https://www.youtube.com/watch?v=Fk5ujizJkb0
εγώ
που περπάτησα πιο μακριά απ' όλους
και έφτασα πιο κοντά στην κάθαρση μέσω απόστασης καλυμμένης,
απολαμβάνοντας κάθε βήμα σαν να ήταν,
όχι το τελευταίο μα το πρώτο μου,
αναδύθηκα τελικά
από μια θλίψη ενάντιά μου
μια κατά του Γιώργου θλίψη, επαναστάτησα
και από τότε είμαι άρρωστος αλλιώς,
ανάρρωσα από τη θλίψη και στο τέλος
της σήραγγας υπήρχε μόνο αποτράβηγμα και ψύχρα
εγώ τελικά, που ξεπέρασα θανάτους πιθανούς και απίθανους
και έζησα και ζω με δύναμη και πόθο
ξενέρωσα τρομαχτικά που έγινα ηγέτης χωρίς κανέναν υπάκουο αρκετά
είχανε δίκιο τελικά
πως είμαι πιο ψυχρός κι από το κρύο σώμα του νεκρού μου σώματος
εγώ
το νιώθω
πως είμαι πιο μακριά απ' όσο θα μπορούσα ποτέ να περπατήσω
κι έτσι δε μπορώ να επιστρέψω, μόνο να γυρίσω
μέχρι ένα σημείο διαδρομής
που να ακούγεται η φωνή μου μέχρι εκεί
όπου παράτησα τους άλλους καθισμένους στο τραπέζι
μα εγώ δε θέλω φαί, ούτε νερό, αντέχω
για αυτό άλλωστε έφυγα, ήθελα να δω
πιο πέρα απ' το βουνό, πιο πέρα από τον μικροπόλεμο και τη φρίκη
τι έχει πέρα από κει
μα δεν βρήκα κανέναν να μου εξηγήσει τι βλέπω
εγώ λοιπόν, στην κορυφή βουνών, ή λόφων,
ή σε ακτές που χαραγμένα μου μηνύματα περιμένουν να σβηστούν πριν διαβαστούν
αποζήτησα παρέα αφήνοντας την παρέα μου στο δρόμο ή σε μονοπάτια πατημένα και σίγουρα
κι εγώ από τα βράχια
από το δρόμο που δεν περπατιέται από μαλακά ποδάρια
για αυτό τα πόδια μου σκληρά
σαν το εγώ μου
κόβουν σαν ξυράφια τις πλαγιές και τις πεδιάδες
εγώ
αναζητώ στο μέσο του κενού,
μακριά από τα σπίτια που με κάνουν μαλθακό και βαρετό
έναν ιθύνων νου
που θα με έφερε με σχέδιο
για να με συναντήσει μακριά
να φιληθώ ή να τα πούμε απλά, κάπου που, όταν γυρίσω, αν γυρίσω
να μη με πιστέψει κανείς
ή να μην έχω όρεξη να πω την ιστορία
καμία ιστορία για εμένα
εγώ
κανείς δεν το 'πιασε ακόμα
με το ποδήλατο τρέχω, δε βλέπω καν τη διαδρομή
γεννήθηκα, όχι να αντέχω, μα να τρέχω
και άχρηστη η ικανότητα να τρέχεις χωρίς προορισμό
ψάχνω ακόμα για να βρω μια χρησιμότητα στους μυες και τα κόκκαλα
που κάνουν το
εγώ
μοιάζει εργαλείο το
εγώ
κατσαβίδι
με κεφάλι που δε μπαίνει σε καμία βίδα
κρατώ μια μηχανή που δεν ξέρω τι κάνει
μόνο βλέπει και όλο κάνει
πως τα πάντα καταλαβαίνει
κι ας του φαίνονται οι άνθρωποι ζώα με γλώσσες ανόητες, ακατανόητες
μιλούν για πράγματα που δεν με ενδιαφέρουν συνήθως
και συχνότερα μιλώ για πράγματα που δεν τους ενδιαφέρουν διόλου
τα αυτόματα και απλά μου σκεπτικά τους είναι ξένα
μου είναι ξένο
εγώ
τελειώνω το τρέξιμο
άλμα
το
άλμα
και όσο πλησιάζω προς το τέλος και αυξάνονται οι παλμοί
παίρνει φωτιά η μηχανή και επιταχύνει
μηχανή που δεν ορκίστηκε να αντέξει
μα να τρέξει
κάθε της βήμα τράνταγμα στα θεμέλια του κόσμου
και λουφάζουν οι υπήκοοι του ψύχους
κάθ' εκπνοή ανεμοστρόβιλος που ξεσηκώνει
τους ομοιδεάτες τσακισμένους ταξιδιώτες που προσπερνάω πότε πότε
μείναν λίγοι
αν κανείς
εγώ
τους συναντώ που και που
και μοιάζουμε τόσο
που δε μπορούμε ούτε λέξη να αρθρώσουμε
μόνο συναισθανόμαστε φωτιά να προσπερνάει τη φωτιά μας
και πριν γυρίσω να μιλήσω σε είδα να γυρίζεις
να συνεχίσεις το τρέξιμο προς το ψύχος και το θάνατο
εγώ - εμείς
σαν πύρινα βέλη
τρέχουμε με τρομαχτική ταχύτητα καταπάνω στο παγωμένο τείχος του θανάτου
νομίζοντας πως θα το λιώσουμε
ανόητες φωτιές που καίνε ευθεία προς το θάνατο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου