Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Φθινόπωρο στη θάλασσα


Είναι ήσυχα κι ας αλλάζει η εποχή. Ο άνεμος και ο ήχος των κυμάτων, δυναμωμένα από αυτή την αλλαγή, σηματοδοτούν αυτήν ακριβώς την αλλαγή. Αλλάζει η εποχή.

Μα είναι ήσυχα. Η θάλασσα έχει ανέβει, η ψιλή άμμος της παραλίας είναι πιο υγρή και πιο βαριά, μυρίζει, και δεν κατεβαίνει κανείς για μπάνιο πια. Είναι μεσημέρι, μια ώρα που κανονικά δε θα μπορούσες να σταθείς στην παραλία γιατί η άμμος θα σου έκαιγε τα πόδια. Όμως δεν είναι πια η καυτή εποχή, έχει σύννεφα, έχει υγρή άμμο, κύμα και σκληρό μωβ-μπλε στον ορίζοντα.

Η δουλειά σου είναι να κοιτάς τη θάλασσα. Που δεν ησυχάζει αυτές τις μέρες ποτέ. Είναι να την κοιτάς και να περιμένεις κάποιον να πνιγεί, κάποιο πλοίο να κινδυνέψει, κάποια ψαρόβαρκα να αναποδογυρίσει, κάτι περιμένεις να συμβεί για να ξεφύγεις από το λήθαργο.

Όμως η θάλασσα δεν κάνει χάρες. Κι έτσι κινείται συνεχώς, σε υπνωτίζει, και το φθινόπωρο, που δεν ορμάει ποτέ, μόνο έρχεται ύπουλα και υπόγεια, έχει φτάσει πια, είναι καιρός να αφήσεις τη θάλασσα (να σε καταπιεί) και να φύγεις, να πας να βρεις άλλη βίγλα να κοιτάζεις από κει τον κόσμο. Το φθινόπωρο σε ειδοποιεί πως οι μέρες δεν είναι για αγνάντεμα στη θάλασσα. Κρυώνεις λίγο και τα μάγουλά σου είναι υγρά από το ψέκασμα των τολμηρότερων κυμάτων.

Θες να σηκωθείς, να βγεις στον κάμπο, ή στο βουνό, να δεις πως άλλες μεριές του κόσμου διαχειρίζονται την αλλαγή του καιρού. Σχεδόν σηκώνεσαι κιόλας. Μα το κεφάλι σου είναι γεμάτο από το σκάσιμο του κύματος και οι εικόνες σου, τόσο μολυσμένες από αυτό το ραδιενεργό μωβ-μπλε. 

Πεθαίνεις. Όταν θα φύγεις θα πεθάνεις λίγο. Μέσα σου μαζεύεται ο πόνος του να αφήνεις αυτό που σε φροντίζει. Η θάλασσα θα είναι εδώ όταν ξανάρθεις. Αυτό το ξέρεις. Απλώς δεν ξέρεις αν θα ξανάρθεις. Αν είναι αυτή η τελευταία σου στιγμή μαζί της; Αν ακουμπάς για τελευταία φορά την υγρή δροσερή άμμο; Αν και αν και αν. Κουράστηκες να αποχωρίζεσαι και σε τρομάζουν ακόμα και τα πιο απλά αν.

Κατανοητό. Κι έτσι κινείς για το δρόμο που πηγαίνει παντού και πουθενά, αργά αλλά πιο γρήγορα απ' όσο θα ήθελες. Δεν αποχαιρετάς γιατί δεν έχεις τι να πεις. Όταν φεύγεις από εκεί που θες να είσαι, τι να πεις; Είναι απόγευμα πια κι έχει σκουρύνει το χρώμα, έχει κρυώσει το δέρμα, έχει στεγνώσει το πρόσωπο. Μόνο η ησυχία είναι η ίδια. 

Το φθινόπωρο στη θάλασσα, κάθισα και κοίταξα πέρα, περιμένοντας κάτι να συμβεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου