Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

Νυχτερινή λειτουργία

https://www.youtube.com/watch?v=fZLJ7PKmpE0

Όσο πιθανό είναι να βρει κάποιος ένα μπουκάλι με ένα γραμμα στον ωκεανό, τόσο κι αυτό. Επειδή δεν πρόκειται να σε συναντήσω μέσα στην πόλη, όσο κι αν περπατήσω, αποφάσισα να αφήσω το μπουκάλι μου κι εγώ. Είτε είναι αυτό το κείμενο που μπορεί να μη διαβαστεί ποτέ, είτε μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα σ' ένα δρόμο που δε θα περπατήσεις ποτέ.

Κι έτσι, μια νύχτα - κι από τότε κάθε νύχτα - τις ήσυχες ώρες της νύχτας που δεν περνάει κανείς τυχαία από το δρόμο μου, αφήνω ανοιχτή την μπαλκονόπορτα και βάζω το τραγούδι της αρχής. Στη σιωπή και στο σκοτάδι αναβλύζει το τραγούδι από το άνοιγμα, έχω κλείσει τα φώτα, και αναπηδά η ηχώ απ΄το τραγούδι  στα γύρω στενά.

Σιγά σιγά, μαζεύτηκε κόσμος. Πρώτα μια κυρία που έβγαλε το σκυλί της βόλτα. Κάθισε λίγο κάτω απ' το μπαλκόνι για να ακούσει. Και δεν έφυγε ποτέ. Λίγο μετά, ένα παιδί που πρόλαβε το τελευταίο τρένο για Ανθούπολη, πηγαίνοντας στο σπίτι του, κοντοστάθηκε. Δεν έφυγε ποτέ. Ένα αμάξι που πήγαινε στην καντίνα λίγο πιο κάτω για φαί. Δεν έφτασε ποτέ. Σαν λάμπα που προσέλκυσε κουνούπια, η ανοιχτή μου μπαλκονόπορτα τραβούσε τους ανθρώπους που απελπίζονται τη μέρα να χαλάσουνε τη νύχτα τους μπροστά της.

Κι όλο και μαζεύονταν οι άνθρωποι, οι μπάτσοι που ήρθαν να μου κάνουν παρατήρηση ξέχασαν το φάρο ανοιχτό και απόμειναν να κοιτάζουν το μαύρο άνοιγμα της μπαλκονόπορτάς μου. Και να γυρίζει ο φάρος και να παίζει το κομμάτι και ο κόσμος να κοιτάζει το σκοτεινό ορθογώνιο και να μη συμβαίνει τίποτε άλλο. Εγώ, κρυμμένος στα σκοτάδια του δωματίου μου, σε έκσταση και φόβο, να περιμένω να δω που θα καταλήξει όλο αυτό.

Τι μας έκανε να σταματήσουμε το χρόνο απόψε; Οι άνθρωποι λικνίζονται πλέον από κάτω. Είναι αρκετοί, καμιά σαρανταριά. Κανείς δε ρώτησε τίποτα, κανείς δε συζητάει. Κάτω απ΄τα πορτοκαλί ισχνά φώτα της Θηβών, παρακολουθούν τη λειτουργία. Λίγο αργότερα κόπηκε η κυκλοφορία. Δεν κόρναρε κανείς. Βγήκαν απ' τ' αμάξια τους οι κάγκουρες και οι πρωινοί για τη δουλειά και στάθηκαν δίπλα στους πρώτους με ευλάβεια. Και η μουσική να παίζει.

Τώρα είναι η ευκαιρία μου, σκέφτηκα, και βγήκα απ' το σπίτι. Προσπέρασα το πλήθος και ξεκίνησα να κάνω βόλτα. Σύντομα η πόλη άδειασε. Ήταν ακόμα νύχτα όμως, πράγμα παράξενο. Το τραγούδι ήταν τέσσερα λεπτά. Αλλά δεν ασχολήθηκα με ανοησίες. Στη βόλτα μου είδα ανθρώπους να πηγαίνουν προς το σπίτι. Αλλά δεν ασχολήθηκα με ανοησίες. Κάποια στιγμή έφτασα κάτω από το δικό σου. Ήταν η ευκαιρία μας, τώρα που υπνωτίστηκαν όλοι, θα μπορούσαμε να κάτσουμε μαζί για πάντα. Δεν ήσουν εκεί. Απογοητεύτηκα.

Γύρισα σπίτι αργά αργά και τελικά είχε αρχίσει να φεγγίζει στην ανατολή. Ο χρόνος ξαναξεκινούσε. Φτάνοντας στο δρόμο μου, το τραγούδι τελείωνε, ο κόσμος είχε αρχίσει να κοιτάζει γύρω του, όλα επαναπροσδιορίζονταν ξανά. Μετά από λίγο έφυγε ο πρώτος. Μετά από λίγο όλοι. Μόνο η κυρία με το σκυλί έμεινε λίγο μετά το τέλος του τραγουδιού. Και όταν βγήκα να κλείσω τα πατζούρια, μου είπε:

Ωραίο τραγούδι, μα δεν αρκεί

Δε ρώτησα τι εννοούσε, δεν ασχολούμαι με ανοησίες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου