Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

Ένα ταξίδι δηλητήριο, ένα ταξίδι γιατρικό - 5ο και τελευταίο μέρος

 Αφίξεις και τέλη

 

            Προχωρώντας με κόπο, άφησα τη μουσική να παίζει παρόλη την ταλαιπωρία καθώς ένα αίσθημα θριάμβου δυνάμωνε και γενικευόταν μέσα μου. Μέχρι τότε κάθε σκέψη του δρόμου αφορούσε το επόμενο σημείο αναφοράς, το επόμενο διάλλειμα, τον επόμενο στόχο της ημέρας. Μετά την Αμαλιάδα αυτό τελείωσε. Πλέον ο στόχος ήταν το τέλος του ταξιδιού, δεν υπήρχαν άλλες διακοπές. Προχώρησα με κόπο στο ίδιο μοτίβο με πριν, πότε με τα πόδια, πότε με το ποδήλατο, όσο μπορούσα καβαλούσα αλλά δεν πίεζα πλέον καταστάσεις. Έφτανα, αναγνώριζα πλέον σημάδια από τη διαδρομή μιας και αυτά τα μέρη τα έχουμε ταξιδέψει αρκετά με την οικογένειά μου ανά τα χρόνια.

            Λίγα χιλιόμετρα αργότερα, λίγο πριν τα Χανάκια ο δρόμος κατηφόριζε. Την περίμενα αυτή τη στιγμή από τότε που ξεκίνησα. Από τις αμέτρητες φορές που έχω πάει στο χωριό μου ήξερα ότι λίγο πριν την τελευταία ευθεία για Πύργο ο δρόμος παίρνει μια μεγάλη στροφή και κατηφορίζει απότομα. Αυτή την κατηφόρα ξεκινούσα να κατεβαίνω και τώρα και συνειδητοποιώντας το ανατρίχιασα. Σαν συμπαντική συνομωσία το τραγούδι που άκουγα, που δεν θυμάμαι ποιο ήταν, τελείωσε και μπήκε το επόμενο. Εκείνο το θυμάμαι, ήταν το BasedWorld του Ryan Hemsworth και μόλις το άκουσα κατάλαβα ότι όλα τελείωσαν και πως η επιτυχία μου σφραγίστηκε. Ξεκίνησα να κατεβαίνω την κατηφόρα, σκλήρυνα τους δίσκους του ποδηλάτου όσο πάει και ξεκίνησα να ποδηλατώ σαν δαιμονισμένος με την ταχύτητα μου να αυξάνεται συνεχώς. Το ποδήλατο κατέβηκε σαν βέλος, σαν να αποτίναξε μαζί μου και τη δική του κούραση και έσκυψα μπροστά να μειώσω κάθε αντίσταση, να πάω όσο πιο γρήγορα μπορώ.

            Όπως πολύ ποιητικά έχουν πει άλλοι άνθρωποι πριν από μένα όμως, λίγο πριν το τέλος έρχεται ο πειρασμός. Έτσι και τότε, παραλίγο να πληρώσω πολύ ακριβά τον αφελή μου ενθουσιασμό. Στο ζενίθ της ταχύτητάς μου και ενώ πίστευα ότι θα φτάσω Πύργο σε 3 λεπτά, είδα μπροστά το οδόστρωμα να χαλάει και μικρές λακκούβες να ανοίγουν στη δεξιά μεριά της λωρίδας μου. Αυτό βέβαια δε θα σήμαινε απολύτως τίποτα αν πήγαινα χαλαρά ή έστω γρήγορα. Με την ταχύτητα που είχα όμως, μια καλή λακκούβα μπορούσε να με πετάξει κάτω και μετά η αδράνεια θα με έσερνε στην άσφαλτο για πολλά πολλά μέτρα. Όλα αυτά τα σκέφτηκα μέσα σε ένα δευτερόλεπτο και αντέδρασα ακαριαία, ευτυχώς σωστά, με ελάχιστο φρένο και μικρές μανούβρες να αποφύγω τα πολλά σκαμπανεβάσματα. Αν είχα πέσει… αν είχα πατήσει φρένο απότομα… αν είχα γείρει λάθος… αν είχα πέσει...

Όμως τίποτε δε συνέβη, σιγά σιγά το έφερα στα μέτρα μου, το πέρασα το τελευταία τεστ, την τελευταία νάρκη και μετά από λίγο ο δρόμος έγινε πιο επίπεδος και ομαλός. Η τελευταία ευθεία ήταν μπροστά μου.

Η κούρασή μου σαν να θάμπωσε, όχι πως δεν υπήρχε ή δεν πονούσα, μα βγήκαν στην επιφάνεια άλλα συναισθήματα και οι πόνοι χάσανε τη σημασία τους. Η χαρά όμως δεν ήρθε, όχι ακριβώς. Κυρίως ανακούφιση ένιωσα. Ξεφυσούσα ξανά και ξανά, ποδηλατούσα και ξεφυσούσα. Αργά αργά αλλά πλέον μόνο καβάλα, από περηφάνια δε θα άφηνα τον εαυτό μου να τελειώσει το ταξίδι περπατώντας, μπήκα στην πόλη. Δεν καθυστέρησα λεπτό, γιατί δεν είχα φτάσει. Ο Πύργος ήταν ο στόχος μόνο στο όνομα. Ο προορισμός μου ήταν άλλος. Πέρασα τα ΚΤΕΛ, το παλιό νοσοκομείο και τον κόμβο και αντίκρισα την πινακίδα που περίμενα. Σπιάτζα. Στα ιταλικά η παραλία. Και πάλι όμως, δεν ήταν αυτός ο στόχος μου. Συνέχισα. Δεν αργοπορούσα πλέον, μόνο ποδηλατούσα και ξεφυσούσα. Ειδοποίησα τον κόσμο ότι έφτασα και συνέχισα. Πέρασα το Καταρράχι, πέρασα την Αγία Μαρίνα, πέρασα την ταβέρνα που παλιά τη λέγανε Κουκουνάρα και ο πατέρας μου πάντα λέει την ίδια ιστορία για το πόσο πολύ είχαμε φάει εκεί σαν οικογένεια κάποτε, πέρασα τα σπίτια αγροτών με τα μικρά τρακτέρ παρκαρισμένα στην άκρη του δρόμου και έφτασα.

Όχι στο σπίτι. Το σπίτι ήθελε τρία τέσσερα χιλιόμετρα ακόμα. Όμως, αν το χωριό μου είναι το σπίτι μου, τότε το σαλόνι του είναι παραλία μας. Αλλά δεν έβλεπα τη θάλασσα ακόμα. Αν το χωριό μου είναι το σπίτι μου, η πόρτα του είναι η στροφή δίπλα στο ρέμμα που πάει για Νταραβέρι. Αν το σπίτι μου είναι το χωριό μου γιατί εκεί είναι η καρδιά μου, η καρδιά μου χτυπά δυνατά σαν παίρνουμε εκείνη τη στροφή για τη Σπιάτζα. Ξέρω κάθε λεπτομέρεια αυτής της διασταύρωσης. Το χωράφι με τα καλαμπόκια στη μια γωνία με την πινακίδα ότι ανήκει στην πολεμική αεροπορία. Το ρέμμα πνιγμένο στις καλαμιές στην άλλη γωνία, τόσο που ποτέ δε βλέπεις το νερό. Το χωράφι με κάτι χαμηλό στην άλλη γωνία, ίσως καρπούζια, ίσως κάτι άλλο. Και τη γέφυρα με τα παλιά σίδερα προς τα πίσω, προς τον Πύργο. Αυτή η στροφή είναι η είσοδος για το σπίτι μου και την καρδιά μου.

Σαν έφτασα εκεί, σταμάτησα. Ήταν βαθύ μεσημέρι και ήταν όλα όπως ήξερα ότι είναι. Στάθηκα λίγο εκεί, με το ποδήλατο ακουμπισμένο σε μια ξύλινη κολώνα της ΔΕΗ και απλά… στάθηκα. Οι ατελείωτες ώρες βιασύνης και άγχους τερμάτισαν εδώ. Στάθηκα και δε σκεφτόμουν τίποτα νομίζω. Κοιτούσα το χώρο, τα χωράφια, τα τεράστια δέντρα κάτω προς το χωριό που μου έκρυβαν τη θάλασσα, την φιλική άσφαλτο που με ξέρει σχεδόν όσο την ξέρω, κοίταξα μέχρι που χόρτασα. Και μετά μπήκα σπίτι.

 

Επίλογος

 

Η μεγάλη ανταμοιβή του ταξιδιού είναι φυσικά οι αναμνήσεις που μου έδωσε. Είναι και θα είναι πάντα, μοναδικό αυτό που ένιωσα ταξιδεύοντας με τις δυνάμεις μου, μόνος, κουρασμένος και πεισμωμένος, μέσα από το πράγμα που αγαπώ ίσως περισσότερο από όλα. Μέσα από τον ίδιο τον κόσμο, μέσα από τη φύση σε όσες τις εκφάνσεις έχω ευλογηθεί να βιώσω. Μα μεγαλύτερη ακόμα ανταμοιβή αυτού του ταξιδιού είναι η επιβεβαίωση ότι μπορεί να γίνει. Η επιβεβαίωση των δυνατοτήτων μου και η ανακούφιση ότι όταν θελήσω, θα μπορώ να ξαναπροσπαθήσω, πιο δυνατός, μα κυρίως πιο σίγουρος. Ήταν σημαντικό να το μάθω αυτό, να μάθω ότι μπορώ να πραγματοποιήσω το όνειρό μου.

Δυστυχώς, με βαριά καρδιά, ξαναδιαβάζοντάς το συνειδητοποιώ ότι άφησα πολλά απ’ έξω, πολλά που ίσως να ήταν σημαντικά ή άξια λόγου. Το όμορφο θέρετρο στην Κακιά Σκάλα, στη μέση του πουθενά, τις κοπέλες που έκαναν οτοστόπ λίγο έξω από την Κόρινθο, τα αμέτρητα κουφάρια ζώων στις εθνικές οδούς μας, άλλα φρέσκα, με αίμα λίγων ωρών, άλλα πεθαμένα βδομάδες, με τα κόκκαλά τους έξω και τη γούνα σάπια, το κατούρημά μου σε ένα απίστευτο σημείο λίγο πριν το Ριο, η στιγμή που αντίκρυσα τη θάλασσα του χωριού μου στο Τέρμα, τόσα και τόσα. Είναι απαραίτητο να αφήσω αυτή την ιστορία να ειπωθεί όπως βγήκε γιατί αλλιώς δε θα μπορούσε να ειπωθεί καν. Έχει περάσει καιρός από τότε που συνέβησαν αυτά, και η μνήμη μου ανέσυρε ο,τι μπορούσε. Η τέχνη μου δε φτάνει, και ούτε θα φτάσει ποτέ να περιγράψει στην ολότητά τους εμπειρίες σαν αυτή που αφηγήθηκα μα δεν πειράζει. Αρκεί που συνέβη. Ένας μεγάλος κύκλος έκλεισε με το ταξίδι αυτό, μια μεγάλη κατάρα λύθηκε. Μια κατάρα που έπεσε πάνω μου το 2013, όταν ξεκίνησα ένα λάθος ταξίδι για όλους τους λάθος λόγους. Με το τέλος αυτού του ταξιδιού όμως γιατρεύτηκε αυτό το κομμάτι μου κι ας έμειναν ουλές.

 

Στα επόμενα ταξίδια μας

 

Ιούνιος 2020 – Φεβρουάριος 2022

 

https://www.youtube.com/watch?v=ZB6fCuxGvAw

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου