και ξαναρώτησε. Του είπα πως δεν πίνω. Δε
ρώτησε παραπάνω. Νομίζω ήταν μεθυσμένος.
Ήρθε το φαί και για αρκετή ώρα έτρωγα χωρίς να
πολυσκέφτομαι. Έτρωγα αργά και χωρίς όρεξη, πάλι. Τα χέρια μου έτρεμαν λίγο
αλλά όταν τελείωσα ένιωσα καλύτερα, είχα ρίξει και θερμοκρασία επιτέλους. Ένα
δεκάλεπτο μετά το φαγητό μου ο μουντρούχος επέστρεψε: «θες μια μπύρα; Κερνάω».
Του ξαναείπα ότι δεν πίνω και δεν επέμεινε. Ίσως έψαχνε για παρέα. Έπαιζε
νευρικά με το κινητό του. Μου προκαλούσε ανησυχία και δυσκολευόμουν να
χαλαρώσω. Άξαφνα θυμήθηκα ότι δεν έβαλα το κινητό μου να φορτίσει και
πετάχτηκα. Η κίνησή μου τον τρόμαξε λίγο, με κοίταξε να δει τι κάνω και μόλις
είδε να βάζω τον φορτιστή μου στην πρίζα, πήρε το δικό του κινητό και το έβαλε
στο αυτί. Ξανακάθισα και εκείνος ξεκίνησε να βρίζει στο τηλέφωνο. Δεν φώναζε,
ήταν απότομος και νευρικός και έβριζε μια γυναίκα. Όσο περνούσε η ώρα και
μετάνιωνα που είχα μπει στο συγκεκριμένο μαγαζί, εκείνος άρχισε να ανακατεύει
απειλές στο τηλέφωνο. Θα σε σκοτώσω, θα σε τσακίσω, τέτοια πράγματα. Έλεγε και
άλλα πολλά, για κάποιο παιδί, για το πώς του τη φέρανε, δεν τα καταλάβαινα και
όλα. Κοίταξα πέρα προς τον πάγκο να δω τις αντιδράσεις των υπαλλήλων, όμως
εκείνοι δεν έδιναν καμία σημασία παρόλο που ήταν πολύ κοντά και σίγουρα τον
άκουγαν. Κάποια στιγμή μου πέρασε απ’ το μυαλό μήπως ήταν το αφεντικό τους,
εξού και το κέρασμα που ήθελε να μου κάνει. Αλλά δε νομίζω.
Όσο περνούσε η ώρα ανέβαινε και η έντασή του και άρχισε
να με τσιτώνει και μένα. Όμως δεν μπορούσα να φύγω κιόλας. Έπρεπε να περιμένω
να φορτίσει αρκετά το κινητό και έπρεπε οπωσδήποτε να πέσει και λίγο η ζέστη,
ήταν ακόμα τρεισήμισι, τέσσερις παρά. Τότε περίπου κατάλαβα ότι δεν υπήρχε
κάποιος άλλος στην άλλη άκρη της γραμμής του. Όσο τον άκουγα, συνειδητοποιούσα
ότι δεν έβριζε γενικώς, υποτίθεται απαντούσε κιόλας, ή έτσι φαινόταν. Όμως ποτέ
δεν έκανε παύσεις να ακούσει ακριβώς και δε θα μπορούσε κάποιος να συζητάει
μαζί του. Άλλωστε το κινητό το περιέφερε πέρα δώθε, το άφηνε στο τραπέζι,
πατούσε κουμπιά. Έτσι, αποφάσισα ότι ήταν ώρα να φεύγω, κι ας έκανε ζέστη,
καλύτερα να καθόμουν σε κάποιο πάρκο μέχρι να περάσει λίγο η ώρα παρά να με
τσιτώνει ο τρελάκιας του Αιγίου.
Πλήρωσα, μάζεψα τα πράγματά μου, ήθελα να πάω και
τουαλέτα αλλά δεν τόλμησα να αφήσω πράγματα στο τραπέζι και βγήκα έξω. Η ζέστη
ήταν αφόρητη ακόμα. Η κοιλιά μου ήταν τούρλα από τα υγρά και το φαί αλλά
διψούσα πάλι. Πήρα το ποδήλατο και κατευθύνθηκα προς το πάρκο των αεροπόρων που
είδα εκεί κοντά από το χάρτη. Πήρα μια κόκακόλα και κάθισα στο πάρκο. Ήταν
τελείως έρημο, ούτε ψυχή. Στη μέση του χώρου ήταν ένα μαχητικό αεροπλάνο που το
είχαν τοποθετήσει σε ύψος με μεταλλικές δοκούς και μου άρεσε πάρα πολύ που
κάθισα κοντά του. Η ώρα μου στο Αίγιο είχε την αίσθηση ονείρου. Πρώτα η πόλη με
τον εχθρικό αχταρμά της, μετά ο τρελός με το τηλέφωνο και τις μπύρες και τώρα
ξαφνικά ένα μαχητικό αεροπλάνο μπροστά μου. Αλλά τίποτα δε μου έκανε εντύπωση
πλέον, η εξάντληση με καθιστούσε παθητικό παρατηρητή. Κάθισα στη σκιά και
προσπάθησα να ξεχαστώ. Η ώρα όμως δεν περνούσε και ένιωθα πάλι ότι έπρεπε να
φύγω. Ήπια την κοκακόλα, κατούρησα σε κάτι θάμνους, τσέκαρα το χάρτη και
ανέβηκα να φύγω. Η ώρα ήταν λίγο μετά τις τέσσερις. Πάλι δεν είχα καταφέρει να
σταματήσω πάνω από δυο ώρες.
Κατέβηκα μια μεγάλη κατηφόρα και βγήκα πάλι στην παλιά
εθνική. Σύντομα ο δρόμος έστριψε προς τα αριστερά, πέρασε κάτω από την νέα
εθνική, πέρασε τον Μεγανείτη ποταμό και βγήκα από το Αίγιο. Δέκα λεπτά
αργότερα, κι ενώ είχα αποφασίσει να συνεχίσω πια προς τα δυτικά, προσπέρασα μια
δημόσια βρύση στην οποία έτρεχε νερό πόσιμο. Χωρίς να πολυσκεφτώ, σταμάτησα
ξανά. Απέναντι είχε ένα εγκαταλελειμμένο βενζινάδικο και δίπλα στη βρύση μια
κλειστή ταβέρνα. Δεν υπήρχε άνθρωπος και ούτε αμάξια πολυπερνούσαν. Εκεί έκανα
το δεύτερό μου μεσημεριανό διάλλειμα, το οποίο αποδείχτηκε πολύ πιο όμορφο και
χαλαρωτικό από το πρώτο. Ήπια νερό από την πηγή παρόλο που ήταν ζεστό και
έβγαλα την μπλούζα μου και την μούλιασα κι αυτή. Την άπλωσα σε μια πέτρα να
στεγνώσει και κάθισα χωρίς μπλούζα στη σκιά μιας συκιάς δίπλα στη βρύση να
χαλαρώσω. Περνούσε η ώρα, βαριόμουν, όμως δεν έκανα κίνηση να ξεκινήσω. Ήταν
πολύ όμορφο σημείο, παρόλο που αν το περνούσα με αμάξι δεν θα έδινα καμία
σημασία. Όση ώρα κάθισα εκεί, καμιά ώρα δηλαδή, δεν πέρασε ούτε ένας άνθρωπος,
μόνο μερικά αμάξια που δε μου έριξαν δεύτερη ματιά.
Όπως ανέφερα και παραπάνω, από το σουβλατζίδικο ήδη,
ήθελα να πάω τουαλέτα. Δεν είχα βρει σημείο και τώρα που έμεινα χωρίς μπλούζα
και κρύωσε λίγο ο ιδρώτας πάνω μου η ανάγκη επέστρεψε δριμύτερη. Σηκώθηκα,
έκανα μια γύρα εκεί κοντά μήπως βρω κάποιο σημείο να χέσω αλλά όλα ήταν φανερά
και δεν ψηνόμουν να κατεβάσω τα βρακιά μου και να με δει όποιο αμάξι περνούσε.
Τσίτωσα πάλι. Ήθελα δεν ήθελα, έπρεπε να ξεκινήσω και μάλιστα επιτακτικά για να
βρω ένα σημείο σε κανα δάσος για να ανακουφιστώ.
Ξεκίνησα λοιπόν προς Πάτρα με άγχος και νεύρα. Η διαδρομή
για λίγο ήταν εύκολη όμως από τη μια η ανάγκη να χέσω και από την άλλη το
τσούξιμο από τη σέλα που ήταν λες και είχα κάτσει σε κάρβουνα με έκαναν να
νιώθω χάλια. Προσπαθούσα να κάνω πετάλι όρθιος όσο γινόταν όμως κι αυτό ήταν
αδύνατο λόγω γονάτου και λόγω κούρασης.
Τα επόμενα δέκα χιλιόμετρα ήταν εφιαλτικά. Η διαδρομή δεν
ήταν άσχημη, ο δρόμος ήταν σε πολύ καλή κατάσταση λόγω έργων σχετικών με την
επέκταση της γραμμής του τρένου από την Πάτρα προς το Αίγιο. Αυτό είχε κάνει
νέους δρόμους με ωραίο οδόστρωμα και ομαλούς, όμως επειδή ήταν όλα καινούργια,
δεν υπήρχαν κρυφά σημεία να χωθώ να ξαλαφρώσω. Χρειάστηκε να περάσω όλο αυτό το
κομμάτι και το ρέμα Τσετσεβίτικο και να μπω στο επόμενο κομμάτι του δρόμου για
να καταφέρω να βρω σημείο που να βολεύει να κάνω τη δουλειά μου με ηρεμία.
Το σημείο που σταμάτησα ήταν πραγματικά μαγευτικό, αν δεν
χρησιμοποιούνταν για τουαλέτα από τη μισή Πελοπόννησο κατά τα φαινόμενα. Ο
δρόμος σε εκείνο το σημείο ξεκινούσε να κάνει το γύρο των βορειοδυτικών κορυφών
των Αροάνειων ακολουθώντας την ακτή, σε μεγάλο υψόμετρο όμως. Τα βουνά αυτά
είναι κατάφυτα αν και έχουν καεί αρκετές φορές και ο δρόμος περνάει μέσα από το
δάσος τους για πολλά χιλιόμετρα. Στα δεξιά του ο ταξιδιώτης έχει τη θάλασσα,
όπως πάντα, όμως σε αυτή τη διαδρομή τη βλέπει από ψηλά και έχει ωραία θέα. Ανά
τη διαδρομή υπάρχουν και ορισμένες κρυφές παραλίες και κάποια ξενοδοχεία ή
κάμπινγκ που για να τα φτάσεις πρέπει να κατέβεις πολύ απότομα δρομάκια μέσα
από τα δέντρα. Από το σημείο που σταμάτησα εγώ μέχρι και τη Ρόδινη, δέκα
χιλιόμετρα πιο δυτικά, δεν υπάρχει ούτε ένα χωριό, απλά πηγαίνεις μέσα από τα
δέντρα και ανεβοκατεβαίνεις, κυρίως ανεβαίνεις δηλαδή, τις χαμηλότερες πλαγιές
των βουνών. Το υψόμετρο συνεχώς ανέβαινε μέχρι ένα σημείο και μετά κατηφόριζε
σταθερά για την Πάτρα.
Είχα δει από το χάρτη ότι αυτό ήταν το τελευταίο και πιο
δύσκολο κομμάτι μέχρι να φτάσω το Ρίο και την Πάτρα και το πήρα ζεστά. Η
διαδρομή, η σκιά και το ότι είχα τελειώσει με την τουαλέτα βοήθησαν αρκετά.
Επίσης βοήθησε πολύ ότι οι δρόμοι ήταν καινούργιοι και με ωραία άσφαλτο, πράγμα
που έκανε τη διαδρομή σχεδόν ευχάριστη ανά στιγμές. Στις μεγάλες ανηφόρες
κατέβαινα πλέον χωρίς δεύτερη σκέψη, δεν υπήρχε λόγος να πιέζομαι. Ο χρόνος
ήταν αρκετός και φοβόμουν ότι αν πιέσω παραπάνω απ’ ο,τι πρέπει κάτι θα έσπαγε,
είτε αυτό ήταν το πόδι μου είτε το ποδήλατο. Κάπου στη μέση αυτού του δάσους
σταμάτησα πάλι σε ένα μικρό πλάτωμα, πάλι χωρίς να καθίσω κάπου. Η κίνηση ήταν
ελάχιστη κι έτσι ευτυχώς δεν κινδύνεψα πολύ από τα αμάξια. Η αλήθεια είναι ότι
αυτό ήταν ένα ζήτημα σε εκείνο το σημείο, ο δρόμος ήταν στενός, δυο λωρίδες
ουσιαστικά, στα δεξιά είχε απότομη πλαγιά και δέντρα και αριστερά ήταν βράχια,
δεν υπήρχε πολύς χώρος για μανούβρες αν ερχότανε καμιά νταλίκα και κάνα αμάξι
από την άλλη.
Στο πλάτωμα που έκανα διάλειμμα ήταν η είσοδος μιας στοάς
που χρησίμευε μάλλον για υποστήριξη των τούνελ της νέας εθνικής που περνούσαν
μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πάνω από εμένα. Τα ήξερα καλά από τα ταξίδια μου
αυτά τα τούνελ, ποτέ δεν είχα σκεφτεί όμως ότι θα περνούσα ακριβώς απ’ έξω τους
μια μέρα.
Η πυροσβεστική έκανε συνεχώς περιπολίες, ήταν σεζόν
πυρκαγιών και αυτό με άγχωσε. Δεν ήθελα να με σταματήσουν ως ύποπτο εμπρηστή,
στο κάτω κάτω ήμουν μόνος μου στο πουθενά μέσα στο δάσος με ένα ποδήλατο κι ένα
σακίδιο. Έτσι, ξεκίνησα ξανά, και κατά τύχη το σημείο που είχα σταματήσει ήταν
και η άτυπη κορυφή του δρόμου μου, από κει και πέρα κατηφόρισα αρκετά μέχρι το
τέλος του δάσους και τον ποταμό Βολιναίο. Η διαδρομή μετά την ομορφιά των
βουνών και του δάσους ξαναπήρε έναν πιο συνηθισμένο χαρακτήρα και η κούρασή μου
βάρεσε κόκκινο. Τελείωσαν οι κατηφόρες, τελείωσε η ωραία φύση, τελείωσε και η
υπομονή μου. Από κει και πέρα το ποδήλατο το πήγαινα με ο,τι αναθυμιάσεις
καυσίμου είχαν ξεμείνει στο ντεπόζιτό των μυών μου.
Ακριβώς λόγω αυτής της κούρασης, ενώ η διαδρομή ήταν
σχετικά εύκολη λόγω επίπεδου εδάφους αλλά ταυτόχρονα είχε πέσει και ο ήλιος
οπότε δεν είχα θέμα με ζέστη, το υπόλοιπο κομμάτι ήταν κόλαση. Σταματούσα κάθε
ένα τέταρτο πλέον. Πονούσα, σταματούσα δυο λεπτά, ξανανέβαινα, αν είχε κατηφόρα
έκανα ένα δυο χιλιόμετρα, αν είχε ανηφόρα ανέβαινα μέχρι το επόμενο επίπεδο
σημείο και σταματούσα ξανά. Ο κώλος μου είχε πάρει φωτιά και όσο αστείο και
χαζό κι αν ακούγεται, ήταν πραγματικά τρομερός πόνος. Δεν μπορούσα να κάτσω στη
σέλα, απλά δεν μπορούσα. Καθόμουν στραβά και έκανα πετάλι σχεδόν σαν κάβουρας,
δεν καθόμουν και έσφιγγα τα δόντια για τα γόνατά μου ή έκανα μια υπομονή τριών
λεπτών με κανονικό πετάλι και έκανα στάση.
Αργά και πολύ βασανιστικά, προσπέρασα τον Άγιο Βασίλειο,
το Ακταίο και το Ρίο με τον ήλιο να δύει πέρα μπροστά μου. Τηλεφώνησα στη μάνα
μου κάποια στιγμή που είχε ανησυχήσει και μου έδωσε θάρρος το σοκ της που είχα
φτάσει στην Πάτρα, γιατί σοκαρίστηκα κι εγώ. Με δυσκολία και μεγάλους πόνους, ο
στόχος μου είχε επιτευχθεί, τα είχα καταφέρει. Δεν ήξερα που θα κοιμηθώ, δεν
ήξερα σε τι κατάσταση θα συνέχιζα αύριο, αλλά τα είχα καταφέρει. Και ήμουν τόσο
κοντά στον Πύργο πλέον, στην ανάγκη θα ταλαιπωρούσα τη μάνα μου να έρθει να με
πάρει με το αμάξι, ξαφνικά ένιωθα λιγότερο αποκομμένος και περισσότερο ασφαλής.
Είχα περάσει την κορυφή του βουνού και τώρα έμενε η κατηφόρα προς το σπίτι. Κι
ας ήξερα ότι η κατηφόρα είχε τους δικούς της κινδύνους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου