https://www.youtube.com/watch?v=rJAZM2GmuTE
Ήταν μια μέρα που έτρεξα για να συναντήσω την Κωνσταντίνα.
Εκείνη είχε φροντιστήριο για τρίτη λυκείου, εγώ ήμουν πρώτο έτος. Φλερτάραμε καιρό, με το έντονο πάθος αυτών που ταιριάζουν απόλυτα και που έχουν ανάγκη από αυτό που τους δίνει ο άλλος. Μιλάγαμε συνεχώς, χαλώντας αμέτρητες κάρτες για μηνύματα και για τηλέφωνα, αμέτρητα τηλέφωνα. Άπειρες λέξεις ανταλλάξαμε με την Κωνσταντίνα.
Δεν έχει σημασία να αφηγηθώ την κατάληξη της ιστορίας. Δεν ήταν καλή αλλά δεν πειράζει πλέον. Μέσα όμως σε αυτά τα ένα - δυο χρόνια, βλάστησαν συναισθήματα που με σημάδεψαν. Κάποτε, τώρα δηλαδή, η Κωνσταντίνα θα είναι μια κοπέλα που βγήκαμε μαζί κάποιες φορές. Όμως αυτά που είχαν εισέλθει μέσα μου, σαν να είχε σπάσει κάποιο φράγμα, θυμάμαι και θα θυμάμαι για πάντα πως ήταν/είναι.
Δεν είχε ποτέ σημασία τι συζητούσαμε. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν πιο έξυπνος. Ήταν φτιαγμένος μέσα μας και γύρω μας ένας μικρόκοσμος που δε χώραγε κανείς άλλος. Οι ώρες που ήμασταν μαζί ήταν μια φούσκα στο χωροχρόνο. Μετά δε θυμόμουν τι συνέβαινε κατά τη διάρκεια του ραντεβού. Μόνο εκείνη θυμόμουν και αδημονούσα να την ξαναδώ.
Θυμάμαι ήθελα να της τα δίνω όλα. Να την κάνω να χαίρεται, να της κάνω όλα τα χατήρια. Ήθελα να με θέλει και να νιώθει πως δεν υπάρχει χαρά πουθενά αλλού εκτός από όταν είναι μαζί μου. Γιατί; Μήπως κι εγώ έτσι δεν ένιωθα; Μόνο η Κωνσταντίνα υπήρχε, μόνο την Κωνσταντίνα ήθελα, μόνο την Κωνσταντίνα σκεφτόμουν.
Μια μέρα, είχαμε δώσει ραντεβού μετά το φροντιστήριό της. Εγώ, επειδή βαριόμουν σπίτι, ήθελα να πάω και στο τελευταίο διάλειμμα πριν σχολάσει να τη δω δέκα λεπτά και μετά να περιμένω σαρανταπέντε για να βγει να κάνουμε την κανονική μας βόλτα. Της το είχα στείλει κιόλας, ότι θα είμαι στο διάλειμμά της απ' έξω. Εκείνη θυμάμαι, πολύ ψύχραιμη, μου 'χε πει οκ, θα τα πούμε. Εγώ όμως ήθελα να τη δω. Για κάποιο λόγο που δε θυμάμαι, άργησα πολύ. Και πλησίαζα στο δρόμο του φροντιστηρίου λίγο πριν μπούνε για την τελευταία ώρα. Κοιτάζοντας το κινητό μου, συνειδητοποίησα οτι δύσκολα θα την προλάβω πριν μπει για μάθημα. Και φυσικά, όπως κάνω από τότε μέχρι και σήμερα, δραματοποιώντας τα πάντα, σκέφτηκα πως με περίμενε, σκέφτηκα πως δεν ήμουν εκεί ενώ της το 'χα πει, σκέφτηκα πως δε θα τη δω, και άρχισα να τρέχω. Και τότε, ξέρεις, έτρεχα καλά. Γρήγορα, στρωτά και δυνατά. Έτρεξα λοιπόν σαν να εξαρτάται η ζωή μου από αυτό και χωρίς να προσέξω τίποτα και κανέναν έφτασα στο φροντιστήριο σε χρόνο μηδέν...
Η Κωνσταντίνα δε νοιάστηκε ιδιαίτερα, φυσικά. Μου πήρε καιρό μέχρι να καταλάβω ότι η Κωνσταντίνα δε νοιαζότανε ιδιαίτερα έτσι κι αλλιώς. Μου πήρε ακόμα περισσότερο καιρό να καταλάβω ότι το πως αντιμετώπιζα εγώ την Κωνσταντίνα μπορεί να έπαιξε και αυτό το ρόλο του. Μου είπε ένα "σιγά καλέ, θα σκοτωθείς" και μπήκε για μάθημα. Όχι με κακία. Με ήθελε κοντά της κι αυτή με τον τρόπο της. Απλά δεν το βίωνε όπως εγώ. Επίσης, ένα πράγμα που μου πήρε καιρό να το αποδεχτώ και να μην της κρατάω κακία. Μπήκε για μάθημα, την περίμενα λαχανιασμένος, βγήκε απ' το μάθημα, κάναμε βόλτα. Πέρασε ο καιρός με δράματα και συναισθήματα, χωρίσαμε, χαθήκαμε, και δε μιλάμε πλέον με την Κωνσταντίνα.
Αυτή η μέρα που έτρεξα να προλάβω την Κωνσταντίνα είναι και η επιτομή του συναισθηματικού μου προφίλ όσον αφορά το αγαπημένο μου φύλο. Να τρέχω να προλάβω κάτι που δε χρειάζεται να προληφθεί, για έναν άνθρωπο που με αγαπά το μισό απ' όσο εγώ, με ένα άγχος που δεν αντιστοιχεί στα συναισθήματα που μου λείπουν.
Όταν κάποιες φορές αναρωτιέμαι γιατί κάνω έτσι με κοπέλες, γιατί έχω εμμονές, γιατί δεν μπορώ να διαχειριστώ τον "έρωτα" που βρίσκω, προσπαθώ (πλέον) να θυμάμαι την Κωνσταντίνα, μια γλυκειά και δύσκολη κοπέλα, και πόσο δυσκολότερο το έκανα εγώ που έπαθα εξάρτηση από το δράμα της, από την εξυπνάδα της και απ' τα γλυκά της μάτια.
Η αναζήτηση ενός μεγάλου νοήματος, μια μεγάλης αλήθειας, αυτή είναι η παγίδα όπου πέφτω κάθε φορά που βρίσκω τη γυναίκα της ζωής μου.
Ήταν μια μέρα που έτρεξα για να συναντήσω την Κωνσταντίνα.
Εκείνη είχε φροντιστήριο για τρίτη λυκείου, εγώ ήμουν πρώτο έτος. Φλερτάραμε καιρό, με το έντονο πάθος αυτών που ταιριάζουν απόλυτα και που έχουν ανάγκη από αυτό που τους δίνει ο άλλος. Μιλάγαμε συνεχώς, χαλώντας αμέτρητες κάρτες για μηνύματα και για τηλέφωνα, αμέτρητα τηλέφωνα. Άπειρες λέξεις ανταλλάξαμε με την Κωνσταντίνα.
Δεν έχει σημασία να αφηγηθώ την κατάληξη της ιστορίας. Δεν ήταν καλή αλλά δεν πειράζει πλέον. Μέσα όμως σε αυτά τα ένα - δυο χρόνια, βλάστησαν συναισθήματα που με σημάδεψαν. Κάποτε, τώρα δηλαδή, η Κωνσταντίνα θα είναι μια κοπέλα που βγήκαμε μαζί κάποιες φορές. Όμως αυτά που είχαν εισέλθει μέσα μου, σαν να είχε σπάσει κάποιο φράγμα, θυμάμαι και θα θυμάμαι για πάντα πως ήταν/είναι.
Δεν είχε ποτέ σημασία τι συζητούσαμε. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν πιο έξυπνος. Ήταν φτιαγμένος μέσα μας και γύρω μας ένας μικρόκοσμος που δε χώραγε κανείς άλλος. Οι ώρες που ήμασταν μαζί ήταν μια φούσκα στο χωροχρόνο. Μετά δε θυμόμουν τι συνέβαινε κατά τη διάρκεια του ραντεβού. Μόνο εκείνη θυμόμουν και αδημονούσα να την ξαναδώ.
Θυμάμαι ήθελα να της τα δίνω όλα. Να την κάνω να χαίρεται, να της κάνω όλα τα χατήρια. Ήθελα να με θέλει και να νιώθει πως δεν υπάρχει χαρά πουθενά αλλού εκτός από όταν είναι μαζί μου. Γιατί; Μήπως κι εγώ έτσι δεν ένιωθα; Μόνο η Κωνσταντίνα υπήρχε, μόνο την Κωνσταντίνα ήθελα, μόνο την Κωνσταντίνα σκεφτόμουν.
Μια μέρα, είχαμε δώσει ραντεβού μετά το φροντιστήριό της. Εγώ, επειδή βαριόμουν σπίτι, ήθελα να πάω και στο τελευταίο διάλειμμα πριν σχολάσει να τη δω δέκα λεπτά και μετά να περιμένω σαρανταπέντε για να βγει να κάνουμε την κανονική μας βόλτα. Της το είχα στείλει κιόλας, ότι θα είμαι στο διάλειμμά της απ' έξω. Εκείνη θυμάμαι, πολύ ψύχραιμη, μου 'χε πει οκ, θα τα πούμε. Εγώ όμως ήθελα να τη δω. Για κάποιο λόγο που δε θυμάμαι, άργησα πολύ. Και πλησίαζα στο δρόμο του φροντιστηρίου λίγο πριν μπούνε για την τελευταία ώρα. Κοιτάζοντας το κινητό μου, συνειδητοποίησα οτι δύσκολα θα την προλάβω πριν μπει για μάθημα. Και φυσικά, όπως κάνω από τότε μέχρι και σήμερα, δραματοποιώντας τα πάντα, σκέφτηκα πως με περίμενε, σκέφτηκα πως δεν ήμουν εκεί ενώ της το 'χα πει, σκέφτηκα πως δε θα τη δω, και άρχισα να τρέχω. Και τότε, ξέρεις, έτρεχα καλά. Γρήγορα, στρωτά και δυνατά. Έτρεξα λοιπόν σαν να εξαρτάται η ζωή μου από αυτό και χωρίς να προσέξω τίποτα και κανέναν έφτασα στο φροντιστήριο σε χρόνο μηδέν...
Η Κωνσταντίνα δε νοιάστηκε ιδιαίτερα, φυσικά. Μου πήρε καιρό μέχρι να καταλάβω ότι η Κωνσταντίνα δε νοιαζότανε ιδιαίτερα έτσι κι αλλιώς. Μου πήρε ακόμα περισσότερο καιρό να καταλάβω ότι το πως αντιμετώπιζα εγώ την Κωνσταντίνα μπορεί να έπαιξε και αυτό το ρόλο του. Μου είπε ένα "σιγά καλέ, θα σκοτωθείς" και μπήκε για μάθημα. Όχι με κακία. Με ήθελε κοντά της κι αυτή με τον τρόπο της. Απλά δεν το βίωνε όπως εγώ. Επίσης, ένα πράγμα που μου πήρε καιρό να το αποδεχτώ και να μην της κρατάω κακία. Μπήκε για μάθημα, την περίμενα λαχανιασμένος, βγήκε απ' το μάθημα, κάναμε βόλτα. Πέρασε ο καιρός με δράματα και συναισθήματα, χωρίσαμε, χαθήκαμε, και δε μιλάμε πλέον με την Κωνσταντίνα.
Αυτή η μέρα που έτρεξα να προλάβω την Κωνσταντίνα είναι και η επιτομή του συναισθηματικού μου προφίλ όσον αφορά το αγαπημένο μου φύλο. Να τρέχω να προλάβω κάτι που δε χρειάζεται να προληφθεί, για έναν άνθρωπο που με αγαπά το μισό απ' όσο εγώ, με ένα άγχος που δεν αντιστοιχεί στα συναισθήματα που μου λείπουν.
Όταν κάποιες φορές αναρωτιέμαι γιατί κάνω έτσι με κοπέλες, γιατί έχω εμμονές, γιατί δεν μπορώ να διαχειριστώ τον "έρωτα" που βρίσκω, προσπαθώ (πλέον) να θυμάμαι την Κωνσταντίνα, μια γλυκειά και δύσκολη κοπέλα, και πόσο δυσκολότερο το έκανα εγώ που έπαθα εξάρτηση από το δράμα της, από την εξυπνάδα της και απ' τα γλυκά της μάτια.
Η αναζήτηση ενός μεγάλου νοήματος, μια μεγάλης αλήθειας, αυτή είναι η παγίδα όπου πέφτω κάθε φορά που βρίσκω τη γυναίκα της ζωής μου.
Ορθη αναλυση του μοτιβου σου. Η τακτικη σου επηρεαζει τον πολεμο και η πρωτη μαχη που δινεται ειναι να δεις τη μαχη οπως τη βλεπει ο εχθρος.
ΑπάντησηΔιαγραφή