Τελευταία, νιώθω πως πρέπει να αρχίσω να αλλάζω τα όνειρά μου
Όπως:
Μετά από μεγάλη οργάνωση και προσπάθεια,
έφτασε το βράδυ πριν το μεγάλο βράδυ.
Συμφωνήσαμε με τα παιδιά να μην κοιμηθούμε μόνοι μας, ήμασταν τόσο τσιτωμένοι, τόσο τσιτωμένες, που δε θα κοιμόμασταν καθόλου, ελπίζαμε τουλάχιστον με την κουβέντα να ξεχνιόμασταν και να μας έπαιρνε ο ύπνος.
Στη μεγάλη συνέλευση που είχε γίνει πριν 2 βδομάδες - πριν χρόνια μοιάζει τώρα - είχαμε ξεκαθαρίσει τα καθήκοντά μας, αλλά όπως γίνεται πάντα, όλοι είχαμε μπλεχτεί στα χωράφια των άλλων. Δεν είχε τόση σημασία, αυτά που είχαν σημασία είχαν περάσει, είχαμε κερδίσει. Με βαρύ φόρο αλλά ήταν ολοκληρωτική νίκη.
Απόψε είχαμε συμφωνήσει να κοιμηθούμε σε κάποιο από τα πολλά, άδεια, ευρύχωρα σπίτια του κέντρου, όλοι και όλες. Τον εξοπλισμό τον είχαμε πάει ήδη στο χώρο οπότε εδώ, για την προϋπνική χαλάρωση, είχαμε κάτι ηχεία, παλιά αλλά καλά, δικά μου από τον πατέρα μου, ζωή σε μας. Ήταν νωρίς για ξάπλα, οπότε κάναμε εξάσκηση τα αυριανά μας, όσοι ήταν στον ήχο, κάποιοι φτιάχνανε αυτοσχέδια κοκτέηλ με ελάχιστο αλκοόλ, συνήθεια από τα προηγούμενα 2 χρόνια, και τα σερβίρανε σαν να κρατούσαν θεία κοινωνία. Μάλιστα, ο Κώστας, ψάχνοντας για ξεχασμένα τσιγάρα στα διπλανά διαμερίσματα περνώντας από τις τρύπες των οβίδων, είχε βρει και ένα γελοία μεγάλο δισκοπότηρο και το πηγαίναμε από τον έναν στην άλλη (και ανάποδα) με κάθε φορά διαφορετικό ποτό. Φυσικά το οινόπνευμα ήταν σχεδόν μηδαμινό, το κεφάλι που κάναμε μάλλον σχετίζοταν με την όλη κατάσταση και όχι με το αίμα μας.
Αν και όλα πια, με αίμα σχετίζονταν.
Η Ελένη είχε κουραστεί πρώτη αλλά όλοι την καταλαβαίναμε, είχε αναλάβει δύσκολη δουλειά και στο τσακ πρόλαβε να την τελειώσει σήμερα το απόγευμα. Άντε να κανονίσεις τόνους και τόνους ποτού, ειδικά στην κατάσταση που βρίσκονται οι δρόμοι που οδηγούν στην Αθήνα αυτές τις μέρες. Τα logistics και μόνο κόντεψαν να την τρελάνουν. Το ροχαλητό της ήταν ευχάριστη έκπληξη για όλους και όλες μας. Είχε να κοιμηθεί κανονικά ίσως και τρεις μήνες. Το θυμάμαι γιατί ήμασταν μαζί και τότε, στο αυτοσχέδιο νοσοκομείο που είχε στηθεί στην Ελευσίνα - ήταν αφού είχαμε μόλις εξασφαλίσει τα διυλιστήρια. Τραυματίες και οι δυο, σε διπλανά κρεβάτια, είχαμε ακούσει την ημερήσια αναφορά και πιαστήκαμε χέρι χέρι. Η Ελένη αποκοιμήθηκε αμέσως μετά.
Γλυκειά μου.
Ο επόμενος ήταν ο Γιάννης, λίγο μετά. Καλά αυτός είχε εξαντληθεί εδώ και μέρες και τώρα του έβγαινε η κούραση. Ο Γιάννης ήταν βασικό στέλεχος για την επαναφορά των μεταφορών και των δικτύων τροφοδοσίας, ένα έργο σχεδόν αδιανόητο αν αναλογιστεί κανείς οτι οι βομβαρδισμοί σταμάτησαν τελείως μόλις προχτές. Παρόλα αυτά, θυμάμαι το Γιάννη στις συνεδριάσεις της επιτροπής - γιατί ήμουν κι εγώ αλλά σε βοηθητικό ρόλο - με τεράστιους μαύρους κύκλους, αδυνατισμένο σε τρομαχτικό σημείο, να σχεδιάζει, να ξανασχεδιάζει, να στέλνει υπομνήματα, να ουρλιάζει στα τηλέφωνα: "αύριο το θέλω φτιαγμένο!" και άλλα τέτοια δραματικά. Δεν ξέρω τι ήταν, οι φωνές του; το τρομαγμένο του ύφος; ο μεγάλος μας σκοπός; αλλά οι γέφυρες, οι αυτοκινητόδρομοι, οι σιδηρόδρομοι που έφτιαχνε, έμοιαζαν να σηκώνονται πιο γρήγορα απ' οτι τις διέλυαν οι τόνοι βομβών από τα αεροπλάνα. Μόνο χάρη στη δουλειά αυτών των ανθρώπων, των "μεταφορικών" όπως τους κοροϊδεύαμε γιατί είχαν βαθμό αλλά δεν πολεμούσαν κυριολεκτικά, μπόρεσε το αύριο να γίνει πραγματικότητα. Αλλιώς θα ήμασταν μόνοι μας σε μια ερειπωμένη Αθήνα.
Γλυκέ μου.
Σιγά σιγά έβλεπα γύρω κλειστά μάτια και κατάλαβα πως πέφταμε για ύπνο. Όχι όλοι φυσικά, κάποια άτομα, που γνωριζόμασταν πολύ καλά μεταξύ μας, δε θα κοιμόμασταν ούτε απόψε. Ούτε για πολύ καιρό ακόμα μάλλον. Να, ο Κώστας, που δε βρήκε τελικά τσιγάρα, είχε να κοιμηθεί από το ξεκαθάρισμα της Τρίπολης. Ευτυχώς, εγώ είχα αποσπαστεί προς τη Θεσσαλία τότε για τη ΒΙ.ΠΕ του Βόλου και τα έμαθα αργότερα. Ο Κώστας ήταν ο μόνος από τη μονάδα του που δεν εκτελέστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο. Ακόμα θυμάμαι τη φωνή του στο τηλέφωνο: "το αξίζαμε όλοι και όλες, ένας ένας και μία μία". Λίγες βδομάδες μετά, όταν ξανακατέβηκα για τις τελικές επιχειρήσεις στην Αττική, τον ξαναβρήκα, απογυμνωμένο από αστέρια και βαθμούς σε κάτι αναχώματα στον Ασπρόπυργο. Σε μια ανάπαυλα τόλμησα να τον ρωτήσω για την Τρίπολη. "Κερδίσαμε; Μάλλον θα κερδίσαμε. Δε θυμάμαι τίποτα, το μόνο που θυμάμαι ήταν να σημαδεύω το λοχαγό", είπε και έβαλε τα κλάμματα. Δεν ξαναρώτησα.
Καημένε μου.
Εγώ δεν θα κοιμόμουν αλλά όχι για κάτι τόσο τραγικό, απλά ανησυχούσα. Ήξερα πως είχαμε κερδίσει, το ήξερα for a fact, το τραγουδούσαμε, το διαβάζαμε στις αναφορές, είχε βγει και ο λίγος, ουδέτερος κόσμος στο δρόμο και μας χαιρετούσε, καμία ριπή δε μας ενόχλησε στην παρέλασή μας στη Λένορμαν. Η στιγμή που με έπεισε όμως ήταν πιο πριν, στο Χαϊδάρι, στο ύψος της Φαβιέρου, στο Παλατάκι. Εκεί είδαμε μια σειρά ανθρώπων να στέκονται σειρά κατά μήκος της Καβάλας και να μας περιμένουνε. Οι πιο σκιασμένοι βγάλανε τις ασφάλειες αλλά οι ανώτεροι αξιωματικοί γαύγισαν να κρύψουμε τα όπλα. Φτάνοντας κοντά, οι παραταγμένοι και παραταγμένες ανοίξανε ανοίγματα ίσα ίσα να περάσουμε. Ήταν τόσο κοντά στις γραμμές μας που το κοντάκι μου χτύπησε μια κυρία στον ώμο. Θυμάμαι μας κοιτούσαν έναν έναν, μία μία. Δεν άφησαν κανέναν που να μην τον κοιτάξουν. Όλοι και όλες κοιτάγαμε κάτω περνώντας, ακόμα και οι αξιωματικοί είχαν κατεβάσει το βλέμμα. Έκπληκτος είδα πως φορούσαν ξεφτισμένες στολές και κρατούσαν όπλα. Αλλά στα όπλα δεν υπήρχαν γεμιστήρες και τα κρατούσαν ανάποδα. Προχωρήσαμε. Δε μίλησε κανείς μέχρι το ύψος της Θηβών. Εκεί ένας μικρούλης ρώτησε τον ταγματάρχη μας για τους εξαθλιωμένους υποδέκτες μας. "Είναι αυτοί και αυτές που απομείνανε από το 1ο τάγμα της Αθήνας", είπε εκείνος και δεν ξαναμίλησε κανείς. Ήταν γνωστό από τις πρώτες μέρες πως στο κέντρο της Αθήνας δρούσε μόνο μια μονάδα, το 1ο τάγμα Αθήνας. Λίγες μονάδες σακάτεψαν τόσο το κύρος του εχθρού, λίγες μονάδες κυνηγήθηκαν όσο αυτή. Τελευταία νέα τους είχαμε πριν ένα εξάμηνο όπου μάθαμε πως διαλύθηκαν εκδικητικά από φασιστικές συμμορίες αφού τους είχαν τελειώσει τα πυρομαχικά. Θέλαν να μας τσεκάρουν, καταλάβατε; Θέλανε να μας αφήσουν αυτοί να μπούμε στην πόλη τους, θέλανε να σιγουρευτούν οτι δεν την παραδίδουν στον εχθρό. Κι αν χρειαζόταν θα σηκώνανε τα κοντάκια και τα πιστόλια από τις κάννες και θα μας ορμούσαν, θα συνέχιζαν να μας επιτίθενται όσες σφαίρες κι αν ρίχναμε πάνω τους. Εκεί πείστηκα πως κερδίσαμε, στ' αλήθεια.
Όμως δεν μπορώ να ξεκολλήσω το μυαλό μου. Ακόμα κι αν είμαστε εδώ όσοι απομείναμε από μια παλιά παρέα της Αθήνας, περιμένοντας να έρθει το αύριο, και το πάρτυ που θα κάνουμε για τη νίκη μας. Αύριο θα ξυπνήσουμε, εγώ θα αφήσω για πρώτη φορά το όπλο μου μετά από 2 χρόνια και θα πάω στο Σύνταγμα, 5 λεπτά από δω, και θα βάλω τον σκληρό μου στο λάπτοπ και από κάτω θα είναι όλοι μου οι φίλοι, ζωντανοί και νεκροί, και θα χορεύουμε μέχρι αληθινά να εξαντληθούμε.
Ίσως τότε καταφέρουμε να κοιμηθούμε επιτέλους.
Όμως έχω ένα προαίσθημα οτι έχουμε ακόμα πολλή δουλειά να κάνουμε.
Για εκείνο το πάρτυ φτιάχνω τις πλέυλιστς μου γαμώτο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου