Σήμερα στη θάλασσα που πήγα, μια στιγμή απομακρύνθηκα από τα παιδιά και πήγα προς τα βράχια δεξιά της παραλίας. Ανέβηκα στα χαμηλά βράχια, αργά αργά, γιατί ήμουν ξυπόλυτος και έφτασα στην άκρη του νερού, στον τελευταίο βράχο. Εκεί, όπως κάνω κάποιες φορές όταν πηγαίνω για μπάνιο, στάθηκα στην άκρη του βράχου, στο τελευταίο περιθώριο πριν βουτήξεις, ένα βήμα πριν τη θάλασσα.
Στάθηκα για ώρα αν και δυσκολευόμουν. Φυσούσε αρκετά και με ταλάντευε ο άνεμος προς τα μπροστά και προς τα πίσω και για να ξαναβρώ την ισορροπία μου έπρεπε να σφίγγω τα πόδια από τη μια ή από την άλλη, δεν μπορούσα όμως να κάνω βήμα κανονικό. Ο βράχος δεν ήταν λείος και ομαλός, είχε άκρες κοφτερές και πονούσαν τα πόδια μου όταν άλλαζα βάρος ή στάση στο σώμα. Όμως στάθηκα ακίνητος όσο μπορούσα στην άκρη του βράχου, στην άκρη του νερού, και κοίταζα πέρα.
Κοίταζα ώρα πολλή, σχεδόν υπνωτισμένος. Σκέφτηκα τη Δήμητρα που λατρεύει τη θάλασσα και ζήλεψα που δε νιώθω κι εγώ το ίδιο. Όμως σήμερα το ένιωσα. Η θάλασσα, αυτές τις μέρες που πονώ και νιώθω λίγος, ήταν ένα θεμέλιο που δε μπόρεσε καμία ανάμνηση ή φόβος να το τραντάξει. Η θάλασσα, τα νησιά που ξεφύτρωσαν από μέσα της κι εγώ που τα επισκέφθηκα μια φορά κι έναν καιρό - και πόσες ακόμα επισκέψεις θα τους κάνω - η παραλία μας στη σπιάτζα, η χρυσή ανάκλαση του φωτός το μεσημέρι που τυφλώνει, το αγκάλιασμα του νερού, πρώτα στις πατούσες, έπειτα στα πόδια, έπειτα παντού, όλα αυτά είναι, ακόμα και τώρα που τρέμω και αγχώνομαι για τα πάντα, ένα θεμέλιο που καταφέρνει να με κρατάει όρθιο στην άκρη του βράχου να κοιτάω υπνωτισμένος τα κύματα να σκάνε μπρος στα πόδια μου.
Θυμήθηκα πως είμαι ακόμα εδώ, όχι διαλυμένος και ακρωτηριασμένος, όπως ίσως άλλοι πιο πονεμένοι άνθρωποι, αλλά φοβισμένος, αγχωμένος και πεσμένος. Ακόμα εδώ, και η θάλασσα ακόμα εδώ μαζί μου. Πάντοτε έλεγα πως δεν είναι το στοιχείο μου η θάλασσα. Και δεν είναι όντως. Είναι το σπίτι των γονιών, απ' όπου έχεις φύγει, έχεις φτιάξει δικό σου σπίτι, δικά σου θέλω, δικιά σου ζωή, όμως σαν όλα τα κατασκευάσματά σου αποτύχουν, πάντα υπάρχει η επιλογή του πατρικού/μητρικού σπιτιού, να γυρίσεις για να λάβεις μια φροντίδα ώστε να σηκωθείς ξανά και να ξαναφτιάξεις από την αρχή αυτά που επιθυμείς. Η θάλασσα μου, που μεγάλωσα με αυτή κι ας μην την έκανα ποτέ δική μου στ' αλήθεια, κι ας ήθελα πάντα να ανέβω στα βουνά πρώτα, είναι το προγονικό μου σπίτι, το μέρος που επιστρέφω κάθε καλοκαίρι, όταν ο κύκλος του έτους καλεί για αναγέννηση.
Έτσι, σήμερα στην παραλία, στάθηκα στην άκρη του βράχου και ατένισα τη θάλασσα και γνώρισα τον εαυτό μου λίγο καλύτερα. Και αρνήθηκα να χαθώ σε αναμνήσεις που δεν έχουν κρυμμένο ένα μάθημα κάπου βαθιά μέσα τους. Και αρνήθηκα να πονέσω άλλο σήμερα, έστω κι αν πόνεσα εν τέλει, αρνήθηκα για μια στιγμή και βρέθηκα γεμάτος θάρρος για λίγο. Και γέμισε το στήθος μου αρμύρα και φρεσκάδα από το νέο που προσκάλεσα να έρθει. Και κοίταξα ψηλά, και κοίταξα μακριά, και κοίταξα το νερό και πήδηξα στη θάλασσα να κολυμπήσω, να ενεργοποιηθώ, να προχωρήσω, να ζωντανέψω ξανά.
Κι επέστρεψα στα παιδιά, μαζέψαμε την ομπρέλα, τα σκουπίδια και τη θλίψη μας και φύγαμε. Και ενώ είχα πιαστεί απ' το κολύμπι, δες, ήτανε λίγο ελαφρύτερη η τσάντα μου και το αμάξι πιο κοντά, τα πόδια μου πιο εύκολα κινούνταν, τα μάτια μου κοιτούσαν έστω λίγο πιο ψηλά.
Αγνοώ τα πάντα
το μυαλό μου σαν ηλιοτρόπιο
στρέφεται στο φως, όπου βρίσκεται κάθε φορά
στην κοπέλα με τα καστανογάλανα μάτια
στον αγώνα για κομμουνισμό
στον όμορφο στίχο
στην όμορφη καμπύλη ενός σουτ
αυτά σκέφτομαι
και μια θάλασσα
(που δεν είναι το στοιχείο μου)
γεμάτη χρώμα
"πέτα ένα ηλιοτρόπιο στη θάλασσα
και πες μου που θα πάει"
τα ρεύματα
που κατευθύνουν τα λουλούδια και τα πτώματα
στις αβύσσους ή στην ακτή
στρέφουν το μυαλό μου στα ξερόνησα
που σπάσαμε τα πόδια μας
και τις καρδιές μας
κι έτσι,
σπασμένα ηλιοτρόπια γυρνάμε
από την Ίο στην Ανάφη
από το κάτω Κουφονήσι στην Αντίπαρο
και πίσω πάλι στα χωριά μας
κοιτάμε να ξεχάσουμε τον ήλιο
που μας τράβηξε το βλέμμα πριν να δύσει
και ψάχνουμε μια νέα ανατολή
πανικόβλητα λουλούδια
αγχωμένα ηλιοτρόπια
κοιτάνε ένα γύρω για το θαύμα:
έναν ήλιο που θα βγει στον ουρανό
και θα σταθεί αμετακίνητος
χρυσό ορόσημο στο μπλε στερέωμα
"μόνιμα 12 η ώρα μεσημέρι στη ζωή μας
να ετοιμαζόμαστε για μπάνιο
και η μάνα να ετοιμάζει το φαΐ για όταν γυρίσουμε"
Ένα ηλιοτρόπιο που θέλει να μη δύει ποτέ ο ήλιος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου