https://www.youtube.com/watch?v=0rc4quuqyHI&list=PLP8DwHVWRuxzCAPnHCQ6CRYl5hMbVxldH&index=3
Είναι σκοτάδι και μάλιστα βαθύ. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου αλλά δε συμβαίνει καμία αλλαγή. Προσπαθώ να κινήσω τα χέρια μου αλλά όλο βρίσκουν σε αντικείμενα γύρω μου. Ζεστά. Νιώθω ένα βάρος να υπάρχει γύρω μου, το νιώθω στις κινήσεις μου. Σηκώνω το χέρι μου ψηλά και κουνώντας το πέρα δώθε νιώθω αντίσταση. Βρίσκομαι κάτω από το νερό. Είμαι ξαπλωμένος. Κάνει κρύο, όπως εξερευνώ με τις υπόλοιπες αισθήσεις μου το μέρος, τα αντικείμενα γύρω μου αρχίζουν να κινούνται κι αυτά. Τρομάζω αλλά με πιάνει ένα χέρι στο μπούτι και ηρεμώ. Είναι κι άλλοι άνθρωποι εδώ ξαπλωμένοι. Κρατώ την ανάσα μου τόση ώρα. Την αφήνω και το απαλό μπουρμπουλήθρισμα ηχεί στο εσωτερικό των αυτιών μου. Τελειώνει ο αέρας και μένω εκεί, ξαπλωμένος, τυφλός, σε ένα άοσμο, άηχο περιβάλλον. Γύρω μου συστρέφονται τα υπόλοιπα σώματα, με ακουμπά και με γραπώνει συχνά η δική τους εξερευνητική διαδικασία. Εγώ δεν αγγίζω τίποτα. Αφήνομαι να αποκτήσω ιδέα για το περιβάλλον μου παθητικά, με τα αγγίγματα των άλλων. Τ ο έδαφος από κάτω μου είναι μαλακό, άμμος μάλλον. Ο εξαφανισμένος αέρας μου αρχίζει να μου λείπει. Πιέζεται το στήθος μου. Από τις ολοένα και βιαιότερες κινήσεις των γύρω σωμάτων καταλαβαίνω πως τους συμβαίνει το ίδιο.
Κάποιοι ανασηκώθηκαν, ένιωσα την άμμο να σηκώνεται. Νιώθω ρεύματα που δεν υπήρχαν να με σπρώχνουν ελαφρά. Τεντώνω τα χέρια μου μπροστά για να σηκωθώ κι εγώ. Ένα σώμα που ήταν μπροστά μου τρόμαξε όταν το ακούμπησα. Γρήγορα κατάλαβε και με άρπαξε να με σηκώσει. Σηκώθηκα. Όρθιος. Οι πατούσες μου χώνονται μέσα στην άμμο, στερεώνομαι μεστά, δυνατά. Ακίνητος σκέφτομαι ότι πρέπει να βρω αέρα. Το στήθος μου πλέον καίει. Δεν αναδύεται κανένα, όλα τα σώματα μένουν καρφωμένα στο βυθό. Πιανόμαστε χέρι χέρι, ασυναίσθητα. Ζεστά χέρια. Πλησιάζουμε το ένα το άλλο τα τυφλά σώματα με τα φλεγόμενα στήθη. Ακόμα τυφλά, ακόμα κωφά, ακόμα καταδικασμένα.
Σιγά σιγά γινόμαστε συσσωμάτωμα. Το καταλαβαίνεις από την πίεση. Το στήθος καίει από την έλλειψη αέρα αλλά πλέον πιέζεται και από το έξω του. Δεν ξέρω σε ποιο σημείο του συσσωματώματος βρίσκομαι, ξέρω μόνο πως δεν είμαι στο κέντρο και πως δεν είμαι στην άκρη. Ο πόνος πλέον είναι αφόρητος αλλά κανένα δεν πανικοβάλλεται. Συνεχίζουμε να πιέζουμε προς το κέντρου του κύκλου. Συνειδητοποιώ με δέος ότι πλέον βλέπω αμυδρά σχήματα αλλά δεν ξέρω ποια πηγή φωτός το επιτρέπει αυτό. Το φως μοιάζει να έρχεται μπροστά μου οπότε σπρώχνω προς τα κει, χωρίς να καταλαβαίνω τι κάνω. Όλα τα σώματα κάνουν το ίδιο. Το στήθος μου πάει να εκραγεί. Σπρώχνω, σπρώχνω. Γύρω μου βλέπω πρόσωπα πλέον, σκληρά και αποφασισμένα, να κάνουν το ίδιο. Είμαστε σχεδόν όλα στο ίδιο ύψος. Όχι όλοι βασικά. Ευθεία μπροστά μου, αρκετά μέτρα μακριά γιατί τελικά είναι πολλά τα σώματα με τα φλεγόμενα στήθη, ένα σώμα έχει αρχίσει να αναδύεται. Μας ρίχνει πλέον ένα κεφάλι, ενάμισι, τώρα βλέπω ακόμα κι εγώ τα στήθη του. Τώρα βλέπω καλύτερα. Λογικό αφού η πηγή φωτός είναι μπροστά μου. Το στήθος του δεν φλέγεται πια μεταφορικά, ακτινοβολεί ένα θερμό φως. Παρόλα αυτά βλέπω κάθε λεπτομέρειά του. Το μαύρο μακρύ μαλλί του πλέει γύρω του σαν φωτοστέφανο. Αναδύθηκε ως τον αφαλό, ως τη μέση, ως τα γεννητικά όργανα, μηροί, γόνατα, γάμπες, αστράγαλοι, πέλματα, δάχτυλα κι έφυγε. Όλα τα σώματα έσπρωχναν έσπρωχναν. Μόλις τα δάχτυλά του ξεπέρασαν τις κορυφές των κεφαλιών μας, το φως έσβησε. Αμέσως απομακρυνθήκαμε και νιώσαμε διπλό το κάψιμο. Πια έκαιγαν όλα, στήθος στομάχι, κεφάλι. Έχασα κάθε αίσθηση επαφής, ήμουν πάλι μόνος στο σκοτάδι. Ξάπλωσα πάλι κάτω και περίμενα τη στιγμή που δε θα μπορούσα να αποτρέψω το μαύρο νερό από το να με πνίξει. Ξαπλωμένος ένιωσα γύρω μου να καταλαγιάζει η κίνηση του νερού και της άμμου. Τα σώματα ηρεμούσαν ξανά. Περιμέναμε το τέλος με ηρεμία, το καθήκον μας το είχαμε κάνει.
Λίγη ώρα μετά, ίσα την ώρα που ήμουν έτοιμος να ανοίξω το στόμα μου, το νερό κινήθηκε ξανά. Δεν έδωσα σημασία, ήταν πολύ αργά, τίποτα δε θα με έσωζε τώρα. Πιο πολύ με διαίσθηση παρά με την αφή, κατάλαβα ότι κάτι στεκόταν από πάνω μου. Άπλωσα το χέρι σαν τελευταία κίνηση και άγγιξα ένα πρόσωπο. Εκείνο συσπάστηκε, μάλλον χαμογέλασε, και χαμήλωσε προς το μέρος μου. Τα χείλη μας ακούμπησαν και ένιωσα ζεστό, ζωογόνο αέρα να γεμίζει το καυτό μου στήθος. Ήταν μια πελώρια, ατελείωτη ανάσα. Την άφησα να με γεμίσει, απολάμβανα το στήθος μου να φουσκώνει. Και εκεί που νόμιζα ότι θα αναπνέω για πάντα, το πρόσωπο έφυγε. Πάλεψα μέσα μου πολύ και τελικά το άφησα να συνεχίσει. Εκείνο γύρισε δίπλα μου και κατάλαβα ότι έδινε ζωή και στο διπλανό μου. Σύντομα τελείωσε και ανέβηκε ξανά προς την επιφάνεια, απ' όπου ήρθε. Και ενώ ξεκουραζόμουν για να πάρω δυνάμεις, ένιωσα το βυθό να ηρεμεί ξανά. Πρόσκαιρα. Με ένα σώμα λιγότερο. Με ένα σώμα στην επιφάνεια περισσότερο.
Σύντομα θα σηκωθώ πάλι για να βρεθώ στο συσσωμάτωμα. Εύχομαι να βρεθώ στο κέντρο του κύκλου εγώ αυτή τη φορά αλλά δεν έχει σημασία στ' αλήθεια. Όσο κρατώ τη θέση μου και σπρώχνω, τόσο θα πλησιάζει και η σειρά μου να αναδυθώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου