https://www.youtube.com/watch?v=d2VnbKx_Xx0
Χρόνο με το χρόνο η λαμπερή χριστουγεννιάτικη ευφορία των παιδικών μου χρόνων αλλοιώνεται. Οι αναμνήσεις μπλέκονται, σε σημείο που να μην ξέρω τι συνέβη πέρσι, προπερσι, πριν δέκα χρόνια, ή ακόμα πιο πολύ, τι είναι να συμβεί φέτος.
Σαν ανεβαίνουν τα λαμπιόνια και οι διακοσμήσεις στις λεωφόρους, τότε μόνο αληθινά ξέρω οτι τα Χριστούγεννα έρχονται. Σε μερικούς δρόμους τα φωτάκια μένουν όλο το χρόνο πάνω στις κολώνες και τους φανοστάτες, το ξέρατε αυτό; Εγώ το συνειδητοποίησα πολύ μεγάλος. Θυμάμαι να ξυπνώ, ξημερώματα, για δουλειά, στο μητρικό μου σπίτι, στη Θηβών, να κοιτώ από τη δίχως παντζούρια μπαλκονόπορτα και να διαπιστώνω, έκπληκτος, οτι πάνω στα ακόμα αναμμένα φώτα στο διάζωμα, υπήρχε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο από σβηστά λαμπάκια. Θυμάμαι να αμφιταλαντεύομαι, ζαλισμένος από τον ύπνο ακόμα, ανάμεσα στις ημερομηνίες, ελπίζοντας να έχουν φτάσει τα Χριστούγεννα όντως. Όχι τόσο για τις γιορτές, αλλά γιατί η ζέστη στη δουλειά ήταν ανυπόφορη και αν είχα καταφέρει να δουλέψω ως το χειμώνα ίσως να έπαιρνα επίδομα μόλις με απέλυαν. Αλίμονο, ούτε τη ζέστη γλύτωσα, ούτε το επίδομα πήρα.
Παλαιότερα, ο χειμώνας και οι γιορτές ήταν αληθινά άγιες μέρες στη ζωή μου. Όταν οι μανάδες και οι πατεράδες μας μας άφηναν επιτέλους να βγαίνουμε έξω τα βράδια μόνα μας, οι βόλτες στις ήσυχες παγωμένες γειτονιές του Ιλίου, ήταν εξερευνήσεις φαντασματότοπων. Οι γειτονίτσες του Ιλίου, ο Άγιος Φανούριος, τα Λιόσια, η Ζωοδόχου Πηγή, είναι αραιές, άνετες, ο δεκεμβριάτικος άνεμος που κατεβαίνει από την Πάρνηθα τις διαπερνά χωρίς να χάνει στιγμή την ορμή του. Το κρύο του Δεκέμβρη δεν είναι το βαρύτερο που πέφτει στην Αθήνα, αλλά είναι το πρώτο, κι έτσι, άμαθα όπως ήμασταν στο κρύο από το ψεύτικο φθινόπωρο της πόλης, μας έπιανε συνήθως απροετοίμαστα. Οι γειτονιές ερήμωναν με το σούρουπο, οι περαστικοί έκοβαν, ακόμα και τα παιδιά που τα παιχνίδια τους είναι παντός καιρού, είχαν συγκεκριμένες πιάτσες. Το πάρκο, το σχολείο μας, η πλατεία, το στενό και πάει λέγοντας. Πέρα από αυτά, η αρκτική έρημος. Και αντί για το βόρειο σέλας, τα λαμπάκια από τα παράθυρα, τις βιτρίνες και τα μπαλκόνια.
Τα χρόνια που πια τα λένε στα κανάλια "τα χρόνια της κρίσης", τα Χριστούγεννα αποκτούσαν και μυρωδιά. Πρέπει να ήταν δυο τρεις συνεχόμενες χρονιές που πολλά σπίτια, μην έχοντας τρόπο να ζεσταθούν, είχαν βαλθεί να κάψουν όποιο ξύλο έπιανε το μάτι τους στις γωνιές των δρόμων. Πεταμένα έπιπλα, συντρίμμια, μπάζα, σπασμένες κάσες, παλέτες, ο,τι μπορούσε να καεί και να βγάλει ζέστη έμπαινε στη σόμπα, στο μαγκάλι, για τα πιο τυχερά σπίτια στο τζάκι. Η μυρωδιά από τις φωτιές ξεκινούσε κάποιο απομεσήμερο και μπορεί να κρατούσε και μια βδομάδα. Πότιζαν τα πουλόβερ μας από την οσμή και οι αρχές έβγαζαν στις τηλεοράσεις δελτία με ποσοστά δηλητηρίων στην ατμόσφαιρα, σε μια προσπάθεια να νουθετήσουν τους άθλιους, να τους μάθουν πως να ζήσουν τη φτώχεια τους χωρίς να ενοχλούν. Του κάκου όμως. Πέρα από την πανταχού παρούσα μυρωδιά, την χριστουγεννιάτικη Αθήνα συμπλήρωνε η ομίχλη από τις καύσεις, η οποία θάμπωνε όλες τις προσπάθειες για εορταστική ατμόσφαιρα, φώτα και φανφάρες. Ακόμα και τότε οι βόλτες μου ήταν μακριές, αντιστρόφως ανάλογες με την κινητικότητα των υπόλοιπων εξαθλιωμένων. Και όταν κάπου κάπου, έβλεπα και κάποιο μπαλκόνι στολισμένο, με έπιανε μια χαρμολύπη για την επιμονή και την υπομονή των ανθρώπων.
Κάποια χρονιά, κοντά στις γιορτές, βρέθηκα στον περιφερειακό στα Τουρκοβούνια. Τα χρόνια είχαν ήδη περάσει από τις όμορφες βόλτες στην ανταρκτική των προαστίων. Πήγαινα το δρόμο με τη φορά του ρολογιού και ήμουν στις πλαγιές του λόφου που βλέπουν το Γαλάτσι και την πάνω Κυψέλη. Η θέα από εκείνη τη διαδρομή είναι πάντα όμορφη το βράδυ, τα φώτα της Αθήνας είναι ωραία και απέραντα, οι κοντινές περιοχές, τα Πατήσια, η Φιλαδέλφεια, η νέα Ιωνία, αλλά και οι μακρινές ακόμα πιο πολύ, το Μενίδι και η Κηφισιά. Και να σας πως κι ένα μυστικό μιας και είμαστε εδώ. Τα μακρινά φώτα των Αχαρνών και της Κηφισιάς, είτε τα βλέπω από τα Τουρκοβούνια, είτε από του Στρέφη, είτε ακόμα ακόμα κι από το Λυκαβηττό, πάντα μου θυμίζουν τα φώτα της Λαμίας όπως φαίνονταν στο βραδινό δρομολόγιο για Θεσσαλονίκη,όταν το τρένο έπαιρνε μια τεράστια στροφή και έβλεπες πανοραμικά μια απέραντη έκταση με πορτοκαλιά φώτα. Όποιο παιδί έχει κάνει βραδινό τρένο για πάνω θα ξέρει. Όμως, πίσω στις γιορτές μας, και στον περιφερειακό. Από την άκρη του δρόμου, οι πολυκατοικίες που μπορείς να μετρήσεις είναι αμέτρητες. Στο σκοτάδι μάλιστα, τα όρια χάνονται και οι όγκοι διαχέονται ο ένας μέσα στον άλλον. Έτσι, με τα φωτάκια και τα λαμπάκια να στέκονται στο χάος, αποκαλύπτεται ένα μωσαϊκό φωτός, ρυθμικό και κινούμενο, τόσο που αν αφήσεις τα μάτια σου ελεύθερα και δεν εστιάσεις πουθενά, όλο αυτό μετατρέπεται σε διάστημα, κι εσύ σε αστροναύτη που παρατηρεί με δέος το λαμπερό χάος από την ασφάλεια της μπάρας ασφαλείας του λόφου.
Τι είναι τα Χριστούγεννα, αν όχι φωτάκια, κρύο και παλτό; Δε γνωρίζω άλλα Χριστούγεννα πέρα από αυτά. Τι άλλο είναι τα Χριστούγεννα πέρα από μοναχικές βόλτες, κρύα χέρια και βαριά παπούτσια; Από μικρό παιδί μέχρι και φέτος, τα Χριστούγεννά μου ήταν παγωνιά, ακουστικά και προσκυνήματα. Τι παραπάνω να ζητήσω απ' τις γιορτές μου;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου