https://www.youtube.com/watch?v=ABRxdUyk8P4
Στο τέρμα, στον Άγιο Ελευθέριο.
Το ερκοντίσιον δούλευε στο φουλ και οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Ήθελε μερικά λεπτά ακόμα για να φύγει το τελευταίο δρομολόγιο. Το λεωφορείο ήταν το 703 και ήταν βράδυ καθημερινής. Τελευταίο δρομολόγιο σημαίνει κάπου γύρω στις 23.00. Κάπου γύρω όμως, γιατί πάντα τα τελευταία δρομολόγια πάνε ανάλογα με τα κέφια του οδηγού. Έχουμε δει 703 να περνάει από την Πρόνοια στο Περιστέρι στις 23.40 και έχουμε περιμένει 703 μάταια στα βίλατζ από τις 22.15. Κάποιες φορές τα πετυχαίνεις, κάποιες φορές περπατάς, αυτό ήταν κάτι που μάθαμε από μικρά και το μάθαμε με τον δύσκολο τρόπο.
Κλείνουν οι πόρτες και το ταξίδι ξεκινάει.
Αν μετρήσεις τις στάσεις ως το σπίτι, δεν το λες και ταξίδι. Ούτε 15 στάσεις αργότερα θα κατέβουμε για το σπίτι. Όμως μας αρέσει να το λέμε ταξίδι. Στις 23.00, κάθε δρομολόγιο (εκτός από τα πολύ κεντρικά) ισοδυναμεί με ταξίδι μέσα από φευγαλέες σκηνές θεάτρου. Από την πρώτη στροφή που κάνει το ογκώδες διπλό λεωφορείο, καταλαβαίνεις πως στα στενά δεξιά κι αριστερά παίρνουν θέση ηθοποιοί και τραβιούνται αυλαίες, αυλαίες που θα φιλοξενήσουν θεατρικά έργα διάρκειας μικρών δευτερολέπτων. Και πολύ συχνά δεν παίζουν καν ηθοποιοί. Έχουμε δει έργα που πρωταγωνιστούν φύλλα, ή πλάκες πεζοδρομίου, ή φανάρια, πράσινα και κόκκινα, ή ακόμα και μακρινές φιγούρες, σκιές κόντρα σε πορτοκαλί αιωρούμενα φώτα.
Δεύτερη στροφή, αριστερά και στη γέφυρα των Αγίων.
Εδώ πάντα θέλαμε να καπνίζουμε (και να επιτρέπεται το κάπνισμα φυσικά) ούτως ώστε να φυσήξουμε τον καπνό όσο περνάμε τη γέφυρα. Από κάτω οι πολλές λωρίδες της εθνικής, λίγα αμάξια να απομακρύνονται και λίγα να πλησιάζουν, ανάλογα με το σε ποια μεριά κάθεσαι. Ο φωτισμός του δρόμου εκεί είναι μια άριστη σπουδή στο αστικό τοπίο, με γεμάτα φώτα που δίνουν όσο φως χρειάζεσαι για να πιάσεις αυτό που σου ξεφεύγει στα δρομάκια και τα στενά της υπόλοιπης πόλης. Λίγα δευτερόλεπτα κρατάει το πέρασμα, 4-6 θα πούμε, και αμέσως προσγειώνεσαι στην άσφαλτο, με αμυδρές αναμνήσεις από ένα παράλληλο σύμπαν με διαταραγμένες αισθήσεις και νόμους.
Φανάρι, και ο δρόμος των Αγίων.
Φιδωτά τώρα, ξετυλίγεται μπροστά ένα κακοτράχαλο εμπορικό μονοπάτι όπου βασιλεύουν μαγαζιά που θα περάσεις μόνο απ' έξω. Εδώ κρύβεται η προοπτική, η μακρινή κατάληξη που μόνο η πείρα σου επιβεβαιώνει, εδώ πας μόνο με την εμπειρία και το ένστικτο. Άσπρα φώτα δεξιά κι αριστερά, λίγος κόσμος μπαίνει, λίγος βγαίνει, σχεδόν δεν καταλαβαίνεις αν πάμε σωστά ή αν χάθηκε ο οδηγός. Υπομονή όμως, λίγα δευτερόλεπτα μετά, το λεωφορείο αγκομαχώντας ανεβαίνει την ανηφορίτσα και ανατέλλει η πλατεία των Αγίων, οι παλιές γραμμές του τρένου, του τρένου που εμείς το προλάβαμε μια και μοναδική φορά (κι όμως ακόμα μας μένει) και η στροφή που πάει προς τα μέρη μας.
Διασταύρωση, ευθεία και δεξιά για Ίλιον.
Μετά από το ζωγραφιστό ΣΤΟΠ στο πάτωμα το λεωφορείο στρίβει, κι εδώ θα πετύχεις το νοητό σταυροδρόμι των περιοχών μας. Πάντα θα περιμένει κόσμος εδώ, πάντα περίμενε, πάντα ανεβαίνει στο λεωφορείο. Εμείς εδώ, μικρά, κάναμε λιτανείες και θυσίες να περάσουν τα πολυπόθητα νούμερα που θα μας έφερναν μια ανάσα απ' το σπίτι. Τώρα είμαστε τυχεροί φυσικά, είμαστε ήδη σπίτι. Μετά τη στάση ξανοίγεται το 703, επιτέλους με λίγο χώρο να τρέξει, μια μικρή στάση στο πουθενά και μετά η στρογγυλή του Ιλίου, τα Μακ, η ανηφόρα, και μπήκαμε στα Λιόσια. Μια μικρή ματιά στα ζόμπι των μακντόναλντς, μας τυφλώνουν προσωρινά τα φώτα των αμαξιών του ντράιβ ιν και ευτυχώς, λήθη με το που ανέβουμε την ανηφόρα.
Ανηφόρα, στάση, και Λιόσια.
Τα μέρη πια γίνονται γνώριμα, σχεδόν βαρετά για εμάς. Ήμεροι δρόμοι, γλυκά άσπρα φώτα, μονόδρομος για 2 στάσεις, πλατεία Λιοσίων, ήσυχα, νεκρά πεζοδρόμια, και τέλος το σχολείο της γωνίας (το 2ο; δε θυμάμαι), συνήθως με κάποιο πανό, επαναστατικό ή μη. Ένα απαλό ζιγκ ζαγκ και βγήκαμε στα Γκούντις. Και βγήκαμε στη Θηβών. Και βγήκαμε στην αληθινή, άσχημη, βρώμικη πόλη.
Στροφή, στροφή, φανάρι και Θηβών.
Κάπου εδώ το ταξίδι μας τελειώνει. Εσύ μπορείς να συνεχίσεις μέχρι να δεις τη θάλασσα αν θέλεις. Όλη η πόλη θα περάσει από μπροστά σου. Πρέπει να έχεις αετίσια μάτια για να μη μπερδευτείς απ' τα παρόμοια τοπία. Η πόλη συνεχώς αλλάζει και συνεχώς παραμένει πόλη. Κάποιοι κάνανε τη διαδρομή του 703 χίλιες φορές για να μάθουνε τις αλλαγές των τοπίων. Κάποιοι δεν κατέβηκαν ποτέ στη σωστή στάση. Κάποιοι ακόμα μπερδεύουνε τις στάσεις κοντά στη Νίκαια και στο Ρέντη. Η Θηβών, ένας δρόμος που ίσως να ονομάστηκε έτσι επειδή κάποτε πήγαινε στη Θήβα, τώρα είναι μια μεγάλη ευθεία που ενώνει γειτονιές που μοιάζουνε πολύ, τόσο πολύ που πρέπει να τις ζήσεις για να τις ξεχωρίσεις.
Στροφή, φανάρι, στενό, κανένας δρόμος εμάς δε μας φαίνεται ίδιος. Στην Αθήνα έχω να χαθώ αμέτρητα χρόνια, δυστυχώς.
Στο τέρμα, στον Άγιο Ελευθέριο.
Το ερκοντίσιον δούλευε στο φουλ και οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Ήθελε μερικά λεπτά ακόμα για να φύγει το τελευταίο δρομολόγιο. Το λεωφορείο ήταν το 703 και ήταν βράδυ καθημερινής. Τελευταίο δρομολόγιο σημαίνει κάπου γύρω στις 23.00. Κάπου γύρω όμως, γιατί πάντα τα τελευταία δρομολόγια πάνε ανάλογα με τα κέφια του οδηγού. Έχουμε δει 703 να περνάει από την Πρόνοια στο Περιστέρι στις 23.40 και έχουμε περιμένει 703 μάταια στα βίλατζ από τις 22.15. Κάποιες φορές τα πετυχαίνεις, κάποιες φορές περπατάς, αυτό ήταν κάτι που μάθαμε από μικρά και το μάθαμε με τον δύσκολο τρόπο.
Κλείνουν οι πόρτες και το ταξίδι ξεκινάει.
Αν μετρήσεις τις στάσεις ως το σπίτι, δεν το λες και ταξίδι. Ούτε 15 στάσεις αργότερα θα κατέβουμε για το σπίτι. Όμως μας αρέσει να το λέμε ταξίδι. Στις 23.00, κάθε δρομολόγιο (εκτός από τα πολύ κεντρικά) ισοδυναμεί με ταξίδι μέσα από φευγαλέες σκηνές θεάτρου. Από την πρώτη στροφή που κάνει το ογκώδες διπλό λεωφορείο, καταλαβαίνεις πως στα στενά δεξιά κι αριστερά παίρνουν θέση ηθοποιοί και τραβιούνται αυλαίες, αυλαίες που θα φιλοξενήσουν θεατρικά έργα διάρκειας μικρών δευτερολέπτων. Και πολύ συχνά δεν παίζουν καν ηθοποιοί. Έχουμε δει έργα που πρωταγωνιστούν φύλλα, ή πλάκες πεζοδρομίου, ή φανάρια, πράσινα και κόκκινα, ή ακόμα και μακρινές φιγούρες, σκιές κόντρα σε πορτοκαλί αιωρούμενα φώτα.
Δεύτερη στροφή, αριστερά και στη γέφυρα των Αγίων.
Εδώ πάντα θέλαμε να καπνίζουμε (και να επιτρέπεται το κάπνισμα φυσικά) ούτως ώστε να φυσήξουμε τον καπνό όσο περνάμε τη γέφυρα. Από κάτω οι πολλές λωρίδες της εθνικής, λίγα αμάξια να απομακρύνονται και λίγα να πλησιάζουν, ανάλογα με το σε ποια μεριά κάθεσαι. Ο φωτισμός του δρόμου εκεί είναι μια άριστη σπουδή στο αστικό τοπίο, με γεμάτα φώτα που δίνουν όσο φως χρειάζεσαι για να πιάσεις αυτό που σου ξεφεύγει στα δρομάκια και τα στενά της υπόλοιπης πόλης. Λίγα δευτερόλεπτα κρατάει το πέρασμα, 4-6 θα πούμε, και αμέσως προσγειώνεσαι στην άσφαλτο, με αμυδρές αναμνήσεις από ένα παράλληλο σύμπαν με διαταραγμένες αισθήσεις και νόμους.
Φανάρι, και ο δρόμος των Αγίων.
Φιδωτά τώρα, ξετυλίγεται μπροστά ένα κακοτράχαλο εμπορικό μονοπάτι όπου βασιλεύουν μαγαζιά που θα περάσεις μόνο απ' έξω. Εδώ κρύβεται η προοπτική, η μακρινή κατάληξη που μόνο η πείρα σου επιβεβαιώνει, εδώ πας μόνο με την εμπειρία και το ένστικτο. Άσπρα φώτα δεξιά κι αριστερά, λίγος κόσμος μπαίνει, λίγος βγαίνει, σχεδόν δεν καταλαβαίνεις αν πάμε σωστά ή αν χάθηκε ο οδηγός. Υπομονή όμως, λίγα δευτερόλεπτα μετά, το λεωφορείο αγκομαχώντας ανεβαίνει την ανηφορίτσα και ανατέλλει η πλατεία των Αγίων, οι παλιές γραμμές του τρένου, του τρένου που εμείς το προλάβαμε μια και μοναδική φορά (κι όμως ακόμα μας μένει) και η στροφή που πάει προς τα μέρη μας.
Διασταύρωση, ευθεία και δεξιά για Ίλιον.
Μετά από το ζωγραφιστό ΣΤΟΠ στο πάτωμα το λεωφορείο στρίβει, κι εδώ θα πετύχεις το νοητό σταυροδρόμι των περιοχών μας. Πάντα θα περιμένει κόσμος εδώ, πάντα περίμενε, πάντα ανεβαίνει στο λεωφορείο. Εμείς εδώ, μικρά, κάναμε λιτανείες και θυσίες να περάσουν τα πολυπόθητα νούμερα που θα μας έφερναν μια ανάσα απ' το σπίτι. Τώρα είμαστε τυχεροί φυσικά, είμαστε ήδη σπίτι. Μετά τη στάση ξανοίγεται το 703, επιτέλους με λίγο χώρο να τρέξει, μια μικρή στάση στο πουθενά και μετά η στρογγυλή του Ιλίου, τα Μακ, η ανηφόρα, και μπήκαμε στα Λιόσια. Μια μικρή ματιά στα ζόμπι των μακντόναλντς, μας τυφλώνουν προσωρινά τα φώτα των αμαξιών του ντράιβ ιν και ευτυχώς, λήθη με το που ανέβουμε την ανηφόρα.
Ανηφόρα, στάση, και Λιόσια.
Τα μέρη πια γίνονται γνώριμα, σχεδόν βαρετά για εμάς. Ήμεροι δρόμοι, γλυκά άσπρα φώτα, μονόδρομος για 2 στάσεις, πλατεία Λιοσίων, ήσυχα, νεκρά πεζοδρόμια, και τέλος το σχολείο της γωνίας (το 2ο; δε θυμάμαι), συνήθως με κάποιο πανό, επαναστατικό ή μη. Ένα απαλό ζιγκ ζαγκ και βγήκαμε στα Γκούντις. Και βγήκαμε στη Θηβών. Και βγήκαμε στην αληθινή, άσχημη, βρώμικη πόλη.
Στροφή, στροφή, φανάρι και Θηβών.
Κάπου εδώ το ταξίδι μας τελειώνει. Εσύ μπορείς να συνεχίσεις μέχρι να δεις τη θάλασσα αν θέλεις. Όλη η πόλη θα περάσει από μπροστά σου. Πρέπει να έχεις αετίσια μάτια για να μη μπερδευτείς απ' τα παρόμοια τοπία. Η πόλη συνεχώς αλλάζει και συνεχώς παραμένει πόλη. Κάποιοι κάνανε τη διαδρομή του 703 χίλιες φορές για να μάθουνε τις αλλαγές των τοπίων. Κάποιοι δεν κατέβηκαν ποτέ στη σωστή στάση. Κάποιοι ακόμα μπερδεύουνε τις στάσεις κοντά στη Νίκαια και στο Ρέντη. Η Θηβών, ένας δρόμος που ίσως να ονομάστηκε έτσι επειδή κάποτε πήγαινε στη Θήβα, τώρα είναι μια μεγάλη ευθεία που ενώνει γειτονιές που μοιάζουνε πολύ, τόσο πολύ που πρέπει να τις ζήσεις για να τις ξεχωρίσεις.
Στροφή, φανάρι, στενό, κανένας δρόμος εμάς δε μας φαίνεται ίδιος. Στην Αθήνα έχω να χαθώ αμέτρητα χρόνια, δυστυχώς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου